Ο Ηλίας Έρενμπουργκ για τον ισπανικό εμφύλιο, τον Ντουρούτι και τους αναρχικούς

🕔17/07/2016 09:54
Νίκος Σαραντάκος

Σήμερα συμπληρώνονται 80 χρόνια από το ξεκίνημα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου το 1936, αρχικά με τη μορφή στρατιωτικού κινήματος στη Θέουτα και τη Μελίγια, τις ισπανικές κτήσεις στην αφρικανική ακτή.

Ο εμφύλιος πόλεμος, που διάρκεσε 2 χρόνια και 8 μήνες, είναι ένα από τα σημαντικά γεγονότα του 20ού αιώνα και ίσως το πιο καθοριστικό χαρακτηριστικό του να είναι η πρωτοφανής διεθνής αλληλεγγύη που εκφράστηκε από αριστερούς και προοδευτικούς όλου του κόσμου προς την αριστερή κυβέρνηση της Ισπανίας, που έμεινε αβοήθητη από τις δυτικές δημοκρατίες, ενώ οι εθνικιστές κινηματίες είχαν την αφειδή υποστήριξη της χιτλερικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας.

Ο ισπανικός εμφύλιος έχει δώσει το έναυσμα για κάθε λογής έργα τέχνης, από μυθιστορήματα έως κινηματογραφικά έργα, αν και το γνωστότερο είναι μάλλον η Γκερνίκα, ο πίνακας του Πικάσο (που κάποτε τον λέγαμε Γκουέρνικα).

Ο Σοβιετικός λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ηλίας Έρενμπουργκ, που ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματά του («Άνθρωποι, χρόνια, ζωή») είχα παρουσιάσει πριν από δύο εβδομάδες, παρακολούθησε από πολύ κοντά τον ισπανικό εμφύλιο, όχι μόνο ως δημοσιογράφος αλλά και ως μέλος πολιτιστικού συνεργείου που είχε αποστολή να προβάλλει κινηματογραφικές ταινίες και να εμψυχώνει τους μαχητές. Στον τέταρτο τόμο των απομνημονευμάτων του αφιερώνει πολλά κεφάλαια στις εμπειρίες του από την Ισπανία. Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα μάλλον εκτενές κεφάλαιο, το 19ο, αφιερωμένο στους Ισπανούς αναρχικούς, οι οποίοι έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στον ισπανικό εμφύλιο. Στην Ισπανία οι αναρχικοί βρέθηκαν, κατά κάποιο τρόπο, σε ορισμένες περιοχές, στην εξουσία, για πρώτη και μοναδική ως τώρα φορά. (Παλιότερα είχε θεωρηθεί οξύμωρο να υπάρχει «αναρχικός βουλευτής» -ο Βαγγέλης Διαμαντόπουλος- αλλά στην Ισπανία υπήρξαν και αναρχικοί υπουργοί).

Επειδή το κεφάλαιο που δημοσιεύω είναι εκτενές, το άφησα χωρίς υπομνηματισμό -θα έπρεπε να γράψω πάρα πολλά. Σημειώνω μόνο ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, που έχει κάνει την (αριστουργηματική) μετάφραση του «Άνθρωποι, χρόνια, ζωή» επέλεξε -και πολύ σωστά για την εποχή- να αποφύγει τους λατινικούς χαρακτήρες, κι έτσι ΣΝΤ-ΦΑΙ είναι η CNT-FAI, η ισπανική αναρχοσυνδικαλιστική ομοσπονδία, ενώ ΠΣΟΥΚ το PSUC, το Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλωνίας (όπου συμμετείχαν και οι κομμουνιστές).

Επίσης, ο Αλεξάνδρου επέλεξε να αποδώσει «ελεύθερο κομμουνισμό» τον communismo libertario των αναρχικών. Σήμερα θα λέγαμε «ελευθεριακό κομμουνισμό» θαρρώ.

19

Εσείς στη Ρωσία έχετε πραγματικά κράτος, εμείς όμως είμαστε υπέρ της ελευθερίας — μου είπε ο σκοπός με το μαυροκόκκινο πουκάμισο, μελετώντας την άδεια διελεύσεώς μου, — θέλουμε να εγκαθιδρύσουμε ελεύθερο κομμουνισμό».

«Κομμουνίζμο λιμπερτάριο» — οι λέξεις αυτές αντηχούν ως τα σήμερα στ’ αυτιά μου: τόσες φορές τις άκουσα σαν πρόκληση, σαν όρκο.

Θέλοντας να εξηγήσουν την ανεξήγητη ώρες ώρες συμπερι­φορά των αναρχικών, ορισμένοι φτάσανε να πουν πως οι φάλαγγές τους αποτελούνται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από λη­στές. Δε χωράει αμφιβολία πως στις γραμμές των αναρχικών εί­χαν εισχωρήσει και κοινοί μαχαιροβγάλτες, υπότροποι κλέφτες, γιατί το κόμμα που κατέχει την εξουσία πάντα προσελκύει στις τάξεις του όχι μόνο τους τίμιους, μα και τους καταφερτζήδες· και την εποχή εκείνη, ο πάσα ένας μπορούσε κάλλιστα να δηλώσει πως είναι αναρχικός. Τον Σεπτέμβριο του 1936, όταν ήμουνα στην Βαλένθια, κατέφθασαν εκεί καμιά εκατοσταριά εθελοντές από την αναρχική «Σιδερένια φάλαγγα», που δρούσε στον τομέα του Τερουέλ. Οι αναρχικοί είπανε πως χάσανε στη μάχη τον διοικη­τή τους και δεν ξέρουν τι να κάνουν. Στη Βαλένθια βρήκαν δου­λειά — κάψανε τα αρχεία του δικαστηρίου και επιχείρησαν να μπουν στη φυλακή για να ελευθερώσουν τους βαρυποινίτες, που ανάμεσά τους υπήρχαν σίγουρα και φίλοι τους.

Ωστόσο, η ουσία δεν ήταν οι βαρυποινίτες. Το φθινόπωρο του 1936, τα τρία τέταρτα των εργατών της Καταλωνίας ανήκανε στην ΣΝΤ. Οι καθοδηγητές της ΣΝΤ και της ΦΑΙ ήταν εργάτες και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων τίμιοι άνθρωποι. Το κακό ήταν που ενώ καταδικάζανε τον δογματισμό, ήταν κι οι ίδιοι πρα­γματικοί δογματιστές και προσπαθούσαν να φέρουν τη ζωή στα μέτρα των θεωριών τους.

Οι πιο έξυπνοι ανάμεσά τους, βλέπανε το χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στις γοητευτικές μπροσούρες και στην πραγματικότητα· βρισκόντουσαν στην ανάγκη — κάτω απ’ τις βόμβες και τις οβί­δες — να αναθεωρούν τις απόψεις που χτες ακόμα τους φαινόν­τουσαν αναντίρρητες αλήθειες.

Τον Ντουρούτι τον γνώρισα το 1931 και μου άρεσε απ’ την πρώτη στιγμή. Κανένας συγγραφέας δε θα το αποφάσιζε να τον περιγράφει — η ζωή του έμοιαζε υπερβολικά με περιπετειώδες μυθιστόρημα. Εργάτης – μεταλλουργός, δόθηκε από πολύ νέος στον επαναστατικό αγώνα, πολέμησε στα οδοφράγματα, πέταγε μπόμπες, λήστευε τράπεζες, απήγαγε δικαστές, καταδικάστηκε τρεις φορές σέ θάνατο — στην Ισπανία, στη Χιλή και στην Αρ­γεντινή, γνώρισε δεκάδες φυλακών· οκτώ χώρες τον απελάσανε η μια μετά την άλλη. Όταν τον Ιούλιο οι κινηματίες αποπειράθηκαν να καταλάβουν τη Βαρκελώνη, ο Ντουρούτι οδήγησε εναν­τίον τους τους εργάτες της ΣΝΤ.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου ή στα τέλη Αύγουστου, πήγα με τον Κάρμεν και τον Μακασέγιεβ στον σταθμό διοικήσεως του Ντουρούτι. Την εποχή εκείνη ονειρευότανε να κυριέψει τη Σαραγκόσα. Ο σταθμός διοικήσεως βρισκότανε στην όχθη του ποταμού Έβρου. Είχα πει στους συνταξιδιώτες μου πως ο Ντουρούτι είναι γνωστός μου κι αυτοί περίμεναν εγκάρδια υποδοχή. Ο Ντουρούτι όμως έβγαλε απ’ την τσέπη του το περίστροφο και είπε πως θα με καθαρίσει επί τόπου, επειδή στο άρθρο μου για την εξέγερση της Αστουρίας είχα συκοφαντήσει τους αναρχι­κούς. Το ’λεγε σοβαρά· δεν ήτανε λογάς. «Όπως νομίζεις, — του απάντησα, — θα ήθελα μόνο να παρατηρήσω πως έχεις πολύ πα­ράξενη αντίληψη για τον νόμο της φιλοξενίας…» Φυσικά, ο Ντουρούτι ήταν αναρχικός και μάλιστα πολύ ευέξαπτος, ήταν όμως και Ισπανός και βρέθηκε σε αμηχανία: «Πάει καλά, τώρα είσαι φιλοξενούμενός μου, για το άρθρο σου όμως θα πληρωθείς όπως σου πρέπει. Όχι εδώ. Στη Βαρκελώνη…»

Μια και σύμφωνα με τον περί φιλοξενίας νόμο δεν μπορούσε να με σκοτώσει, άρχισε να βρίζει και να βλαστημάει· φώναζε πως η Σοβιετική Ένωση δεν είναι ελεύθερη κομμούνα, μα το πιο κρατικό απ’ όλα τα κράτη, μ’ ένα σωρό γραφειοκράτες και δεν είναι τυχαίο που τον απελάσανε απ’ τη Μόσχα.

Ο Κάρμεν και ο Μακασέγιεβ κατάλαβαν πως τα πράγματα δεν πάνε καλά — τι χρείαν διερμηνέως είχανε αφού είδανε τον άλλον να βγάζει στα καλά καθούμενα το περίστροφο; Όμως, μια ώρα αργότερα τους είπα: «Όλα ταχτοποιήθηκαν, μας καλεί να φάμε μαζί το βράδυ».

Στα τραπεζάκια καθόντουσαν οι εθελοντές, μερικοί με μαυροκόκκινα πουκάμισα, άλλοι με μπλε φόρμες, όλοι με τεράστια πε­ρίστροφα, τρώγανε, πίνανε, γελάγανε· κανείς δεν πρόσεχε ούτε εμάς, ούτε τον Ντουρούτι. Ένας εθελοντής σερβίριζε το φαΐ, έφερνε τις κανάτες με το κρασί· έβαλε δίπλα στο πιάτο του Ντουρούτι ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό. Θέλησα ν’ αστειευτώ και του είπα: «Λες πως έχετε απόλυτη ισότητα, μα να που όλοι οι άλλοι πίνουνε κρασί και μόνο εσένα σου φέρανε μεταλλικό νερό». Μου ήταν αδύνατο να φανταστώ πως ο Ντουρούτι θα αντιδροϋσε όπως αντέδρασε. Πετάχτηκε απάνω κι έβαλε τις φωνές: «Πάρτε το από δω! Δώστε μου νερό απ’ το πηγάδι!» Ύστερα άρ­χισε να δικαιολογείται. «Δεν τους το ζήτησα εγώ. Ξέρουν πως δεν κάνει να πιω κρασί και κάπου βρήκαν ένα κιβώτιο μεταλλι­κό νερό. Φυσικά, αυτό είναι απαράδεκτο, έχεις δίκιο…» Συνε­χίσαμε σιωπηλοί το φαγητό μας. Σε μια στιγμή, ο Ντουρούτι είπε: «Είναι δύσκολο να τ’ αλλάξεις όλα μονομιάς. Άλλο οι αρ­χές κι άλλο η ζωή…»

Τη νύχτα, ο Ντουρούτι πήγε να επιθεωρήσει τις θέσεις του μετώπου και μάς πήρε μαζί του. Πέρναγε μια φάλαγγα φορτη­γών αυτοκινήτων και γινότανε μεγάλη φασαρία. «Γιατί δε με ρω­τάς τι τα θέλω τόσα φορτηγά;» — μου είπε ο Ντουρούτι. Του απάντησα πως δεν είναι δουλειά μου να μαθαίνω τα πολεμικά μυ­στικά. Έβαλε τα γέλια. «Δεν είναι καθόλου μυστικό, όλοι το ξέρουν πως αύριο το πρωί θα διαβούμε τον Έβρο!…» Λίγα λε­πτά αργότερα, συνέχισε: «Και δε με ρωτάς γιατί αποφάσισα να περάσω τον ποταμό;» «Σίγουρα αυτό είναι το σωστό, — απάν­τησα, — εσύ ξέρεις καλύτερα, μια και διοικείς τη φάλαγγα». Ο Ντουρούτι ξαναγέλασε: «Δεν είναι θέμα στρατηγικής. Χτες ήρ­θε εδώ ένας πιτσιρίκος καμιά δεκαριά χρόνων απ’ τη φασιστική περιοχή και μάς ρώτησε: «Τι περιμένετε και δεν κάνετε επίθεση; Στο χωριό μας όλοι απορούν και λένε: έχει γούστο να δείλιασε κι ο Ντουρούτι!» Για να τα λέει αυτά ένα παιδί, σημαίνει πως όλος ο λαός τα ίδια σκέφτεται. Πάει να πει, πρέπει να επιτεθούμε. Όσο για τη στρατηγική, θα προσαρμοστεί κι αυτή στη νέα κα­τάσταση…» Κοίταξα το εύθυμο πρόσωπό του και σκέφτηκα: και συ παιδί είσαι.

Αργότερα, έτυχε να επισκεφτώ αρκετές φορές τον Ντουρ­ούτι στον τομέα του. Η φάλαγγά του αριθμούσε δέκα χιλιάδες μαχητές. Ο Ντουρούτι εξακολουθούσε να πιστεύει ακράδαντα στις ιδέες του, δεν ήτανε όμως δογματικός και βρισκότανε στην ανάγκη να συμβιβάζεται, κάθε μέρα σχεδόν, με την πραγματικό­τητα. Πρώτος αυτός απ’ όλους τους αναρχικούς, κατάλαβε πως δίχως πειθαρχία δε γίνεται πόλεμος· έλεγε πικραμένος: «Ο πό­λεμος είναι γουρουνιά, δε γκρεμίζει μόνο τα σπίτια, μα και τις υψηλότερες αρχές». Αυτό μου το είπε εμένα, δεν το ομολόγησε όμως στους εθελοντές του.

Μια μέρα, κάμποσοι μαχητές, παράτησαν ένα παρατηρητή­ριο και φύγανε. Τους βρήκανε στο πλησιέστερο χωριό, να κάθον­ται σε μια ταβέρνα και να πίνουν κρασί, λες και δεν έγινε τίποτα. Ο Ντουρούτι έγινε έξω φρενών: «Δεν το κόβει το νιονιό σας πως ντροπιάζετε την τιμή της φάλαγγας; Δώστε μου τις ταυτότη­τες της ΣΝΤ». Οι ένοχοι βγάλανε ήσυχα – ήσυχα απ’ τις τσέπες τις συνδικαλιστικές τους ταυτότητες· η στάση τους εξόργισε ακό­μα περισσότερο τον Ντουρούτι: «Δεν είσαστε αναρχικοί, είσαστε σκατά! θα σας διώξω απ’ τη φάλαγγα, θα σας στείλω σπίτια σας». Φαίνεται πως άλλο που δε θέλανε οι λεβέντες· αντί να διαμαρτυρηθούν, απάντησαν: «Κάνε όπως νομίζεις». «Τα ρούχα που φο­ράτε είναι τού λαού. Βγάλτε τα βρακιά σας!…» Οι εθελοντές γδυθήκανε χωρίς να βγάλουν τσιμουδιά. Ο Ντουρούτι έδωσε δια­ταγή να τους πάνε στη Βαρκελώνη μόνο με τα σώβρακα: «Να δει όλος ο κόσμος πως δεν είναι αναρχικοί, μα βρομερές κουρά­δες. . . »

Καταλάβαινε ότι μπροστά στον κίνδυνο του φασισμού δεν επιτρέπεται να καβγαδίζεις για αρχές· τάχτηκε υπέρ της συμφωνίας με τους κομμουνιστές, με το Εσκέρρα, έγραψε έναν χαιρετισμό στους Σοβιετούς εργάτες. Όταν οι φασίστες πλησιάσανε στη Μαδρίτη, είπε πως η θέση του είναι στον πιο επικίνδυνο τομέα: «Θα αποδείξουμε πως οι αναρχικοί ξέρουν να πολεμάνε…»

Κουβέντιασα μαζί του την παραμονή της αναχώρησής του για τη Μαδρίτη. Όπως πάντα, ήταν εύθυμος, πίστευε στη σύντομη νίκη, έλεγε: «Βλέπεις; Εσύ κι εγώ είμαστε φίλοι. Πάει να πει, μπορούμε να ενωθούμε. Πρέπει να ενωθούμε. Όταν νικήσουμε, βλέπουμε… Κάθε λαός έχει τον χαρακτήρα του, τις παραδόσεις του. Οι Ισπανοί δε μοιάζουν ούτε με τους Γάλλους, ούτε με τους Ρώσους. Κάποια λύση θα βρούμε… Τώρα όμως, το πρώτο και βασικό καθήκον μας είναι να εξοντώσουμε τους φασίστες…» Στο τέλος της συζήτησης, μου άνοιξε αναπάντεχα την καρδιά του: «Άλλα σκέφτουμαι κι άλλα κάνω, όχι από δειλία, μα από ανάγκη, ξέρεις τι θέλω να πω…» Απάντησα πως τον καταλαβαίνω· αποχαιρετώντας με, με χτύπησε κάνα – δυο φορές στην πλάτη με την παλάμη του, όπως το συνηθίζουν στην Ισπανία· ακόμα θυ­μάμαι τα μάτια του με κείνο το παράξενο μίγμα της ατσαλένιας θέλησης και της παιδιάστικης αμηχανίας.

Ο Ντουρούτι δεν έμεινε πολύ στο μέτωπο της Μαδρίτης· τον σκότωσαν στις 19 Νοεμβρίου 1936. Ο θάνατός του ήταν μεγάλο πλήγμα για όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις.

Ο Ντουρούτι δεν ήταν ο μόνος που κατάλαβε πως για να κερδηθεί η νίκη, έπρεπε να ξεχάσει την καθαρότητα των αναρ­χικών δογμάτων· πολλοί καθοδηγητές της ΣΝΤ — ΦΑΙ αναγκάστηκαν να βάλουν νερό στο κρασί τους. Ακόμα και ο παράφο­ρος Γκαρθία Ολιβέρ, που έλεγε πως έπρεπε να καταργήσουμε αμέσως το κράτος, έγινε υπουργός και άρχισε να εφαρμόζει με­ταρρυθμίσεις, που τις επικροτούσαν ομόφωνα οι φιλελεύθεροι συνά­δελφοί του: πήρε μέτρα εναντίον των κερδοσκόπων, διηύρυνε τα νομικά δικαιώματα των γυναικών, οργάνωσε στρατόπεδα εργασίας για τους φασίστες. Ο αναρχικός Λοπές ήταν υπουργός εμπορίου, ο Πέιρο υπουργός βιομηχανίας· κοντά στο νου, βρέθηκαν στην ανάγκη ν’ αφήσουν κατά μέρος τις ανεξάρτητες κομμούνες που σχεδίαζαν να οργανώσουν. Η υπουργός υγιεινής, η αναρχική Φρεντερίκα Μουσένι, μιλώντας σε ένα συλλαλητήριο, έφερε πολλά και διάφορα επιχειρήματα για να αποδείξει πως όπως η κυβέρ­νηση δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα δίχως τους αναρχικούς, έτσι κι οι αναρχικοί δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα δίχως την κυ­βέρνηση. Ωστόσο, οι καθοδηγητές της ΣΝΤ — ΦΑΙ δεν είχαν ούτε την ενεργητικότητα, ούτε το κύρος, ούτε τη σπάνια ψυχική αγνότητα του Ντουρούτι. Δεν ξέρω αν όλοι τους το θέλανε ειλικρινά να λογικεύσουν τους οπαδούς τους, δε χωράει αμφιβολία πως ορισμένοι το θέλανε, σπάνια όμως το κατάφερναν. Δεκάδες χιλιάδες γενναίων, δοκιμασμένων στις οδομαχίες εργατών, είχαν ανατραφεί με τις αναρχικές ιδέες και λαχτα­ρούσανε να δώσουν σάρκα και οστά σ’ αυτές τίς ιδέες. Εμείς με το φορτηγό μας δεν πηγαίναμε να επισκεφτούμε τους υπουργούς, μα το μέτωπο και τα μετόπισθεν της Αραγωνίας, όπου έλυναν κι έδεναν οι αναρχικοί — αυτοί που είχανε μείνει πιστοί στις αρχές τους. Μου έτυχε πολλές φορές να θυμηθώ την έκφραση που πρωτάκουσα κατά τον εμφύλιο πόλεμο στη χώρα μας — «κατά τόπους εξουσία». Αυτή την εξουσία τη γνώρισα καλά.

Δε θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες σχετικά με την στρατιωτική κατάσταση. Να τι έγραφα στον Β. Α. Αντόνοβ—Οβσέγιενκο στις 17 Νοεμβρίου 1936 (κι αυτό το γράμμα επίσης το φυλάξανε στο αρχείο): «Στα στρατιωτικά τμήματα του μετώπου της Αραγω­νίας επικρατεί τώρα μεγαλύτερη τάξη. Η αποτυχία της πρόσφα­της επίθεσης στην Ουέσκα δεν κατόρθωσε να κάμψει το ηθικό των μαχητών. Εδώ κι εκεί υπάρχουν χαρακώματα, αρκετά πρωτόγονα. Η ενιαία διοίκηση υφίσταται προς το παρόν μόνο στα χαρτιά. Τις τελευταίες μέρες βελτιώθηκε η σύνδεση· σχεδόν παντού, υπάρχει τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσά στις θέσεις της πρώτης γραμμής και στο επιτελείο. Δεδομένου ότι ο Ντουρούτι βρίσκεται στη Μαδρίτη, η φάλαγγά του έχασε τα πενήντα τοις εκατό της μαχητικότητάς της. Στις άλλες αναρχικές φάλαγγες, τα πράγματα πάνε πολύ πιο άσχημα, ιδιαίτερα στη «Μαυροκόκκινη» και στη φάλαγγα «Όρτίς». Η μεραρχία «Καρλ Μαρξ», σε σύγκριση με τις άλλες μονάδες, παραμένει υποδειγματική… ο εφοδιασμός έχει τα χάλια του. Το τάγμα που βρίσκεται νοτιοανατολικώς της Ουέσκα, στο Πομπενίλιο, έχει δυο πολυβόλα, όλα κι όλα· και τα δυο, μόλις ρίξουν δυο ταινίες, παθαίνουν εμπλοκές και για να τα επιδιορθώσουν, τα κουβαλάνε στα μετόπισθεν — 50 χιλιόμετρα μακριά απ’ την πρώτη γραμμή. Τα βλήματα είναι λιγοστά. Οι χειροβομβίδες κακής ποιότητας. Παρ’ όλα αυτά, η αγωνιστική διάθεση είναι μάλλον αξιόλογη…»

Ένα μήνα πριν, η εικόνα ήταν ακόμα ζοφερότερη. Μια μέρα, έτυχε να παραστώ στο πολεμικό συμβούλιο των διοικητών μιας αναρχικής φάλαγγας. Μου είπανε πως θα συζητούσαν ένα σπουδαίο πρόβλημα: πως θα καταλάβουν την Ουέσκα. Στο τραπέζι ήταν ανοιγμένος ένας μεγάλος χάρτης· ωστόσο, κανείς δεν τον συμβουλευότανε. Καθόντουσαν εκεί μια ολόκληρη ώρα και συζητάγανε ένα σπουδαίο νέο: στη Βαρκελώνη βγάλανε απ’ το κτίριο του δικαστηρίου την μαυροκόκκινη σημαία. «Αυτό είναι πρόκληση, — φώναζε ένας διοικητής — πρέπει να στείλουμε αμέσως μια εκατονταρχία στη Βαρκελώνη! Βρισκόμαστε στο μέ­τωπο και οι μπουρζουάδες επωφελούνται από την απουσία μας και οι μαρξιστές τους σεγκοντάρουν!…» Ένας ηλικιωμένος άν­τρας με στρατιωτικό παρουσιαστικό προσείλκυσε την προσοχή μου. Όσο γινόταν η συζήτηση για την εκστρατεία εναντίον της Βαρκελώνης, σώπαινε· άρχισε να μιλάει μόνο όταν κάποιος αναρχικός είπε ξαφνικά: «Καλά όλα αυτά, τι θα κάνουμε όμως με την Ουέσκα;…» Ο σιωπηλός στρατιωτικός, που τον λέγανε Χιμένεθ, άρχισε να εξηγεί το σχέδιο της επιχειρήσεως. Έδειχνε με το δάχτυλο πάνω στο χάρτη· οι άλλοι δεν κοίταζαν. Κάποιος επιχείρησε να φέρει αντίρρηση: «Δε θα ’ταν προτιμότερο να επιτεθούμε κατά μέτωπο;…» Τον βάλανε στη θέση του: «Ο Χιμένεθ ξέρει πιο πολλά από σένα…»

Όταν τέλειωσε το συμβούλιο, ο Χιμένεθ με πλησίασε και συστήθηκε : «Συνταγματάρχης Γκλινογιέντσκι». Θυμόμουνα το όνομα: όταν ήμουν στο Παρίσι, με παρακάλεσαν να ειδοποιήσω την ισπανική πρεσβεία, πως ο συνταγματάρχης Γκλινογιέντσκι— ρώσος εμιγκρές, μέλος του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος, έμπειρος αξιωματικός τού πυροβολικού — θέλει να πολεμήσει πα­ρά το πλευρό των δημοκρατικών.

Είχα ακουστά πως στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, ο συνταγματάρχης Β. Κ. Γκλινογιέντσκι είχε τάχατες πολεμήσει στον τομέα της Ούφα εναντίον του Τσαπάγιεβ. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια — ο Γκλινογιέντσκι δε μου μίλησε ποτέ για το παρελ­θόν του· ξέρω μόνο πως ήταν αξιωματικός των λευκών και στο Παρίσι έγινε εργάτης. Στη Βαρκελώνη έφτασε απ’ τους πρώτους, δεν υπήρχαν ακόμα διεθνείς ταξιαρχίες. Βρέθηκε σ’ ένα τάγμα του «Τσαπάγιεβ». Εκεί, οι στρατιωτικές του γνώσεις έκαναν με­γάλη εντύπωση στους λίγους Ισπανούς αξιωματικούς, που είχαν μείνει πιστοί στην κυβέρνηση. Ύστερα από λίγο, τον μεταθέσανε στο επιτελείο της φάλαγγας.

Ήταν πολύ συμπαθητικός, τολμηρός, απαιτητικός, μα και ήπιος. Είχε περάσει ένα δύσκολο δρόμο, αυτό τον βοηθούσε ν’ αντιμετωπίζει με υπομονή και ανεκτικότητα τις πλάνες των άλλων. Επέμενε στο μίνιμουμ εκείνο της πειθαρχίας, που δίχως της ή­ταν αδύνατο να κρατηθούν οι κατακτημένες θέσεις. Οι αναρχικοί, δυο φορές ήταν έτοιμοι να τον τουφεκίσουν, επειδή «επανέφερε κανονισμούς του παρελθόντος», δεν τον τουφέκισαν όμως — είχαν δεθεί στενά μαζί του, νιώθανε πως μπορούν να του ’χουν εμπιστοσύνη. Ο Γκλινογιέντσκι μου ’λεγε: «Γίνονται πράγματα άνω ποτα­μών! Μα τι να τους πεις και πώς να τους φερθείς; Είναι παιδιά! Άμα τους βρει η συμφορά, θα βάλουν γνώση…»

Οι αναρχικοί ήταν σίγουροι πως ο Χιμένεθ είχε έρθει από τη Μόσχα και το αρνιέται για να μην προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο. Αν μάθαιναν πως ήταν κάποτε λευκός, θα τον τουφέκιζαν την ίδια στιγμή. Τον Νοέμβριο έφτασαν στην Καταλωνία αρκετοί στρατιωτικοί — πράγματι απ’ τη Μόσχα τούτη τη φορά — και όλοι τους λέγανε στους Ισπανούς πως ο συνταγματάρχης Χιμένεθ είναι Σοβιετός διοικητής. Αποκτούσε όλο και μεγαλύτερο κύ­ρος, έγινε σύμβουλος του μετώπου της Αραγωνίας. Οι Ισπανοί τηρούσαν με ευλάβεια τους συνωμοτικούς κανόνες και ονομάζανε τους Σοβιετούς στρατιωτικούς «Μεξικάνους» ή «γκαλιέγκος» (κάτοικους της Γαλικίας) Θυμάμαι με τι περηφάνεια λέγανε οι αναρχικοί: «Ο γκαλιέγκο μας, παρ’ όλο που είναι μαρξιστής, αποδείχτηκε παλικάρι από τα λίγα…»

Όντας μέλος του πολεμικού συμβουλίου του μετώπου της Αραγωνίας, ο συνταγματάρχης Χιμένεθ καθόταν μια μέρα μαζί μου και με ρώταγε για τη Ρωσία, ξαναφέρνοντας στη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια. Του είπα: «Άμα τελειώσει ο πόλεμος, θα μπορέσετε να γυρίσετε στην πατρίδα…» Κούνησε το κεφάλι του: «Μπα, τώρα στα γεράματα; Να βρεθώ στην πατρίδα και να διαπιστώσω πως είμαι ξένος… Τι χειρότερο θα μπορούσε να μου τύχει;…» Έμεινε για λίγο σιωπηλός κι άρχισε να μιλάει για την κατάσταση στο μέτωπο.

Κατά την τελευταία μας συνάντηση, μου φάνηκε πολύ κου­ρασμένος. Μου ’τυχε να δω πολλές φορές στον πόλεμο ανθρώπους, που η κούραση τους έκανε απρόσεχτους· λες και τους τράβαγε ο θάνατος. Παρ’ όλο που ήταν μέλος του πολεμικού συμβουλίου και διοικητής του πυροβολικού σ’ όλο το μέτωπο, ο Γκλινογιέντσκι πήγε με καμιά δεκαριά μαχητές σε μια ανιχνευτική επιχείρηση. Τραυματίστηκε θανάσιμα. Η νοσοκόμα μού αφηγήθηκε πως στο πρόχειρο χειρουργείο, όπου τον μεταφέρανε, κάτι έλεγε ρω­σικά, μα κανείς δεν μπορούσε να τον καταλάβει.

Όλη η Βαρκελώνη τίμησε την κηδεία του συνταγματάρχη Χιμένεθ. Πίσω απ’ το φέρετρο βάδιζαν ο Κομπανίς, ο Αντόνοβ – Οβσέγιενκο, αντιπρόσωποι της κυβέρνησης, του στρατού, όλων των πολιτικών κομμάτων. Οι αναρχικοί κρατάγανε ένα στεφάνι με μια μαυροκόκκινη ταινία: «Στον αγαπημένο σύντροφο Χιμένεθ».

Ο Γκλινογιέντσκι είχε δίκιο: κουβεντιάζοντας με τους αναρχικούς — άσχετα αν ήταν καθοδηγητές σαν τον Ντουρούτι, τον Βασκές, τον Γκαρθία Ολιβέρ ή απλοί εθελοντές στον τομέα της Ουέσκα — μου ’ρχόταν να δακρύσω απ’ τη συγκίνηση, μα και να ξεφωνίσω απ’ το θυμό μου: Ήταν παιδιά, σωστότερα δε θα μπο­ρούσες να τους χαρακτηρίσεις, αν κι ορισμένοι είχανε ψαρά μαλ­λιά και φυσικά, όλοι τους κρατάγανε όπλα.

Τούς αναρχικούς τους γνώρισα κατά βάθος στο μέτωπο της Αραγωνίας, όταν προβάλλαμε στα χωριά τίς ταινίες μας, τυπώ­ναμε εφημερίδες, τρώγαμε στα εστιατόρια των κοινοβίων τους, διανυκτερεύαμε άλλοτε στους σταθμούς διοικήσεως, άλλοτε σε λεηλατημένα σπίτια ιερέων, όπου στεγάζονταν ο! τοπικές επιτροπές κι άλλοτε στις καλύβες των χωρικών.

Μου ’τυχε να περάσω πολλές φορές απ’ τον ίδιο δρόμο, πηγαίνοντας απ’ τη Βαρκελώνη στο μέτωπο, διαβαίνοντας απ’ τις ίδιες καταλανικές πολιτείες —την Ιγκουαλάντα, την Ταρέγκα, τη Λερίντα. Στην Ταρέγκα υπήρχε ένα καφενείο με την επιγραφή: «Το μπαρ του Κροπότκιν»· εκεί, οι θαμώνες συζητάγανε την πολιτική του Κομπανίς, την οργάνωση ερασιτεχνικών παρα­στάσεων, τα οικογενειακά σκάνδαλα. Η Καταλωνία φαινότανε σμαραγδένια — με τ’ αμπέλια της, τους κήπους της, τα περιβό­λια της, — κάθε κομμάτι γης είχε καλλιεργηθεί με αγάπη. Τα χωριά θυμίζανε πόλεις: παντού υπήρχαν καφενεία, λέσχες, στους δρόμους έκαναν τον περίπατό τους κομψοντυμένες κοπέλες. Και ξαφνικά, όλα αλλάζανε: έμπαινες στην κοκκινωπή, βραχώδη έ­ρημο της Αραγωνίας. Εδώ, σπάνια έβλεπες τρία η τέσσερα σκο­νισμένα λιόδεντρα. Το καλοκαίρι έκανε αφόρητη ζέστη, το χει­μώνα πνέανε παγωμένοι άνεμοι. Στον άδειο δρόμο με τις πολ­λές στροφές, συναντούσες πού και πού κανέναν χωριάτη πάνω στο μικρό γαϊδουράκι του. Οι πεινασμένες κατσίκες ψάχναν το λίγο χορτάρι που είχε κρυφτεί ανάμεσα στις πέτρες — να προφυλαχτεί απ’ τον καυτό ήλιο. Τα χωριά ήταν χτισμένα στις πλαγιές των γυμνών βουνών· τα σπίτια είχαν το ίδιο χρώμα με τα βουνά. Περνώντας απ’ τη δημοσιά, έβλεπες τοίχους δίχως παρά­θυρα, έτσι που νόμιζες πως οι κάτοικοι παρατήσαν τα χωριά και φύγανε.

Στην Καταλωνία, οι άναρχικοί δεν είχαν απόλυτη ελευθερία δράσεως — όχι γιατί τους εμπόδιζαν οι νόμοι της Ζενεραλιτέ, οΰτε γιατί τους έφερναν εμπόδια το Εσκέρρα και το ΠΣΟΥΚ, μα επειδή το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού ήταν αρκετά υψηλό: οι καταλανοί ευημερούσαν και οι αναρχικοί δεν το αποφάσιζαν πάντα να τα βάλουν με τη στρωμένη ζωή. Η πάμφτωχη, καθυστε­ρημένη Αραγωνία άνοιγε μπροστά στους εμπνευστές της ΣΝΤ—ΦΑΙ απεριόριστες δυνατότητες. Είχαν έρθει εδώ για να απελευ­θερώσουν απ’ τους φασίστες τη Σαραγκόσα, την Ουέσκα, το Τερουέλ. Μα ο πόλεμος τρενάριζε, το μέτωπο έμενε σχεδόν αμετα­κίνητο, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των αναρχικών να προελάσουν. Βρέθηκαν εξημμένες κεφαλές, που αποφάσισαν να με­ταβάλουν τα μετόπισθεν, τις πολίχνες και τα χωριά της Αραγωνίας, σε παράδεισο του «ελεύθερου κομμουνισμού».

Οι αγρότες της Αραγωνίας, που δεν είδανε ποτέ στον ή­λιο μοίρα, δεν είχαν να χάσουν τίποτα και δεχτήκανε να οργα­νωθούν στις αγροτικές «κομμούνες». Οι αναρχικοί εφαρμόσανε την αρχή της κοινοκτημοσύνης στα πάντα, ακόμα και στις κό­τες. Σε πολλά χωριά, πήραν απ’ τους αγρότες τα χρήματα, σε ορισμένα μάλιστα τα κάψανε. Άρχισαν να μοιράζουν τρόφιμα με το δελτίο. Είδα αγροτικές επιτροπές, που αδιαφορώντας για το μέλλον, ανταλλάξανε μερικά βαγόνια στάρι με καφέ, ζάχαρη και παπούτσια. Σ’ ένα χωριό, ρώτησα τον πρόεδρο της επιτρο­πής, τι θα κάνουν τον Γενάρη, όταν θα τους σωθούν τα αποθέματα του σταριού. Έβαλε τα γέλια: «Μέχρι τότε θα ’χουμε τσα­κίσει τους φασίστες…»

Σέ μερικά χωριά οι αναρχικοί αποφάσισαν να δίνουν στον γιατρό και στο δάσκαλο ζάχαρη, καρύδια και μύγδαλα — είχαν διαβάσει στην εφημερίδα πως οι τροφές αυτές είναι απαραίτητες για τους διανοητικώς εργαζομένους. Υπήρχαν και χωριά όπου οι διανοούμενοι αποκλείστηκαν από τις διανομές, γιατί θεωρηθήκανε παράσιτα. Στο χωριό Σέσα, πήρανε το γαϊδουράκι του γιατρού κι έτσι δεν μπορούσε πια να φροντίσει τους άρρωστους στα γειτονικά χωριουδάκια· στο φαρμακείο δεν υπήρχαν φάρ­μακα· η επιτροπή έλεγε πως «η φύση γιατρεύει καλύτερα απ’ τους γιατρούς…»

Στην πόλη Φράγκα, που είχε δέκα χιλιάδες πληθυσμό, οι αναρχικοί κατασχέσανε τα χρήματα και δώσανε στους κατοίκους βιβλιάρια, με το δικαίωμα να αγοράζουν κάθε βδομάδα εμπορεύματα αξίας τόσων πεσετών. Τα καφενεία ήταν ανοιχτά, δε σερ­βίρανε τίποτα όμως, μπορούσες μόνο να κάτσεις και να φύγεις.

Ένας γιατρός μου είπε πως ήθελε να παραγγείλει από τη Βαρκελώνη ένα ιατρικό βιβλίο· ο πρόεδρος της επιτροπής του απάντησε: «Αν αποδείξεις πως το βιβλίο είναι χρήσιμο, θα το τυπώ­σουμε εμείς· έχουμε δικό μας τυπογραφείο. Με τη Βαρκελώνη όμως δεν έχουμε εμπορικές σχέσεις…» Στην πόλη Πίνα, καταργήσανε τα χρήματα και καθιερώσανε ένα πολυπλοκότατο σύστη­μα δελτίων· υπήρχαν δελτία που σου δίνανε το δικαίωμα να κου­ρευτείς και να ξουριστείς. Πολλά μέλη των επιτροπών ήταν άν­θρωποι ειλικρινείς και ενθουσιώδεις, οι οικονομικές τους γνώ­σεις όμως ήταν μάλλον ανεπαρκείς. Στο μεγάλο χωριό Μεμπρίλια (στη Λα Μάντσα) οι αναρχικοί, έχοντας καταργήσει τα χρήματα, κατέστησαν γνωστόν στον πληθυσμό, ότι κάθε οικογένεια αποτελείται κατά μέσον όρο από τεσσερισήμισι μέλη και συνεπώς, για να απλουστευτεί το σύστημα διανομής, θα παίρνει τρόφιμα για τεσσερισήμισι άτομα.

Σέ μια πολίχνη της Αραγωνίας, η επιτροπή αποφάσισε να ξηλώσει τη σιδηροδρομική γραμμή, με το αιτιολογικό ότι οι κά­τοικοι την χρησιμοποιούν σπανίως και ότι ο καπνός των ατμομη­χανών μολύνει την ατμόσφαιρα. Οι αναρχικοί που πολεμούσαν στο μέτωπο, ανησύχησαν όταν το πληροφορήθηκαν: πώς θα μεταφερόντουσαν τα πυρομαχικά και τα τρόφιμα στον τομέα τους; Οι γραμμές μείνανε στη θέση τους.

Δίναμε τις κινηματογραφικές μας παραστάσεις και σε πλα­τείες — ένας άσπρος τοίχος χρησίμευε για οθόνη — και σε καμιά εκκλησία που σώθηκε σαν από θαύμα και σε εστιατόρια. Οι αναρχικοί λατρεύανε τον Τσαπάγιεβ. Μετά την πρώτη βραδιά, κόψαμε το τέλος του φιλμ: οι νεαροί μαχητές δεν μπορούσαν να παραδεχτούν τον θάνατο του Τσαπάγιεβ, λέγανε: «Ποιος ο λό­γος λοιπόν να πολεμάμε, αφού οι καλύτεροι χάνονται;…» Η Στέφα μετέφραζε τους διαλόγους· πού και πού, οι θεατές την διακόπτανε φωνάζοντας: «Ζήτω ο Τσαπάγιεβ!» Θυμάμαι πως μια φορά, ένας αναρχικός φώναξε: «Κάτω ο κομισάριος!» και όλοι χειροκρότησαν. Κατάλαβα γι’ άλλη μια φορά πως η τέχνη απευ­θύνεται κατά κύριο λόγο στην καρδιά: στο φιλμ ο Τσαπάγιεβ εί­ναι ο ήρωας και ο Φουρμάνοβ ο ορθολογιστής.

Πάντως, το φιλμ έφερνε ενίοτε και πρακτικά αποτελέσματα: σ’ ένα τμήμα, μετά την παράσταση, αποφάσισαν να είναι από δω και πέρα προσεχτικότεροι, να βγάζουν τη νύχτα σκοπιές.

Οι αγρότες παρακολουθούσαν τον Τσαπάγιεβ με άλλα μά­τια. Ερχόντουσαν συχνά μετά την παράσταση και μου λέγανε πως ευχαριστούν τον Ρώσο κομισάριο επειδή απαγόρευσε να κα­τασχεθούν τα γουρούνια, με παρακαλούσαν να του γράψω για τα απαράδεκτα πράγματα που γίνονται στο χωριό τους — γι’ αυτούς το φιλμ ήτανε ντοκιμαντέρ, ήτανε σίγουροι πως ο Τσαπάγιεβ και ο Φουρμάνοβ ζούνε ακόμα στη Μόσχα.

Παρακολουθώντας το φιλμ «Εμείς απ’ την Κροστάνδη», οι εθελοντές αντιδρούσαν με τον τρόπο τους. Όταν ο ναύτης με την πέτρα στο λαιμό, πέταγε την κιθάρα στη θάλασσα, αντηχού­σανε γέλια — οι θεατές δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως οι λευ­κοί θα ρίχνανε τους ναυτικούς στα κύματα. Όταν ανέβαινε στην επιφάνεια ο μόνος που γλίτωσε, οι μαχητές γελάγανε επιδοκιμαστικά: το ξέρανε από πριν πως θα σωθεί και περίμεναν πότε επιτέλους θα βγουν και οι υπόλοιποι. Ήταν κι αυτό ένα σημάδι της ανεμελιάς, που οι Καταλανοί δεν την είχαν χάσει ακόμα το φθινόπωρο του 1936. (Περιέγραψα τίς παραπάνω αντιδράσεις των Ισπανών σ’ ένα άρθρο μου για την «Ιζβέστια» και έφαγα μια γερή κατσάδα από τον τότε καθοδηγητή της Ένωσης των συγγραφέων Στάβσκι: «Αν ο μικροαστός γελάει, χρέος σας βέ­βαια να το αναφέρετε. Όμως, είναι ποτέ δυνατόν να γελάσουν οι προλετάριοι, βλέποντας ένα τέτοιο φιλμ;»)

Στις εφημερίδες που τυπώναμε για τις αναρχικές φάλαγγες, προσπαθούσαμε — χωρίς να ασκούμε πολεμική εναντίον των αρ­χών της ΣΝΤ και της ΦΑΙ — να εξηγήσουμε βάσει ζωντανών παραδειγμάτων, πόσο μεγάλη σημασία έχει ο συντονισμός της δράσης της φάλαγγας με τα άλλα τμήματα, η εκτέλεση των δια­ταγών του διοικητή, η μη εγκατάλειψη των θέσεων με την ελ­πίδα πως ο αντίπαλος θα παραμείνει αδρανής κ.τ.λ.

Οι αναρχικοί δεν αναγνωρίζανε τίς φυλακές, λέγανε πως δεν επιτρέπεται να στερήσεις την ελευθερία του ανθρώπου· πρέ­πει να τον πείσεις· δεν ήταν όμως ούτε τολστοϊστές, ούτε πασιφιστές κι όταν βλέπανε πως ένας άνθρωπος δεν εννοεί να πει­στεί, τον στήνανε ενίοτε στον τοίχο. Σ’ ένα χωριό τουφεκίσανε κάποιο χωρικό που άλλαζε το κουπόνι του κουρείου με καφέ ή ζάχαρη. Δεν κρατήθηκα και τους έβαλα τίς φωνές, οπότε ένας αναρχικός μου απάντησε σοβαρά: «Αφού δεν ξέρεις πώς γίνανε τα πράματα. Βάλαμε τα δυνατά μας να τον πείσουμε, τρεις μήνες κουβεντιάζαμε μαζί του, αυτός όμως συνέχιζε τίς λοβιτούρες του. Δεν ήταν άνθρωπος αυτός, ήταν μαυραγορίτης!…»

Μου είπανε πως στην πόλη Μπαρμπάστρο, οι αναρχικοί κλεί­σανε τον οίκο ανοχής, βγάλανε κάμποσους λόγους, τονίζοντας πως

οι γυναίκες από δω κι εμπρός είναι ελεύθερες και πρέπει να ασχοληθούν με χρήσιμη εργασία: να ράβουν πουκάμισα για τους μαχητές. Μια ηλικιωμένη πόρνη τα ’βαλε μ’ έναν αναρχικό: «Δεκαπέντε χρόνια δουλεύω δω χάμου και τώρα εσύ με πετάς στο δρόμο!…» Οι αναρχικοί καθίσαν και το συζητήσανε αν άξιζε τον κόπο να την μεταπείσουν· τελικά, βρέθηκε κάποιος που ανέλαβε να της κάνει τον δάσκαλο. Μπορεί να επρόκειτο για επινοημένο ανέκδοτο· ήταν ωστόσο μια ιστορία που δεν της έλειπε η αληθοφάνεια.

Έχοντας περιγράψει στον Β. A. Αντόνοβ – Οβσέγιενκο το πώς εμφυτεύουν οι αναρχικοί τον «ελεύθερο κομμουνισμό» στην Αραγωνία, πρόσθετα και τα εξής: «Σ’ όλα αυτά υπάρχει περισ­σότερη αμορφωσιά, παρά κακή πρόθεση. Οι κατά τόπους αναρ­χικοί είναι δυνατόν να μεταπειστούν. Δυστυχώς, το ΠΣΟΥΚ δια­θέτει ελάχιστους ανθρώπους που ξέρουν πως να τους μιλήσουν· τα στελέχη του ΠΣΟΥΚ λένε κάθε τόσο: «Καλύτερα οι φασίστες παρά οι αναρχικοί».

Κατά πώς φαίνεται, είχα κολλήσει την αρρώστια των αναρ­χικών — πίστεψα πως είναι εύκολο να μεταπείσεις τους ανθρώ­πους. Κι όμως δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται — μόνο η ζωή μεταπείθει. Τα λόγια, ακόμα κι αυτά που στηρίζονται στη λο­γική, παραμένουν συχνότατα λόγια. Ο Ντουρούτι προχώραγε γρήγορα· οι άλλοι, δεν θέλανε ή δεν μπορούσαν να αφήσουν πίσω τους τις αυταπάτες και τις παραδόσεις· χρειαζότανε χρόνος και χρόνος δεν υπήρχε: κάθε μέρα ο Φράνκο λάβαινε απ’ τους προ­στάτες του άντρες και πολεμοφόδια.

Στον πόλεμο, οι άνθρωποι συνδέονται εύκολα κι είχα πιάσει φιλίες με τους αναρχικούς. Παρ’ όλο που θα ’πρεπε να βρίζουν τη Σοβιετική Ένωση, καταλάβαιναν πως η μόνη χώρα που τους βοηθάει, ήταν η δική μας. Βρέθηκα συχνά στην ανάγκη να λο­γομαχήσω μαζί τους· μα μόνο μια φορά, σε κάποιο χωριό κοντά στο μέτωπο, ένας παράφορος νεαρός έχασε τελείως την ψυχραι­μία του κι άρχισε να με απειλεί με το πιστόλι του: «Μια και δεν εννοείς να πειστείς…» Πρόλαβαν όμως οι άλλοι και τον αφόπλισαν.

Πολλοί αναρχικοί αλλάζανε μπρος στα μάτια σου· υπήρχανε και πεισματάρηδες· μα κι αυτούς ακόμα, μπορούσες να τους συγκρατήσεις με μια φιλική κουβέντα, ενίοτε και μ’ ένα χαμόγελο. Φωνάζανε, απειλούσανε, μα ο θυμός τους ξεθύμαινε γρήγορα. Πολλά απ’ όσα διαπράξανε, θα πρέπει να αποδοθούν στην άγνοιά τους. Ίσως δε θα ’τανε υπερβολή αν έλεγα πως δεν συνάντησα ανάμεσά τους ούτε έναν μόνιμο αξιωματικό, οικονομολόγο, αγρο­νόμο ή μηχανικό — ήταν όλοι τους σχεδόν εργάτες από τη Βαρ­κελώνη· όταν είχαν να κάνουν με διανοούμενους, κουμπωνόντου­σαν, αν και υποκλίνόντουσαν μπροστά στη φιλοσοφία, στην επι­στήμη και στην τέχνη. Μπορούσαν να πανικοβληθούν από μια βόμβα και να το βάλουνε στα πόδια, μπορούσαν όμως να ενεργή­σουν και επίθεση, ορμώντας κατά πάνω στα πυρά των πολυβό­λων — τα πάντα εξαρτιόντουσαν απ’ τη διάθεση, από χίλιους αστάθμητους παράγοντες. Την εποχή της φασιστικής τρομοκρα­τίας, χιλιάδες απ’ αυτούς που έτυχε να συναντήσω στην Αραγωνία, βάδισαν με ψηλά το κεφάλι στον θάνατο, δεν απεκήρυξαν τις ιδέες τους. Όπως σε κάθε κόμμα, έτσι κι ανάμεσα στους α­ναρχικούς, υπήρχαν καλοί και κακοί, έξυπνοι και βλάκες· μα αυτό που μ’ έκανε να τους συμπαθήσω, ήταν η αυθορμησία τους και η σπάνια στην εποχή μας αφέλειά τους.

Ποτέ στη ζωή μου δε με γοήτευσαν οι θεωρίες των αναρ­χικών: κατά πως φαίνεται, δεν ήμουν αρκετά αφελής· ωστόσο, μετά τον «Τζούλιο Τζουρενίτο», ορισμένοι κριτικοί με βάφτισαν «Αναρχικό». Ίσως γι’ αυτό, ίσως επειδή στα άρθρα μου για την Ισπανία επέμενα στην ανάγκη συμπήξεως ενιαίου μετώπου, ένας συγγραφέας μας, που ήρθε στη Μαδρίτη για το συνέδριο, είπε: «Ξύστε καλά τον Έρενμπουργκ και θα δείτε έναν αναρχικό». Η φράση αυτή ειπώθηκε σ’ ένα σπίτι των περιχώρων, όπου οι κομ­μουνιστές είχαν καλέσει τη σοβιετική αντιπροσωπεία. Η Ντολορές Ιμπαρούρι, έβαλε τα γέλια: «Υπάρχουν κι άλλοι, που άμα τους ξύσεις θα δεις έναν φασίστα…»

Γιατί αφιέρωσα ένα μεγάλο κεφάλαιο στους Ισπανούς αναρ­χικούς; η δουλειά με το προπαγανδιστικό αυτοκίνητο με απα­σχόλησε τρεις ή τέσσερις μήνες όλο κι όλο. Κι ούτε που πη­γαίναμε μόνο στους αναρχικούς — προβάλλαμε τα φιλμ και σε μαχητές τμημάτων που διοικούσανε κομμουνιστές, επισκεφτήκαμε τους διεθνείς λόχους, τυπώναμε εφημερίδες στα ισπανικά, στα καταλανικά, στα γερμανικά, στα γαλλικά. Τον Δεκέμβριο πήγα στη Μαδρίτη. Αν περιέγραψα κάπως λεπτομερέστερα το φθινό­πωρο του 1936 στην Αραγωνία, το ’κανα μόνο και μόνο επειδή οι ανθρώπινες πλάνες έχουν κι αυτές την πολύχρονη ιστορία τους κι αυτά που γίναν τότε με τους αναρχικούς, είναι μια απ’ τις συγκινητικές σελίδες της.

Σχεδόν όλοι οι αναρχικοί μιλάγανε για τον «ελεύθερο κομμουνισμό» και σχεδόν όλοι πιστεύανε σ’ αυτόν, φέρνανε διάφορα επιχειρήματα, πειστικά τα περισσότερα, πως δίχως την ελευθε­ρία δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικός κομμουνισμός. Ωστόσο, οι κομμούνες που οργάνωσαν στην Αραγωνία, θυμίζανε τους οι­κισμούς των τρομοκρατημένων Ινδιάνων της Παραγουάης, που τους καθοδηγούσαν οι Ιησουίτες — όπου όλοι φόραγαν τα ίδια ρούχα, τρώγανε το ίδιο φαΐ και λέγανε τις ίδιες προσευχές. (Η αλήθεια είναι πως οι Ιησουίτες μείναν κύριοι του τόπου πάνω από εκατό χρόνια και πέτυχαν το άκρον άωτον της τελειότητας: ο πάτερ Μουρατόρι αφηγείται, ότι όταν μαστιγώνανε κάποιον παρεκτραπέντα ιθαγενή, αυτός φιλούσε το χέρι του βασανιστή του και του ’λεγε ευχαριστώ για τα χτυπήματα.)

Σε ένα παλιό μου σημειωματάριο, βρήκα αντιγραμμένα τα λόγια κάποιου Γάλλου συγγραφέα (δε θυμάμαι ποιανού): «Το κακό με τον δεσποτισμό δεν είναι πως δεν αγαπάει τους ανθρώ­πους, μα πως τους αγαπάει περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει και τους εμπιστεύεται πολύ λιγότερο απ’ όσο το αξίζουν».

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !