Ο Κώστας Μπέζος για τον Μάρκο Βαμβακάρη

🕔20/11/2016 09:54

Πριν από δυο Κυριακές είχα ανεβάσει εδώ ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο το 1943, που ήταν νεκρολογία του Κώστα Μπέζου, του ιδιοφυούς και πολυτάλαντου συνθέτη, σκιτσογράφου, δημοσιογράφου, τραγουδιστή και μποέμ, που πέθανε στα 38 του χρόνια μέσα στην Κατοχή.

Το χρονογράφημα εκείνο το είχε πληκτρολογήσει ο φίλος μας ο Corto, και μου το είχε στείλει μαζί με ένα άλλο κείμενο, αυτή τη φορά του ίδιου του Μπέζου, γραμμένο για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Το κείμενο αυτό είχα πει πως θα το έβαζα κάποια άλλη φορά, οπότε σκέφτηκα να το βάλουμε .

Το χρονογράφημα το πήρε ο Κόρτο από το περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι όπου αναδημοσιεύτηκε το 2005 (τεύχος 11 – Απρίλιος 2005). Η πρώτη του δημοσίευση δεν ξέρουμε σε ποιο έντυπο έγινε, διότι δεν αναφερόταν στο περιοδικό. Ωστόσο, σε ένα ιστολόγιο που πρέπει να το έχει κάποιος συντελεστής του περιοδικού δημοσιεύτηκε πρόπερσι ένα σχόλιο για το άρθρο του Μπέζου μαζί με φωτογραφία του αποκόμματος της πρώτης δημοσίευσης -δείτε την. Υποψιάζομαι πως είναι από την Πρωία, όπου ήταν συνεργάτης ο Μπέζος και η οποία κατά καιρούς δημοσίευε στη δεύτερη σελίδα της (ή και στην πρώτη) τέτοια άρθρα, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος.

Προσθήκη: Όπως επισημαίνεται σε σχόλιο του Σπαθόλουρο, η δημοσίευση του άρθρου του Μπέζου έγινε στην εφημ. Ελευθερία στις 25 Φεβρουαρίου 1945 (άλλος φίλος μού έστειλε με μέιλ το απόκομμα). Βέβαια, το 1945 ο Μπέζος είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο -και επειδή, παρά τα σπάνια ταλέντα του, μάλλον δεν μπορούσε να στέλνει ανταποκρίσεις από το Υπερπέραν, ή η Ελευθερία είχε στα χέρια της ανέκδοτα κείμενά του ή το κείμενο είχε δημοσιευτεί πριν από τον θάνατο του Μπέζου σε άλλο έντυπο που λανθάνει.

Χλευάζει ο Μπέζος τον Μάρκο Βαμβακάρη όπως γράφτηκε -ή απλώς παρουσιάζει με ελαφρό χιούμορ ένα θέμα που θα ήταν εξωτικό για μια μερίδα του αναγνωστικού του κοινού, πειράζοντας ταυτόχρονα έναν εκλεκτό ομότεχνο; Διαβάστε και πείτε τη γνώμη σας.

Αναπαράγω τα σκίτσα του αρχικού άρθρου, που είναι βεβαίως φτιαγμένα και αυτά από τον Μπέζο, εκσυγχρονίζω την ορθογραφία και ευχαριστώ πολύ τον Κόρτο για τη σημερινή προσφορά.

ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΚΙΤΣΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΑΤΡΑΞΙΟΝ

Από τους κλασικούς συνθέτας και την υψηλή μουσική στον «Μεμέτη» και στον «Μποχώρη»

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΒΕΡΝΑ

Μπαγλαμάς και μπουζούκι, όργανα μεγαλείον

Δεν ξέρω αν αυτό που γίνεται στη δική μας πρωτεύουσα συμβαίνει και στις άλλες. Η Αθήνα κλείνει στα σπλάχνα της, όλα τα είδη της ζωής. Εκτός από τη δική της εκδήλωση, έχει στο αίμα της, λίγο Παρισάκι, λίγη Βουδαπέστη, λιγάκι Ν. Υόρκη, λίγο Άργος, λίγη Αράχωβα, λίγη Ανατολή, ίσως και Αφρική. Αν αρχίσουμε από την ταβέρνα, θα καταλάβουμε αμέσως όλο αυτό το «χαρμάνι» του Ευρωπαϊκο-αραχωβίτικο-αφρικανισμού. Η ευγενής παρέα, στο πρώτο ποτήρι, απαιτεί από την ορχήστρα τραγουδάκια της Μπουαγιέ, στο δεύτερο ποτηράκι, κάποιο ταγκό, στο πέμπτο λιγάκι Ιμπέριο Αρτζεντίνα, στο δέκατο τη Βαγγελίτσα, και στο εικοστό, τα άπαντα της νεοελληνικής λαϊκής μουσικοπαραγωγής, ήγουν «Μεμέτην», «Μποχώρην», «Καλογεράκι θα γενώ»… Η τελευταία εκδήλωσις, η οποία επισφραγίζει ένα τέτοιο γλέντι, υπάρχει μονοκόμματη σε χαρακτηριστικά λαϊκά κέντρα, γύρω στην Αθήνα. Εκεί περιφρονείται ή μάλλον θεωρείται ύβρις ο κλασικός Μπετόβεν και κάθε μοντέρνος συνθέτης. Ύβρις μεγάλη επίσης το πιάνο και το σαξόφωνο. Βασιλεύς των οργάνων το μπουζούκι και αντιβασιλεύς ο μπαγλαμάς. Ένα τέτοιο κέντρο λειτουργεί στο Βοτανικό, χωμένο ανάμεσα στα δέντρα. Κάθε βράδυ «τίγκα» από μύστας του ρεμπέτικου τραγουδιού. Και η ορχήστρα! Χάρμα ιδέσθαι. Έξη μπουζούκια, κιθάρα, βιολί, σαντούρι και μπαγλαμάδες. Και εκτελεσταί; Βλοσυροί κατσαρομάλληδες με εξογκωμένο το καρύδι του λαιμού, και ύφος λιονταρή. Τα μουρμούρικα ακουμπισμένα στο γόνατο, κλαίνε και οδύρονται όλο παράπονο και πάθος.

-Ντιγκλίν, ντιγκλάν, γκλιν, γκλιν.

Επικεφαλής (σεφ ντ’ ορχέστρ), ο Μάρκος. Γνωστός μπουζουκτσής και συνθέτης. Ο Μάρκος με τ’ όνομα, που τα μόρτικα τραγούδια του «κάνουνε τράκες στην κενωνία»! Ως διευθυντής της ορχήστρας έχει εντελώς δικό του τρόπο στις εκφράσεις και στη… μπαγκέτα. Τους γνωστούς όρους της κλασικής, τους έχει αντικαταστήσει με λέξεις της εμπνεύσεώς του. Το «πιανίσιμο» επί παραδείγματι, τον σοκάρει και φωνάζει στους εκτελεστάς «μόρτο». Εάν δεν εισακουσθεί, προσθέτει και το «ρε σεις», ήτοι: «Μόρτο ρε σεις», όπως θα ’λεγε ο Μητρόπουλος: «Πιανίσιμο παρακαλώ». Το «πάμε» που λένε οι μαέστροι και που σημαίνει αρχίζουμε, ο Μάρκος το αντικαθιστά με το «ίσα». Μόλις ανεβή στο «πάρκο» διατάζει με την ιλιγγιωδώς βραχνή φωνή του:

-Ίσα…

Τα μπουζούκια αρχίζουν περίεργους χαβάδες κι ο Μάρκος σαν ντιζέρ κι όλας, τραγουδάει τα ρεφρέν:

Για τράβα το μαχαίρι σου
Για τράβα το κουμπούρι σου
Από την από πίσω (εννοεί την πίσω τσέπη)

Να σε γιομίσω καρπαζές
Και να σε ξεφτιλίσω…

Λιονταρισμός δηλαδή με τα ούλα του και τελεία περιφρόνησις στα σιδερικά.

Όλα τα τραγούδια πραγματεύονται «περί φυλακή» και «περί αδικία σ’ αυτόν τον παλιοντουνιά»:

Μέσα την περνάμε φίνα
Πιο καλά και απ’ την Αθήνα.
Κάθε μέρα μακαρόνια
Και ο μάγκας βγάζει χρόνια!

Εννοεί τα χρόνια της φυλακής, που βγάζει ο μάγκας με μακαρονάδα και την οποία προσφέρει, φυσικά, δωρεάν το Δημόσιο στους κρατούμενους. Έτσι, κατά τον ποιητήν, ο μάγκας πιάνει «κορόιδο» το κράτος.

Το μουσικό πρόγραμμα περιλαμβάνει και ατραξιόν. Σόλο μπουζούκι. Βαστάτε την ανάσα σας. Οι γλύκες τρέχουν ποτάμι, καθώς και τα δάκρυα του θηλυκού ημικόσμου. Οι πενιές βαράνε στην καρδιά.

-Παιδί μου ποτέ να μην πεθάνεις…

Εκτελεστής αυτή τη στιγμή είναι ο Μάρκος. Το μπουζούκι τρέμει στα χέρια του. «Δίνεται ολόκληρος», όπως λένε και οι σοβαροί μουσικοκριτικοί…

Ως και το τσουλούφι των μαλλιών του ακόμα, πάνω στο κούτελο, συμπράττει στην εκτέλεση, με τρελά ανεμίσματα…

Κώστας Μπέζος
(Σκίτσα του ίδιου)

bezos2

Το σαξόφωνο είναι ύβρις

Tέτοια άρθρα, είτε χρονογραφικά είτε πιο κοντά στο ρεπορτάζ, που γνώριζαν στους αναγνώστες των εφημερίδων τις λιγότερο ορατές πλευρές της ζωής στην πρωτεύουσα, ήταν συνηθισμένα στις εφημερίδες του μεσοπολέμου -είχαμε δει σχετικά πρόσφατα ένα άρθρο για την αργκό.

H διαφορά είναι ότι ο συντάκτης εδώ είναι κάποιος που δρούσε (και) στον ίδιο χώρο, και που (σχεδόν σίγουρα) είχε γράψει, έστω και με ψευδώνυμο, τραγούδια σαν κι αυτά που ειρωνικά περιγράφει στο άρθρο του. Πάντως, αν εξαιρέσουμε το «σεφ ντ’ ορχέστρ», δεν υπάρχει κάποια σαφώς απαξιωτική αναφορά για τον Μάρκο -εσείς τι λέτε;

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !