Ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης για την αποποινικοποίηση της βλασφημίας

🕔25/07/2016 14:47
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 25 Ἰουλίου 2016
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

Δημοσιοποιεῖται ἡ ἐπιστολή τήν ὁποίαν ἀπέστειλε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ πρός τόν Ἐξοχώτατον κ. Νικόλαον Παρασκευόπουλον Ὑπουργόν Δικαιοσύνης, Διαφάνειας καί Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων περί τῆς ἀποποινικοποιήσεως τοῦ ἐγκλήματος τῆς βλασφημίας πού διασαλεύει ἐγκληματικῶς τήν κοινωνική συνοχή καί τήν θρησκευτική εἰρήνη.


ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Ἀριθμ. Πρωτ. 781

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 25 Ἰουλίου 2016

Πρός τόν

Ἐξοχώτατο Κύριο

Νικόλαο Παρασκευόπουλο

Ὑπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας

καί Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων

Εἰς ΑΘΗΝΑΣ

Ἐξοχώτατε κ. Ὑπουργέ,

Δημοσιοποιήθηκε ἡ πρόθεσι τοῦ Ὑπουργείου Σας νά περιληφθῆ στίς ἀλλαγές τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος ἡ ἀποποινικοποίησι τοῦ ἀδικήματος τῆς βλασφημίας πού προβλέπεται ἀπό τά ἄρθρα 198 καί 199 ἀντιστοίχως καί εἰς ἀνακοίνωσι Σας γνωστοποιεῖται ὅτι ἡ ἀποποινικοποίησι τοῦ ἐγκλήματος τῆς βλασφημίας «ἔχει τεθῆ ὑπό τήν κρίσι τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν ἀναθεώρησι τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα». Προσθέτετε δέ καί μίαν νομικήν ἄποψι πού προϊδεάζει γιά τήν «πρότασι» τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς ἰσχυριζόμενος ὅτι «Κατά τό Ποινικό Δίκαιο ἡ ποινή προϋποθέτει τήν τέλεσι πράξης. Ὁ προσδιορισμός τῆς τελευταίας χωρεῖ μέ στάθμιση τῶν ἐμπειρικῶν-ἀποδείξιμων ἀποτελεσμάτων της. Ὡστόσο, στήν περίπτωση τῆς βλασφημίας λείπει ὁποιαδήποτε ἀποδείξιμη ἐνώπιον δικαστηρίου βλαπτική συνέπεια τῆς πράξης. Ἑπομένως, ἡ ἔννοια τοῦ ἐγκλήματος δέν διακρίνεται».


Ἐξοχώτατε κ. Ὑπουργέ,
Ἐάν δέν εἴσαστε ἐπαΐων Νομικός καί δή Καθηγητής τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου θά ὑπῆρχε τό ἐνδεχόμενο νά ἔχετε παραπληροφορηθεῖ ἐπί τοῦ . Ἀτυχῶς ὅμως ἡ ἐγνωσμένη νομική Σας ἐπάρκεια δέν Σᾶς χορηγεῖ μίαν τοιαύτη δυνατότητα διαφυγῆς ἐκ τῆς πραγματικότητος. Ποιά ὅμως εἶναι ἡ νομική πραγματικότης ἡ ὁποία ἐντέχνως διαστρέφεται μέ τήν ἀνωτέρω ἀνακοίνωσι;
Ἡ κατάργησις τῶν ἄρθρων 198 καί 199 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος πού ἀφοροῦν στήν κακόβουλη βλασφημία τῶν θείων πάσης γνωστῆς κατά τό Σύνταγμα, θρησκείας δηλ. ἐκείνης πού δέν ἔχει κρύφια δόγματα καί τῆς ὁποίας ἡ λατρεία δέν ἀντίκειται στήν δημόσια τάξη καί τά χρηστά ἤθη, ὑπό τόν τίτλον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου «Ἐπιβουλή θρησκευτικῆς Εἰρήνης» προσβάλλει καί θέτει σέ ἄμεση διακινδύνευσι τό ἔννομον ἀγαθόν πού προσδιορίζεται ὑπό τοῦ τίτλου «Ἐπιβουλή θρησκευτικῆς εἰρήνης». Ὁ ποινικός μας νομοθέτης δέν τιμωρεῖ τήν ἄρνησι ἤ τήν κριτική τοῦ θρησκευτικοῦ γεγονότος ἀλλά τήν δημοσίᾳ κακόβουλη βλασφημία, τήν δολία δημοσίᾳ γενομένη καθύβριση τοῦ θείου πού στοχεύει ὄχι στήν κριτική ἄρνησι ἤ θεώρησι, ἀλλά στήν χυδαία ἀπομείωση τοῦ θρησκευτικοῦ γεγονότος πού ἀναποδράστως προκαλεῖ τήν ὀργή καί τόν βαθύτατο παραπικρασμό τῶν πιστευόντων στήν ὑβριζομένη θρησκευτική παραδοχή. Ὅπως εὐχερῶς ἀντιλαμβάνεσθε, ἡ αἰτιολογική βάσι τῶν συγκεκριμένων ποινικῶν διατάξεων καί ἡ στόχευσι τοῦ ποινικοῦ νομοθέτου ὁρίζεται ἀπό τό νομικό προσδιορισμό τῶν ἄρθρων «ἐπιβουλή Θρησκευτικῆς Εἰρήνης» καί εἶναι ἡ διατήρησι τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς μέσα στό κοινωνικό σύνολο καί ἡ προστασία αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς ἀπό τήν διάρρηξη πού θά προκαλέσει ἀναπότρεπτα ἡ δολία δημοσίᾳ ἐξύβρισι τοῦ θρησκεύματος κάποιων συμπολιτῶν πού ἀναγνωρίζεται στή Χώρα. Συνεπῶς μέ τίς προβλέψεις τοῦ ποινικοῦ μας νομοθέτου δέν προστατεύεται ὁ Θεός, ἀλλά τό ἔννομο ἀγαθό τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καί ἡ δημοκρατική εὐστάθεια τῆς χώρας, διότι τό πρόσωπο τοῦ κάθε συναθρώπου μας πού θρησκεύεται ταυτίζεται καί συγκροτεῖται πνευματικά μέ τήν θρησκευτική του παραδοχή καί κατά ταῦτα ἡ κακόβουλος βλασφημία τοῦ θείου πού λατρεύει ὡς ὀντολογικό του θεμέλιο, προσβάλλει τό ἴδιο τό πρόσωπο καί προκαλεῖ εὔλογα τό θυμικόν του συναίσθημα μέ ἀπροβλέπτους συνεπείας διά τό κοινωνικόν σύνολον.
Ἡ βλαπτική ἑπομένως συνέπεια τῆς βλασφημίας πού εἶναι σαφῶς ἀποδείξιμη ἐκ τῶν συνεπειῶν καί ἀποτελεσμάτων της ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι adhocἡ διακινδύνευσις τῆς διατηρήσεως τῆς θρησκευτικῆς Εἰρήνης καί τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καί ἡ ἀποτροπή τῆς κακουργηματικῆς θρησκευτικῆς αὐτοδικίας.

Ἐξοχώτατε κ. Ὑπουργέ,
Μέ τήν ἀποποινικοποίησι τῆς κακόβουλης βλασφημίας ὁδηγεῖτε ἀναποδράστως στήν κακουργηματική θρησκευτική αὐτοδικία διότι δέν θά ὑφίσταται πλέον ἔννομος τρόπος ἀντιδράσεως καί ἱκανοποιήσεως τοῦ πλησσομένου θρησκευτικοῦ συναισθήματος πού δολίως καί χυδαίως θά καθυβρίζεται καί θά ἀπομειώνεται μέ πρόδηλο ἀποτέλεσμα τήν βαρυτάτη προσβολή τοῦ θρησκευομένου προσώπου πού ὅπως ἀνέφερα συγκροτεῖται καί νοηματοδοτεῖται ἠθικά, πνευματικά καί ὀντολογικά ἀπό τήν θρησκευτική του παραδοχή.
Τά πολύ οὐσιώδη αὐτά ἐνδεχομένως νά μήν ἔχουν τύχει ἀναλόγου μελέτης καί προσεγγίσεως ἀπό διαφόρους Διεθνεῖς Ὀργανισμούς ὅπως ἡ Διεθνής Ἀμνηστία καί ἄλλοι πού ἐσφαλμένα ἐκλαμβάνουν τίς ἀνωτέρω ποινικές διατάξεις ὡς δῆθεν «καταδίκη τῆς ἐλεύθερης ἔκφρασης» διότι ἐπαναλαμβάνω δέν τιμωρεῖται ἡ ἔλλειψι σεβασμοῦ πρός τά θεῖα ἤ ἡ ἄρνησι τοῦ θρησκευτικοῦ γεγονότος ἤ ἡ κριτική τοῦ δόγματος οἱασδήτινος θρησκευτικῆς παραδοχῆς, ἀλλά ἡ δημοσίᾳ κακόβουλος βλασφημία ἡ ὁποία καιρίως πλήττει τόν θρησκευόμενον ἄνθρωπον. Ἄλλωστε εἶναι ἐντελῶς ἀντιφατικόν ἡ Ἐπιτροπή Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ ΟΗΕ νά θεωρεῖ ὅτι πρέπει νά ποινικοποιεῖται ἡ περίπτωσι «ἐθνικοῦ, θρησκευτικοῦ ἤ φυλετικοῦ μίσους πού ἀποτελεῖ ὑποκίνησι διακρίσεων, ἐχθρότητας ἤ βίας» (ἄρθρο 20 παρ. 2 τοῦ Διεθνούς Συμφώνου) καί τήν ἴδια στιγμή νά προτείνεται ἡ ἀποποινικοποίησι τοῦ γενεσιουργοῦ αἰτίου πού εἶναι ἡ κακόβουλος βλασφημία, γιά τήν πρόκλησι καί ὑποκίνησι θρησκευτικοῦ μίσους.

Ἐξοχώτατε κ. Ὑπουργέ,
Διά νά μήν στιγματισθῆτε Ἐσεῖς καί ἡ Κυβέρνησι ὡς ἠθικοί αὐτουργοί τῆς κακουργηματικῆς θρησκευτικῆς αὐτοδικίας γεγονός πού εἰλικρινῶς ἀπευχόμεθα καί ἐκ προοιμίου ἐντόνως καταδικάζομεν, στήν ὁποία ἀναποδράστως θά ὁδηγήσετε τά πράγματα, συντρίβοντες τήν θρησκευτική Εἰρήνη τῆς Χώρας καί τήν διατήρησι τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς προβάλλετε μέ τήν ἐγνωσμένη Σας νομική γνῶσι τήν νομική ἀλήθεια τοῦ θέματος καί μή χωρήσητε στό τραγικό ἔγκλημα ἀποσαθρώσεως τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς.
Μετά τιμῆς
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ

† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !