Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

🕔14/11/2016 10:02

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα.

Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Πριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και , σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Σήμερα όμως λέμε αχλάδι το «καλό» φρούτο –πώς έγινε αυτή η μεταστροφή; Σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη, τον Μεσαίωνα η λέξη απίδι έχασε έδαφος στην Αττική και σε όλα τα άλλα μέρη όπου κατοικούσαν αλβανόφωνοι, επειδή στα αρβανίτικα «πίδε» είναι, με το συμπάθειο, το μουνί, που θεωρείται πολύ βρόμικη λέξη. Την εκδοχή αυτή τη βρίσκω εύλογη.

Τα αγριάπιδα λέγονται και γκόρτσα, και γκορτσιά το δέντρο τους, λέξη σλαβικής αρχής. Είναι μικρά και στυφά, αλλά κάποιοι τα τρώνε –κάποτε από ανάγκη. Στην «Ιστορία ενός αιχμάλωτου» του Στρατή Δούκα, διαβάζω: «Στο δρόμο απάνω, βρήκαμε μια γκορτσιά και πέσαμε στ’ άγουρα γκόρτσα». Προκαλούν πάντως δυσκοιλιότητα, όπως μας θυμίζει ο Αριστοφάνης στις Εκκλησιάζουσες, όπου ο Βλέπυρος δυσκολεύεται να αποπατήσει επειδή αποβραδίς είχε φάει αχράδες, δηλαδή αγριάπιδα. Υπάρχουν και τοπωνύμια «Γκορτσιά».

Έχουμε βέβαια και άλλα πολλά τοπωνύμια από τ’ αχλάδι, με γνωστότερο τον Αχλαδόκαμπο, που φτύναν αίμα να τον περάσουν όσοι ταξίδευαν από Αθήνα προς Τρίπολη, πριν φτιαχτεί ο καινούργιος δρόμος. Φυσικά είναι μύθος αυτό που λεγόταν καμιά φορά, ότι τάχα η περιοχή πήρε το όνομά της από τη βασίλισσα Αμαλία η οποία είπε «Αχ! Λαδόκαμπος» βλέποντας τα λιόδεντρα.

Αν στο άρθρο για το μήλο μάς εντυπωσίασε η έντονη παρουσία του στη μυθολογία, το αχλάδι έχει πυκνή παρουσία στη φρασεολογία, με πολλές ενδιαφέρουσες φράσεις και παροιμίες. Καταρχάς, την απειλή «Θα σου δείξω (ή: θα σε μάθω, ή: θα δεις) πόσα απίδια βάζει ο σάκος», που τη λέμε σε κάποιον που μας ενοχλεί, με την οποία τον απειλούμε ότι θα του δείξουμε με ποιον έχει να κάνει. Για να εξηγήσει τη φράση, ο Τάκης Νατσούλης εφευρίσκει έναν ελάχιστα πειστικό μύθο, ότι τάχα τη φράση τη λέγαν οι Παργινοί, στους οποίους οι Ενετοί είχαν παραχωρήσει διάφορα προνόμια, μεταξύ των οποίων και τη χορήγηση ενός σάκου με απίδια σε κάθε κάτοικο το χρόνο, δίνει δε ως πηγή του τον Περραιβό και την Ιστορία της Πάργας. Καταρχάς, ο Περραιβός, τουλάχιστον στην έκδοση που υπάρχει στα γκουγκλοβιβλία, ενώ πράγματι αναφέρει τα άλλα προνόμια (προσφορά αλατιού, εορταστικά γεύματα κτλ.) δεν λέει λέξη για απίδια, αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε ότι τέτοιο έθιμο υπήρξε, τίποτε δεν μας λέει ότι εκεί βρίσκεται η απαρχή της φράσης· επομένως, θα απορρίψουμε ασυζήτητα την εκδοχή του Νατσούλη και θα περιοριστούμε να πούμε ότι είναι πολύ πιθανό στην αρχή της φράσης να υπάρχει κάποιος λησμονημένος σήμερα μύθος. Το πιθανότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι να είπε αρχικά τη φράση αυτή κάποιος εξαγριωμένος ιδιοκτήτης κήπου, λίγο πριν δείρει τον κλέφτη που του έκλεβε τα απίδια, βάζοντάς τα σε ένα σακούλι. Αυτό βέβαια είναι σκέτη εικασία, αλλά πιο εύλογη από τα ενετικά απίδια των Παργινών.

Την έκφραση τη βρίσκουμε μεταξύ άλλων στον Μακρυγιάννη: Ο Νοταράς πάλε άρχισε να μας αγκυλώνει. Εγώ θυσίαζα αρετή Ελληνική, ότι έβλεπα την δεινή περίστασιν της πατρίδος μου, κι αυτός θυσίαζε αρετή τουρκοκοτζαμπασίτικη. Τότε διά να του δείξω πόσα απίδια πιάνει ο σάκος αυτεινού και του Καραϊσκάκη, συνάζω όλους τους μπουλουξήδες του και τους ξηγάω το συμπεθεριόν. Τη βρίσκω και σε άλλα κείμενα του 19ου αιώνα, οπότε είναι περίεργο ότι δεν την έχει ο Ν. Πολίτης στις Παροιμίες του –ίσως την έχει ταξινομήσει στο λήμμα σάκος που βρίσκεται στο ανέκδοτο κομμάτι του έργου.

Εξίσου περίεργο είναι το ότι απουσιάζει από τον Πολίτη και η άλλη γνωστότατη φράση για το αχλάδι, η παροιμία «Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά». Υποθέτω ότι θα την έχει ταξινομήσει στο λήμμα «πίσω». Πάντως, είναι προειδοποίηση σε κάποιον να μη βιαστεί να χαρεί ή να βγάλει πρόωρα συμπεράσματα γιατί στο τέλος έρχονται τα δύσκολα. Κι αυτή έχει χαρακτήρα ελαφριάς απειλής. Τη φράση την έχει κάνει τίτλο τραγουδιού ο Τσιτσάνης (Η αχλάδα έχει πίσω την ουρά της).

Δεν θα παραξενευτείτε αν σας πω ότι και γι’ αυτή τη φράση κυκλοφορεί μια ευφάνταστη νατσουλική εξήγηση στην οποία επίσης παίζουν ρόλο οι Ενετοί, ότι τάχα με τη λέξη αχλάδα νοούνται τα μεγάλα μεταγωγικά σκάφη των Ενετών. Αλλά δεν αντέχω να γράφω τέτοιες απιθανότητες, προσέχοντας μάλιστα να μην τις αδικήσω στην περίληψη. Ευτυχώς (δυστυχώς δηλαδή, αλλά τέλος πάντων) η νατσούλεια εκδοχή έχει αποδειχτεί πολύ ελκυστική και την έχουν αναδημοσιεύσει διάφοροι αποπουβγαίνηδες, οπότε βγάζουν από τον κόπο.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η εξήγηση είναι απείρως πιο πεζή: η ουρά του αχλαδιού, το αντίθετο σημείο από το κοτσάνι, δεν τρώγεται και είναι δυσάρεστο στη γεύση. Όποιος λοιπόν γεύεται το ζουμερό αχλάδι και το χαίρεται, δεν πρέπει να ξεχνάει ότι ακολουθούν τα δυσάρεστα.

Ότι τα αχλάδια τρώγονται ολόκληρα, δηλαδή και οι φλούδες τους, σε αντίθεση με τα μήλα, το λέει μια άλλη παροιμία, όχι πολύ γνωστή: Φάε απίδι ακάθαρτο και μήλο καθαρμένο, ή, όπως το έλεγε εκείνη η θεία μου που είδαμε στο άρθρο για τα μήλα: άπιον άπαν, μήλον μη όλον. Ξέρουμε άλλωστε ότι τα αχλάδια σπανιότατα προκαλούν αλλεργίες, και γι’ αυτό τα δίνουν κατεξοχήν στα μωρά. Υπάρχει όμως και ο εύθυμος μύθος με την παρέα που έφαγαν αχλάδια, που τα καθάρισαν, και ύστερα κατούρησαν τις φλούδες. Σαν ξύπνησαν, τους θέριζε η πείνα, οπότε ο ένας πήρε μιαν ακριανή φλούδα και, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, την έφαγε, λέγοντας ότι επειδή ήταν στην άκρη θα έχει μείνει ακατούρητη. Οι άλλοι τον μιμήθηκαν και με τα πολλά τις έφαγαν όλες τις φλούδες.

Δεν τελειώσαμε, υπάρχουν κι άλλες παροιμίες και φράσεις με τ’ αχλάδια. Λέμε «τα κρέμασε στην αχλαδιά», συνώνυμο του «τα φόρτωσε στον κόκκορα», και «σαν ανεβεί το γουρούνι πάνω στην αχλαδιά», δηλαδή ποτέ. Νεότερη είναι η φράση «αχλάδια πιάνουν τα χέρια σου;» ή «αχλάδια κρατάς;» που τη λέμε σε κάποιον αδέξιο, που του πέφτουν τα πράγματα από τα χέρια. Έχουμε επίσης την παροιμία «το αχλάδι κάτω απ’ την αχλαδιά θα πέσει», λιγότερο διαδεδομένη παραλλαγή της γνωστής παροιμίας με το μήλο, που ίσως είναι τουρκική επιρροή, αφού οι Τούρκοι λένε Armut ağacın dibine düşer (το αχλάδι δεν πέφτει μακριά απ’ το δέντρο). Μια άλλη παροιμία που θα τη συναντήσουμε και με άλλες παραλλαγές, για άλλα φρούτα, είναι: «το καλό αχλάδι το τρώνε τα γουρούνια», που τη λέμε όταν κάτι καλό πέσει σε κακά χέρια· τη λένε συχνά όταν ένας νέος ή ιδίως μια νέα κακοπαντρεύεται· υπάρχει και στον Πατούχα του Κονδυλάκη, αλλά με «χοίρο», αντί για γουρούνι.

Να αναφέρω επίσης την έκφραση «την κουνάει την αχλαδιά», από τις πιο γνωστές που υπάρχουν στον γνωστό βαρετό κατάλογο ομοφοβικών εκφράσεων που κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο. Ωστόσο, παλιότερα, το θυμάμαι καλά, λέγανε «την κουνάνε/ την έχουν κουνήσει την αχλαδιά» για ετεροφυλοφιλική ερωτική (αν και ασφαλώς εξώγαμη) σχέση. Διότι βέβαια, όταν το κάνεις κάτω από την αχλαδιά, η αχλαδιά –που δεν είναι και κανένα θεόρατο δέντρο– κουνιέται.

Τελειώνω με μια φράση που τη δανειστήκαμε. Λέμε, στην καθαρεύουσα κυρίως, ότι το τάδε θέμα συζητήθηκε «μεταξύ τυρού και αχλαδίου», δηλαδή χαλαρά, ανεπίσημα ή αδιάφορα, στο πλαίσιο όχι και πολύ σοβαρής συζήτησης, σαν κι αυτές που γίνονται στο επιδόρπιο ενός καλού γεύματος. Ολοφάνερα πρόκειται για δάνειο, μια και οι Έλληνες δεν τρώγαμε το τυρί στο τέλος, και πράγματι δάνειο είναι από το γαλλικό entre la poire et le fromage, που σημαίνει ακριβώς το ίδιο.

Μια και πιάσαμε τα γαλλικά, να πούμε ότι ο μεγάλος καρικατουρίστας Φιλιπόν μεταμόρφωσε σε αχλάδι τον βασιλιά Λουδοβίκο-Φίλιππο, και μάλιστα μέσα στο δικαστήριο, με αποτέλεσμα σε λίγο να γεμίσουν όλοι οι τοίχοι του Παρισιού με σκίτσα που έδειχναν ένα αχλάδι –ή τη μούρη του βασιλιά. Στη νεότερη εποχή, με αχλάδι παρομοίαζαν οι γελοιογράφοι τον Γερμανό πρωθυπουργό Χέλμουτ Κολ.

Πουάρ λέμε ακόμα και σήμερα την ελαστική φούσκα που έχουν τα σιφώνια, τα σταγονόμετρα και συναφή εργαλεία, επειδή αρχικά ήταν αχλαδόσχημη και μας ήρθε από τη Γαλλία (poire). Τα λέει καλά ο Λίγγρης και οι άλλοι στη Λεξιλογία. Αχλαδόσχημα είναι βέβαια και κάμποσα μουσικά όργανα, όπως η λύρα. Υπάρχει και ο γυναικείος σωματότυπος «σαν αχλάδι», δηλαδή με στενούς ώμους και μεγάλη περιφέρεια.

Πριν κλείσω, να πω ότι το αχλάδι στα τούρκικα λέγεται armud, αρμούτ, που επίσης το βρίσκουμε σε πολλά τοπωνύμια (το βρίσκαμε, δηλαδή, γιατί μετονομάστηκαν τα πιο πολλά). Αρμούτι λεγόταν κι ένα είδος πυροβόλου όπλου του 1821, που το βρίσκουμε σε δημοτικά τραγούδια και σε κάποιο διήγημα του Καρκαβίτσα. Αλλά και το περγαμόντο, όσο κι αν αυτό φαίνεται απίθανο, προέρχεται από το ιταλικό bergamotta, το οποίο, κατά τις περισσότερες πηγές, είναι δάνειο από το διαλεκτικό τουρκικό beg armut, παναπεί το αχλάδι του μπέη.

Ευτυχώς δηλαδή που το λεξικογραφικό και φρασεολογικό ενδιαφέρον ενός φρούτου δεν είναι ανάλογο με τη νοστιμιά του –διότι αν γέμισα τόσες ηλεσελίδες με ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει, φανταστείτε πόσα θα έγραφα για τα αγαπημένα μου!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !