Ο κύριος Πρόεδρος και οι λέξεις του

🕔11/01/2017 10:06

Μέσα στις γιορτές διάβασα το μυθιστόρημα «Ο κύριος Πρόεδρος» του Γεράσιμου Βώκου. Εκδόθηκε το 1893, όταν ο συγγραφέας του ήταν εικοσπεντάχρονος, με υπότιτλο «Πρωτότυπον πολιτικο-κοινωνικόν μυθιστόρημα» από το τυπογραφείο της Ακροπόλεως του δαιμόνιου Βλάση Γαβριηλίδη.

Εκδόθηκε ξανά το 2003 σε επιμέλεια του Παν. Μουλλά.

Ο Γαβριηλίδης, όπως επισημαίνει ο Μουλλάς στην πλούσια εισαγωγή του, είχε σωστά διαγνώσει ότι με την αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας υπήρχε πια αναγνωστικό κοινό που διψούσε για σύγχρονο λαϊκό αθηναιογραφικό μυθιστόρημα σε επιφυλλίδες, κατά τα γαλλικά , και ενθάρρυνε δημοσιογράφους και συγγραφείς να στραφούν στην αθηναιογραφία.

Ο Γεράσιμος Βώκος (1868-1927) ήταν πολυτάλαντος: ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος αλλά επίσης μουσικός και ζωγράφος, είναι γνωστότερος ως εκδότης του πρωτοποριακού περιοδικού Καλλιτέχνης γύρω στο 1910, ενώ τα τελευταία 10-15 χρόνια της ζωής του έζησε στο Παρίσι ως ζωγράφος και εκεί πέθανε.

Το βιβλίο του δεν είναι αριστούργημα, αλλά αν άξιζε να επανεκδοθεί το 2004 και αν αξίζει να διαβαστεί είναι κυρίως (αντιγράφω τον Μουλλά) για τη σατιρική του διάσταση, που το διαφοροποιεί από τα εμπορικά έργα του χάπι εντ, και για τη χωρίς αυταπάτες περιγραφή των ρουσφετολογικών μηχανισμών των πολιτικάντηδων. Ο Βώκος ρίχνει τα βέλη της σάτιράς του και στις δύο παρατάξεις, αλλά ίσως κρατάει τα πιο φαρμακερά για τους κόλακες του Τρικούπη.

Διότι βέβαια ο κύριος Πρόεδρος είναι ο Χαρίλαος Τρικούπης, μόνο που στο έργο λέγεται Χαρίδημος Μεγαλοϊδεάτης, ενώ ο αντίπαλός του, ο Θ. Δηλιγιάννης, έχει βαφτιστεί Φερεκίδης. Πρωταγωνιστεί στο έργο η οικογένεια του αρχειοφύλακα Μάνθου Αχτύπη, ο οποίος είναι φανατικός οπαδός του Μεγαλοϊδεάτη, που παύθηκε μόλις άλλαξε η κυβέρνηση και περιμένει τώρα, που ο Μεγαλοϊδεάτης επανήλθε στην εξουσία, να διοριστεί ξανά. Ύστερα από πολλές δοκιμασίες, ο Αχτύπης επιτέλους διορίζεται, όπως και ο μεγάλος γιος του σε άλλη δημόσια θέση. Η μεγάλη του κόρη έχει δεσμό με έναν ανθυπολοχαγό και απορρίπτει τα προξενειά ενός γείτονα σιδερά (που τον αποκαλούν γύφτο, επαγγελματικώς και όχι εθνογραφικώς). Ο ανθυπολοχαγός την παρατάει για μια μεγαλοπροικούσα φίλη της, αλλά εκείνη πλέκει ειδύλλιο με έναν μικρασιάτη (από τη Ρόδο).

Για ένα διάστημα όλα φαίνονται να βαίνουν καλώς, αλλά ύστερα έρχεται η καταστροφή. Ο μεγάλος γιος πιάνεται για κατάχρηση, ο μικρασιάτης γαμπρός φεύγει φοβούμενος το σκάνδαλο και στις εκλογές που έρχονται το κόμμα του Αχτύπη παθαίνει πανωλεθρία. Λίγο αργότερα ο αρχειοφύλακας παύεται ξανά, αλλά αυτή τη φορά η οικογένεια επιβιώνει επειδή μητέρα και κόρη, στην αρχή δειλά και μετά σχεδόν απροκάλυπτα, εκπορνεύονται. Ο πατέρας κάνει τα στραβά μάτια -λίγο αργότερα το κόμμα του ξανάρχεται στην εξουσία, αλλά όταν πάει να ζητήσει τον επαναδιορισμό του οι παλιοί προστάτες του τον αγνοούν και τελικά τον αποπέμπουν, τον κερατά.

Η δράση του βιβλίου εκτυλίσσεται ολόκληρη στη μικρήν Αθήνα του 1890, από την πλατεία Συντάγματος ίσαμε την αρχή της οδού Πειραιώς όπου βρίσκεται το σπίτι του Αχτύπη. Βέβαια οι χρήσεις της γης είναι διαφορετικές από σήμερα ή από το παρελθόν που γνωρίσαμε -ας πούμε, το μηχανουργείο του «γύφτου» βρίσκεται στην πλατεία Κάνιγγος.

Ωστόσο, διαβάζοντας το βιβλίο δεν παρατηρούσα μόνο τις αλλαγές στο φυσικό τοπίο αλλά και τις διαφορές στο γλωσσικό τοπίο. Ο Βώκος γράφει στην καθαρεύουσα της εποχής αλλά, τόσο στους διαλόγους όσο και μέσα στην αφήγηση, δίνει χώρο στην ομιλούμενη γλώσσα. Παραθέτω την αρχή του κεφαλαίου Η’, όπου το ύφος θυμίζει Ροΐδη:

Η άνοιξις εσκόρπιζε τις μυρουδιές της, το άπλετον φως της, τα γλυκύτερα των χρωμάτων, τα πλέον εύμορφα λουλούδια. Μαζί με τα απριλιάτικα τριαντάφυλλα τα βελουδωτά ως τα χείλη Τουρκάλας διψώσης έρωτα, τα υπέρυθρα ως αι παρειαί ευαισθήτου κόρης, τα πυρρά ως το δέρμα Νορβηγίδος, τα κίτρινα που έχουν περισσήν χάριν και οσμήν καμίαν, σαν κάτι γυναικούλες που βλέπομεν στον δρόμον και τις θαυμάζομεν, κούκλες εις την κομψότητα και την εντέλειαν των γραμμών, αλλά δεν τας ορεγόμεθα, πλαγγόνες που σου λέγουν, βλέπε με μόνον αλλά μη με εγγίζεις, ,δεν έχω φλόγα εις τα στήθη ουδέ παλμούς ισχυρούς εις την καρδίαν, εθώπευε την γην, εξιδανίκευε το ύπαιθρον, εθέρμαινε τους ανθρώπους, κάτι περισσότερον ακόμη, τους διήγειρε την φαντασίαν, τους έκαμνεν όλους ποιητάς αμερίμνους και τεμπέληδες, λιακάδα παχυλή, ναρκωτική, εχθρά της εργασίας, σύντροφος αχώριστος του καφέ και του κυλίσματος και της ξαπλωσιάς έξω από τα καφενεία με τρεις καρέκλες το ολιγότερον εις το πλάι και εμπρός και οπίσω διά ν΄ ακουμπούν τα πόδια των οι γνήσιοι Αθηναίοι και να τρίβουν την ράχιν των και να γαργαλίζονται προς τον ήλιον, φούρνος να μη καπνίσει, ας φύγουν όλ’ αι χάριτες από της γης, συ μόνον να μας φέγγεις και να μας θερμαίνεις, ήλιε, Θεέ προστάτα και αληθινέ του κόσμου των πτωχών, όλων των απένταρων όσοι δεν έχουνε παλτά και ρούχα χειμωνιάτικα, που δεν αρνείσαι εις κανένα τα χαρίσματά του, που κάτι ήξεραν οι πρόγονοί μας οι κλεινοί και σε εθεοποίησαν επάνω εις το ωραιότερον παιδί της αρχαιότητος, τον ξανθομάλληη και δαφνοστεφή Απόλλωνα.

Προσέξτε τη μονοκοντυλιά -όλη η σελίδα είναι δύο προτάσεις, μία μικρή στην αρχή και μία τεράστια στη συνέχεια.

Το μυθιστόρημα του Βώκου στην πρώτη έκδοση του 1893 το έχει η Ανέμη και μπορείτε να το κατεβάσετε. Το είχαμε αναφέρει εδώ, στο άρθρο για τη ρεμπέτα και τους ρεμπέτες. Εγώ το διάβασα από την επανέκδοση του 2003 και καθώς διάβαζα είχα μολυβάκι και σημείωνα τα γλωσσικά και άλλα αξιοσημείωτα. Μεταφέρω εδώ μερικές από τις σημειώσεις μου

* …κατήλθε δρομαίως την σαθράν κλίμακα του υπουργείου των Οικονομικών και επήρε το φύσημά του διά την πλατείαν του Συντάγματος

[Σήμερα λέμε «παίρνω φύσημα», «του έδωσα φύσημα» για απόλυση ή εκδίωξη. Πριν από 120 χρόνια το έλεγαν και για οικειοθελή μετακίνηση -το έχει έτσι και ο Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα, και άλλοι θαρρώ]

* την μικράν δούλαν της Βγενικήν, ένα ολοστρόγγυλο κοριτσάκι από την Αμοργόν έως δώδεκα ετών…

[Στο γύρισμα του 20ού αιώνα οι υπηρέτριες έρχονταν όλες από τις Κυκλάδες. Δούλες βεβαίως.]

* να αφήσω να μου την πάρει εκείνος ο χαλές!

[χαλές είναι ο απόπατος και ο αχρείος άνθρωπος’ το είχα για βαριά βρισιά, αλλά στο βιβλίο χρησιμοποιείται δυο-τρεις φορές, παναπεί δεν ήταν λέξη από εκείνες που δεν γράφονται]

* Ούξω, τενεκέδες του πετρελαίου, ψωμόλυσσες!

[αναρωτιέμαι αν ήταν στερεότυπη βρισιά το ‘τενεκές του πετρελαίου’ ή αν είναι επιτατικό από το σκέτο ‘τενεκέδες’. Θυμίζω και το μουρμούρικο Λέου λέου λέου λέου, ντενεκές του πετρελαίου]

* — Ωχ, αδελφέ, δεν τους αφήνεις τους κουτσαβάκηδες, ολο ουφ και ιφ είν’ από δαύτους και καμία προκοπή! Δεσποινίς Ιουλία, δεν μας παίζετε, λέω γω, κανένα βαλσάκι;

[Το θρυλικό κουτσαβάκικο επιφώνημα ιφ για το οποίο γράφω ένα άρθρο αυτές τις μέρες. Είναι η παλαιότερη ανεύρεση που έχω βρει]

* ταπεινήν καταγωγήν … όταν έτρωγαν δεν έβαζαν λευκό τραπεζομάνδηλον, αλλά μπλου ριγωτό και δεν είχαν σουρτού, αλλ’ έφερναν το λάδι με τον τενεκέ.

[Αγνοώ τι είναι το (ή η) σουρτού, και ο Μουλλάς δεν το έχει στο Γλωσσάρι. Όποιος ξέρει…]

* υπήρξεν ένα φεγγάρι ποιητής και έφαγεν μάλιστα μπατάγια από όλες τις εφημερίδες, που θα την θυμάται σε όλη του την ζωή…

[μπατάγια: επίπληξη, κατσάδα, από τα ιταλ. battaglia, σημειώνει ο Μουλλάς στο Γλωσσάρι]

* [μιλάει βουλευτής] ας του πουλήσουμε λοιπόν εμείς τις κωλοφωτιές (με συγχωρείτε διά την λέξιν) για φανάρια

[«πουλάω τις κωλοφωτιές (πυγολαμπίδες) για φανάρια» είναι παλιά παραλλαγή του «πουλάω φύκια για μεταξωτές κορδέλες»]

* Άμα πει ένα λόγο, δεν του γυρίζεις το κεφάλι ούτε με τον μποτζαργάτη.

[Ο μποτζαργάτης είναι είδος βαρούλκου στα πλοία. Η φράση αυτή λεγόταν για πεισματάρηδες -λέμε επίσης «ούτε με βίντσι»]

* [μιλάει κομματάρχης για τις δημοτικές εκλογές που έρχονται] …να δείξουμε εις τους άλλους τους μπαλαφαραίους ότι από φωνές και από ψευτορεκλάμες δεν ιδρώνει το αυτί του κόσμου και ότι θα την φάμε την τετραετία και έχει ο Θεός…

[Πιο παλιά καταγραφή που έχω βρει για το «μπαλαφάρας» απ’ όπου προφανώς και η θεατρική μπαλαφάρα και ο στρατηγός Μπαλαφάρας της «Ζωής εν τάφω». Υποτίθεται ότι στην αρχή βρίσκεται κάποιος μπουλουξής ονόματι Μπαλαφάρας, αλλά δεν ξέρω πώς τεκμηριώνεται αυτό]

* ηγόρασεν εις του Μπεκέ επί πιστώσει, κατά μηνιαίας δόσεις, μίαν χονδρήν ρετσίναν

[«φτηνό εγχώριο ύφασμα» από τον εργοστασιάρχη Θ. Ρετσίνα, λέει ο Μουλλας στο Γλωσσάρι -αν και εδώ πρόκειται για πανωφόρι, προφανώς φτιαγμένο από το ύφασμα αυτό]

* [μιλάνε κουτσαβάκηδες] Αρκεί κάτι βουλεύματα που έχουμε στην ράχιν μας να μείνουνε κλεισμένα εις το χονδροδούλαπο και να μας δώσετε καμία θέση στο καπνοκοπτήριον ή, το ολιγότερον, να μας κάνετε κλητήρας αστυνομικούς.

[Θα περίμενα «χρονοντούλαπο», λέξη που υπήρχε από τότε (αξίζει άρθρο). Λογοπαίγνιο μάγκικο ή τυπογραφικό λάθος;
Επίσης, και σε άλλα σημεία το Καπνοκοπτήριο αναφέρεται ως προνομιακός τόπος ρουσφετολογικής τοποθέτησης]

* Να κάθονται τώρα να σκοτίζονται με αυτά τα κνώδαλα … Ασιχτίρ, αλήθεια κι απαλήθεια!

[«Αλήθεια κι απαλήθεια» -έκφραση αγανάκτησης (γράφεται και: αλήθεια κι απ’ αλήθεια). Πολύ συχνή σε κείμενα της εποχής. Η νεότερη ανεύρεσή της που έχω καταγράψει είναι στον Τσιφόρο. Αναρωτιέμαι αν λέγεται σήμερα -μάλλον όχι, τι λέτε; ]

* [μιλάει αξιωματικός] : … τούτη δω τη σαράκα γιατί την έχουμε στο πλευρό μας, για να τη σούρνουμε στο πεζοδρόμιο σαν κάτι λιμοκοντόροι από τους δικούς μας που φορούν κορσέδες και σον-σον-σον και μου-μου-μου και, που να πάρει ο διάολος τον πατέρα τους, ρεζιλεύουνε το στρατό;

[Σαράκα (από τα ιταλικά) είναι το σπαθί των αξιωματικών. Πιθανώς από εκεί, με κοροϊδευτικόν αναδιπλασιασμό, η σακαράκα.]

* Βεβαίως είχε σχέσεις κρυφίας και ατίμους μετά του ανθυπολοχαγού, ο οποίος τους εκορόιδευε μια χαρά και εις το τέλος θα τους άφηνεν στα κρύα για να μάθουν τον κόσμο καλύτερα

[Η μορφή της έκφρασης ήταν «τους άφησε στα κρύα», ενώ σήμερα λέμε «τους άφησε στα κρύα του λουτρού»]

* πολιτικομανείς μέχρις αμερικανισμού

[οι σημερινοί Αμερικανοί δεν θεωρείται ότι ενδιαφέρονται υπερβολικά για την πολιτική]

* [η νύφη δεν έχει προίκα] Όσο γι’ αυτό, δεν με μέλει τέσσερα, απήντησε. Την παίρνω με το πουκαμισάκι.

[Παλιωμένη παραλλαγή του «δεν δίνω δεκάρα», «δεν με μέλει» κτλ.]

* να φουμάρουν ναργιλέδες οι άνδρες, να τρώγουν κουρκέττα και λουκούμια οι γυναίκες…

[Ο Μουλλάς δεν εξηγεί στο Γλωσσάρι τι είναι τα κουρκέττα, αλλά στο γκουγκλ μπουκς τα βρίσκω να συγκαταλέγονται στα αγοραστά γλυκίσματα όπως οι καραμέλες]

* Γράφει εύμορφους χωρατάδες αυτός ο Σβούρας!

[Παλιά δεν λέγανε μόνο «το χωρατό» αλλά και «ο χωρατάς»]

* χρειάζεται να δουλέψει κοντακίω πάταξον

[Δηλαδή χρειάζεται να πέσει ξύλο. Τη φράση δεν την ήξερα και αναρωτιέμαι αν προέρχεται από τροπάρι ή από τη στρατιωτική αργκό. Πάντως τη βρίσκω στον Ρωμηό και σε άλλα έντυπα της εποχής]

* Μαζεύει τις ρεμπέτες του ο Φερεκίδης να κάμει διαδηλώσεις

[Δηλαδή τους μπράβους του. Δείτε το παλιότερο άρθρο περί ρεμπέτας και ρεμπετών]

* οι διαδηλωταί ήσαν παλιόπαιδα, λούστροι, βερουτιανοί, χωρίς ψήφο

[Όπως εξηγεί το Γλωσσάρι, βερουτιανοί λέγονταν οι χαμάληδες του Πειραιά, επειδή πολλοί έρχονταν από τη Βηρυττό]

*Τέλος, σε ένα σημείο συζητούν δυο βουλευτές, ένας αντιπολιτευόμενος που λέει ότι του γράφουν από τις επαρχίες και κάνουν φρικτά παράπονα για την κυβέρνηση, κι ένας συμπολιτευόμενος που απαντάει «τίποτε αφερέγγυοι θα σου γράφουνε, τίποτε παυσανίαι».

Σύμφωνα με την αργκό της εποχής, «παυσανίας» ήταν ο δημόσιος υπάλληλος που είχε απολυθεί (παυθεί) από τη θέση του, σχεδόν πάντα εξαιτίας της αλλαγής της κυβέρνησης. Κάθε που άλλαζε η κυβέρνηση γέμιζε η πλατεία Κλαυθμώνος από παυσανίες. Καμιά φορά βέβαια τύχαινε να παυθεί υπάλληλος και στη μέση της περιόδου, επειδή τη θέση του τη γύρευε άλλος που έφερνε πιο πολλές ψήφους στον κομματάρχη -έχει μια τέτοια σκηνή στον «κύριο Πρόεδρο». Από το αίσχος αυτό μάς απάλλαξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1911. Σήμερα βέβαια πολλοί θεωρούν πηγή δεινών τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και περιμένουν τον Κούλη να την καταργήσει -και να γεμίσουν πάλι παυσανίες οι πλατείες.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !