Μπίλυ Γεράνης, ο πρώτος Έλληνας ντετέκτιβ

🕔14/08/2016 10:02
Νίκος Σαραντάκος

Το όνομα Μπίλυ Γεράνης μάλλον δεν σας είναι γνωστό, ωστόσο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας: έτσι ονομάζεται ο πρώτος Έλληνας μυθιστορηματικός αστυνομικός, ο πρώτος ντετέκτιβ της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μερικά χρόνια πριν από τον δικαίως πολύ διασημότερο αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή.

Ο Μπίλυ Γεράνης είναι δημιούργημα του Πέτρου Μακρυνού, και εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1942 στο περιοδικό Μπουκέτο, πρωταγωνιστής έξι αστυνομικών διηγημάτων που δημοσιεύτηκαν σε δυο ή τρεις συνέχειες. Απ’ όσο ξέρω, ήταν τα πρώτα κείμενα που εμφανίζονταν στο Μπουκέτο με την υπογραφή αυτή -αλλά και τα τελευταία. Όλα δείχνουν ότι το όνομα Πέτρος Μακρυνός ήταν λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Έχω κάνει μια εικασία για την ταυτότητα του συγγραφέα, αλλά είναι εντελώς στα κουτουρού και δεν την ανακοινώνω.

Τα έξι διηγήματα εκτυλίσσονται στην Αθήνα γύρω στο 1920. Ο Μπίλυ Γεράνης είναι νεαρός, 20-21 χρονών, και μικροδείχνει ακόμα περισσότερο. Υπηρετεί στο 5ο αστυνομικό τμήμα και ονομάζεται Βασίλης Γεράνης, αλλά οι συναδελφοί του τού έχουν κολλήσει το παρατσούκλι Μπίλυ επειδή είναι μανιώδης αναγνώστης αγγλοσαξονικών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Θα σας παρουσιάσω σήμερα το πρώτο αστυνομικό διήγημα με ήρωα τον Μπίλυ Γεράνη, «Το μυστήριο της λεωφόρου Ακαδημίας» (έτσι έλεγαν την οδό Ακαδημίας προπολεμικά). Όπως θα δείτε, οι λογοτεχνικές του αρετές δεν είναι μεγάλες, θα έλεγα ότι πρόκειται για μάλλον απλοϊκό διήγημα με προβλέψιμο τέλος -αλλά δεν παύει να είναι το πρώτο με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ.

Απ’ όσο ξέρω, τα έξι διηγήματα του Πέτρου Μακρυνού δεν έχουν αναδημοσιευτεί ποτέ -αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια επισκόπηση των πρώτων βημάτων της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, πριν από τον Γιάννη Μαρή, γραμμένη από τον Φίλιππο Φιλίππου.

Το Μπουκέτο, όπου δημοσιεύτηκαν τα διηγήματα, είναι το γνωστό ποιοτικό λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης που κυριάρχησε στο είδος πριν από τον πόλεμο, φέρνοντας την καλή λογοτεχνία σε επαφή με πλατύτερες μάζες. Διέκοψε την κυκλοφορία του με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα αλλά την ξανάρχισε λίγους μήνες αργότερα. Παρόλο που το κατοχικό Μπουκέτο από πλευράς εμφάνισης και μέσων ήταν φτωχός συγγενής του προπολεμικού, κατάφερε, υπό τη διεύθυνση του Μήτσου Παπανικολάου, να διατηρήσει αρκετά καλό επίπεδο. Bέβαια, η ποικίλη ύλη του ήταν κατοχική -για παράδειγμα, πλάι στο διήγημα του Μακρυνού διαβάζουμε συνταγές για σάλτσα χωρίς λάδι.

Ευχαριστώ τη φίλη Σουμέλα για την πληκτρολόγηση. Έχω μονοτονίσει το κείμενο και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Ο μοίραρχος, διοικητής του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος Αθηνών κ. Δούκας φόρεσε το μανδύα του και το πηλήκιό του και, γυρίζοντας προς ένα νεαρό ενωμοτάρχη που στεκόταν όρθιος λίγο πιο πέρα του είπε:

-Λοιπόν, Μπίλυ, εγώ πηγαίνω. Δεν πιστεύω να ’χουμε απόψε τίποτε το εξαιρετικό. Εξ άλλου όπου να ’ναι θα ’ρθει ο αξιωματικός της υπηρεσίας. Η μπόρα, φαίνεται, τον έκανε ν ’αργήσει. Πάντως εγώ βασίζομαι σε σένα, Μπίλυ.

-Μείνετε ήσυχος, κύριε αστυνόμε… Θ ’αγρυπνήσω ως τις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ό,τι και να συμβεί, θα προσπαθήσω να σας αντικαταστήσω καλά.

-Είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Μου το έχεις αποδείξει άλλωστε τόσες φορές ως τώρα κι αυτός είναι ο λόγος που έχω περισσότερη εμπιστοσύνη σε σένα, έναν απλό ενωμοτάρχη, παρά στους αξιωματικούς που υπηρετούν υπό τις διαταγές μου.

-Ω! με κολακεύετε πολύ, κύριε αστυνόμε! ψιθύρισε ο νέος κοκκινίζοντας σαν κοπέλα. Δεν έχω κάνει ως τώρα τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι μου επιβάλλει το καθήκον.

-Κι οι άλλοι συνάδελφοί σου κάνουν το καθήκον τους, μα ούτε τους διαρρήκτες της Τραπέζης Πιστώσεων συνέλαβαν, ούτε το δολοφόνο της γριάς Παντελίδου, ούτε τη σπείρα των λαθρεμπόρων ναρκωτικών της οδού Μαυρομιχάλη. Όλ’ αυτά τα έκανες εσύ και τίμησες και το Τμήμα μας και μένα τον ίδιο. Μα ας πηγαίνω τώρα γιατί ανησυχώ για την κατάσταση της γυναίκας μου. Όπως μου τηλεφώνησαν προ ολίγου, ο πυρετός της έφτασε τους 40 βαθμούς, σχεδόν.

-Σας εύχομαι περαστικά της.

-Ευχαριστώ, Μπίλυ. Καληνύχτα, παιδί μου.

-Καληνύχτα σας, κύριε αστυνόμε.

Ο μοίραρχος Δούκας βγήκε και ο Μπίλυ έμεινε μόνος μέσα στο αστυνομικό γραφείο. Ήταν ένας νέος 20-21 χρόνων, μα που φαινόταν ακόμα πιο μικρός. Με τη φρέσκια επιδερμίδα του, με το εντελώς αμούστακο ακόμα χείλος του, με τα παιδιάστικα, ζωηρά και παιγνιδιάρικα, καστανά μάτια του και με το λεπτοκαμωμένο σώμα του, είχε παρουσιαστικό εφήβου 16-17 χρόνων. Ήταν στο τέταρτο έτος της Νομικής Σχολής όταν επιστρατεύτηκε, στα 1919, ως απλός στρατιώτης. Εκείνη την εποχή, επειδή η Κυβέρνηση χρειαζόταν πολλούς χωροφύλακες για τη Μικρά Ασία, ξεχώρισε τους καλύτερους απ’ τους νεοσυλλέκτους και τους έστειλε στα Σχολεία Χωροφυλακής Αθηνών, Πατρών και Χανίων, για να εκπαιδευθούν ως χωροφύλακες. Όσοι μάλιστα είχαν απολυτήριο γυμνασίου, πήγαν στο Β’ Τμήμα του Σχολείου Χωροφυλακής Αθηνών, όπου μετά εξάμηνη εκπαίδευση βγήκαν ενωμοτάρχες. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν ο κι ο Μπίλυ, ο οποίος ευθύς μετά την έξοδό του απ΄ το Σχολείο, τοποθετήθηκε στο Ε’ Τμήμα της Πρωτευούσης που βρισκόταν τότε σ’ ένα διώροφο χτίριο της οδού Ζαΐμη . Ο Μπίλυ από την αρχή είχε αγαπήσει το αστυνομικό επάγγελμα. Ήταν έξυπνος, δραστήριος, ενεργητικός και μερικές μικροεπιτυχίες που σημείωσε από τους πρώτους μήνες της υπηρεσίας του, τον έκαναν να κερδίσει την εκτίμηση του αστυνόμου και τη … ζήλια των συναδέλφων του. Μα, μετά τις μικρές επιτυχίες, ήρθαν κι οι μεγάλες – αυτές που είχε αναφέρει ο αστυνόμος προ ολίγου. Τότε ο αστυνόμος τον απάλλαξε από κάθε άλλη υπηρεσία και τον προσέλαβε γραμματέα του και βοηθό του. Η εμπιστοσύνη που είχε στο νεαρό ενωμοτάρχη με την παιδιακίσια εμφάνιση, ήταν απέραντη. Δεν έκανε τίποτε, δεν λάβαινε καμμιά απόφαση χωρίς να τον ρωτήσει, χωρίς να τον συμβουλευτεί. Και δεν είχε άδικο γιατί ο Μπίλυ δεν διέψευσε ποτέ την εμπιστοσύνη του αυτή. Χάρη σ’ αυτόν, το Ε’ Τμήμα είχε ασυγκρίτως περισσότερες επιτυχίες απ’ όλα τα άλλα Αστυνομικά Τμήματα των Αθηνών. Μερικοί μάλιστα από τους αστυνόμους των άλλων Τμημάτων είχαν κάνει μεγάλες ενέργειες για να πάρουν τον Μπίλυ στο Τμήμα τους, μα δεν τα κατάφεραν γιατί ο μοίραρχος Δούκας ήταν ο ευνοούμενος τους Αστυνομικού Διευθυντού συνταγματάρχου Καλογιωργάκη.

Το πραγματικό όνομα του Μπίλυ ήταν Βασίλης Γεράνης και καταγόταν από κάποια κωμόπολη της Αργολίδας. Μπίλυ ήταν το παρατσούκλι που του το είχαν βγάλει οι συνάδελφοί του, εξαμερικανίζοντας το μικρό του όνομα για να τον ειρωνεύονται επειδή είχε τη μανία να διαβάζει τις περιπέτειες των Αμερικανών και των Άγγλων ντετέκτιβς, -αληθινών και φανταστικών- κi επειδή, καθώς έλεγε, θα εφάρμοζε κι αυτός τις μεθόδους των. Το παρατσούκλι, είναι αλήθεια, του πήγαινε καλά και γι’ αυτό του κόλλησε και του έμεινε. Έτσι ήταν πασίγνωστος, όχι μόνο στο Τμήμα του, αλλά και σ ’όλη την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, όχι με τ’ όνομά του που πολλοί μάλιστα το αγνοούσαν, αλλά με το παρατσούκλι του.

Όταν έφυγε ο αστυνόμος, ο Μπίλυ κάθiσε σ’ ένα γραφείο που βρισκόταν μπροστά του και , ανοίγοντας ένα συρτάρι, επήρε από μέσα ένα φυλλάδιο με πολύχρωμο λιθογραφημένο εξώφυλλο κι άρχισε να το διαβάζει. Ήσαν οι «Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς» του Κόναν Ντόιλ που εξέδιδε τότε σε φυλλάδια κάποιος εκδοτικός οίκος των Αθηνών και που ο Μπίλυ τα καταβρόχθιζε κυριολεκτικώς. Έξω, η μπόρα είχε μεταβληθεί σε πραγματική θύελλα μα ο νέος ενωμοτάρχης ούτε την αντιλαμβανόταν καθόλου, απορροφημένος καθώς ήταν από το διάβασμά του.

Έξαφνα όμως η πόρτα άνοιξε και ο υπενωμοτάρχης της υπηρεσίας μπήκε μέσα. Ο Μπίλυ σήκωσε το κεφάλι του

-Κύριε ενωμοτάρχα, είπε ο υπενωμοτάρχης χαιρετώντας στρατιωτικά, τηλεφώνησαν από την αστυνομική διεύθυνση να στείλουμε αύριο οχτώ άνδρες, στην οδό Ακαδημίας 1, για την τήρηση της τάξεως στην κηδεία του τραπεζίτη Βαλτινού, επειδή θα την παρακολουθήσουν ο πρωθυπουργός και άλλοι επίσημοι.

-Τι; φώναξε ο Μπίλυ ξαφνιασμένος. Πέθανε ο Βαλτινός! Δεν είναι δυνατόν! Τον είδα χθες το μεσημέρι την ώρα που έφευγε απ’ την τράπεζά του με το αυτοκίνητό του. Μου έκανε μάλιστα εντύπωση η φρεσκάδα του κι η ζωηρότης του.

-Και όμως, απέθανε. Δεν διαβάσατε εφημερίδες;

-Όχι, δεν διάβασα. Μα για λέγε μου λεπτομέρειες.

-Να, σήμερα το πρωί τον βρήκαν νεκρό στη κρεβατοκάμαρά του πεσμένο με τα μούτρα μπροστά στο κρεββάτι του, φαίνεται πως πέθανε από συγκοπή την ώρα που γδυνόταν για να πλαγιάσει. Έτσι τουλάχιστον είπαν οι γιατροί.

-Σπουδαίος τραπεζίτης! είπε ο Μπίλυ. Μπήκε στην τράπεζά του ως απλός γραφεύς και μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια, κατόρθωσε να γίνει ο γενικός διευθυντής της κι ο σπουδαιότερος μέτοχός της.

-Ναι, είπε ο υπενωμοτάρχης, άκουσα να λένε πως αφήνει πάνω από πεντακόσια εκατομμύρια περιουσία. Όλ’ αυτά δε τα κληρονομεί ο αδελφός του, γιατί δεν άφησε διαθήκη.

-Τυχερός άνθρωπος! Είπε ο Μπίλυ.

Και θέλοντας να ξεφορτωθεί τον υπενωμοτάρχη για να συνεχίσει το διάβασμά του, του είπε:

-Διάλεξε οχτώ ευπαρουσίαστους άνδρες, τους οποίους θα φροντίσεις να στείλεις αύριο στο μέγαρο Βαλτινού κατά την ώρα της εκφοράς.

-Μάλιστα κύριε ενωμοτάρχα.

Ο υπενωμοτάρχης χαιρέτησε και βγήκε έξω ενώ ο Μπίλυ συνέχισε το διάβασμά του.

Μα ήταν φαίνεται, μοιραίο να μην τον αφήσουν να διαβάσει με την ησυχία του, εκείνο το βράδυ. Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά, όταν ο ίδιος υπενωμοτάρχης μπήκε μέσα πάλι και είπε.

-Κύριε ενωμοτάρχα, είναι έξω μια γυναίκα που επιμένει να δει με κάθε τρόπο τον κ. αστυνόμο ή τον αντικαταστάτη του, γιατί καθώς λέει, θέλει να του πει κάτι σπουδαίο. Τη ρώτησα τι είναι αυτό που θέλει να πει, μα εκείνη αρνήθηκε να μου απαντήσει, όπως επίσης αρνήθηκε να μου πει και τ’ όνομά της.

-Για φέρ’ την εδώ να δούμε τι θέλει.

Ο υπενωμοτάρχης βγήκε έξω και σε λίγο ξαναγύρισε.

Μια γυναίκα ως πενήντα χρονών τον συνόδευε. Ήταν μάλλον εύσωμη και το ντύσιμό της την έδειχνε για εύπορη νοικοκυρά. Μολονότι κρατούσε ομπρέλα στα χέρια της, τα ρούχα της ήσαν καταμουσκεμένα. Το πρόσωπό της είχε μια έκφραση θλίψεως και αγωνίας.

-Ο κύριος αστυνόμος; είπε, με φωνή λαχανιασμένη. Που είναι ο κύριος αστυνόμος; Θέλω να τον δω αμέσως.

-Καθίστε κυρία μου, της απάντησε ο Μπίλυ. Ο κ. αστυνόμος δεν είν’εδώ μα τον αντικαθιστώ εγώ. Πέστε σ’ εμένα ό,τι θέλετε.

Η γυναίκα έριξε μια δύσπιστη ματιά στον ενωματάρχη με την παιδιάστικη φυσιογνωμία. Ο Μπίλυ κατάλαβε τη ματιά αυτή και άπλωσε το χέρι του στο τραπέζι ούτως ώστε να φανούν τα τρία γαλόνια του. Και πραγματικά ο βαθμός του έκανε εντύπωση στην επισκέπτρια, η οποία με περισσότερη εμπιστοσύνη τώρα στον τόνο της φωνής της ξαναείπε:

-Μα πρόκειται για μια υπόθεση πολύ σοβαρή, πάρα πολύ σοβαρή. Θα ήθελα να ιδώ τον κ. αστυνόμο τον ίδιο.

-Δυστυχώς, ο κ. αστυνόμος έφυγε. Θα ξαναρθεί αύριο.

-Αύριο; έκανε η ηλικιωμένη γυναίκα. Ίσως αύριο να είναι πολύ αργά.

-Τότε μιλήστε σε μένα.

Η επισκέπτρια φάνηκε να διστάζει μερικές στιγμές. Τέλος όμως πήρε την απόφασή της και είπε:

-Θα τα πω όλα σε σας, κύριε ενωματάρχα. Ακούστε. Ονομάζομαι Μαριγώ Σαράντη και είμαι οικονόμος στο μέγαρο Βαλτινού.

Ο Μπίλυ, ακούγοντας τα τελευταία λόγια, ζύγωσε την καρέκλα του κοντά στην επισκέπτρια.

-Υπηρετούσα επί εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια το μακαρίτη τον κύριο μου, τίμια και πιστά, εξακολούθησε η Σαράντη. Τον αγαπούσα σαν παιδί μου, κι εκείνος μ’ εκτιμούσε και με σεβόταν πολύ. Έχω λοιπόν υποχρέωση να σας φανερώσω τώρα ότι ο κύριός μου, παρά την πιστοποίηση των γιατρών, δεν πέθανε από φυσικό θάνατο.

Ο Μπίλυ αναπήδησε.

-Δεν είναι δυνατόν! είπε

-Ακούστε με πρώτα. Μη με διακόπτετε. Χθες ο κύριος μου ήταν πολύ καλά στην υγεία του. Το μεσημέρι γευμάτισε μ’ εξαιρετική όρεξη και έμεινε αρκετή ώρα μετά το φαγητό κουβεντιάζοντας με κέφι με τον αδελφό του, τον κ. Αλέξανδρο, και με τη γυναίκα του τελευταίου. Γιατί, τον τελευταίο καιρό, φιλοξενούσε στο σπίτι του τον αδελφό του που ξαναγύρισε προ έξι μηνών από τις Ινδίες και τη νύφη του.

-Ο αδελφός του αυτός πρόκειται να τον κληρονομήσει τώρα; ρώτησε ο Μπίλυ.

-Ναι, γιατί ο κύριός μου δεν άφησε διαθήκη. Πού να φανταζόταν ο δυστυχισμένος ότι θα πέθαινε τόσο νέος, τόσο γεμάτος υγεία και ζωή. Και τώρα συνεχίζω. Κατά τις τρεις, ο κύριός μου αποσύρθηκε στο δωμάτιό του και κοιμήθηκε ως τις πέντε. Στις πεντέμισι βγήκε έξω και ξαναγύρισε στις εννέα. Έφαγε με την ίδια όρεξη όπως και το μεσημέρι και στις δέκα πήγε στην κάμαρή του για να πλαγιάσει. Εδώ πρέπει να σας πω κάτι: όποια ώρα κι αν πήγαινε το βράδυ στην κάμαρή του δεν κοιμόταν πριν από τη μια τα μεσάνυχτα. Πλάγιαζε μόνο κι έμενε ως την ώρα εκείνη διαβάζοντας. Στη μια ακριβώς έπινε ένα φλυτζάνι γάλα που του το πήγαινα εγώ από νωρίς, έσβηνε το φως και τότε μόνο κοιμόταν. Έτσι και χθες το βράδυ, του πήγα κατά τις δέκα παρά τέταρτο το γάλα του και αφού τον καληνύχτισα, τον άφησα. Βγαίνοντας έξω τον άκουσα να κλειδώνει την πόρτα της κάμαρής του, γιατί είχε τη συνήθεια να κλειδώνεται κάθε νύχτα στο δωμάτιό του. Εγώ τότε τελείωσα διάφορες δουλειές και κατά τις δέκα και μισή, τράβηξα για το δωμάτιό μου για να κοιμηθώ κι εγώ. Καθώς όμως διάσχιζα το διάδρομο, άκουσα έξαφνα μια φωνή που φώναζε δυο φορές: «Βοήθεια! Βοήθεια!» Η φωνή αυτή ερχόταν από το δωμάτιο του κυρίου μου. Έτρεξα αμέσως προς την πόρτα, μα δεν άκουσα πια τίποτε άλλο. Απόλυτη ησυχία βασίλευε σ’ αυτό. Περίμενα δυο τρία λεπτά με το αυτί μου κολλημένο στην πόρτα. Μα δεν άκουσα τίποτε. Νόμισα τότε πως με είχαν γελάσει τ’ αυτιά μου, γιατί η φωνή που είχα ακούσει μου φάνηκε βαθιά και πνιγμένη, και τράβηξα να κοιμηθώ. Το πρωί σηκώθηκα στις εφτά. Στις εφτάμισι ακριβώς σερβίριζα κάθε μέρα το πρόγευμα του κυρίου μου. Έτσι και χθες του το πήγα στις εφτάμισι, μα ξαφνιάστηκα βρίσκοντας την πόρτα του κλειστή. Χτύπησα μια, δυο, τρεις και τέσσερις φορές καμιά όμως απάντηση δεν μου δόθηκε… Τότε θυμήθηκα τη φωνή που είχα ακούσει το βράδυ και κρύος ιδρώτας με πλημμύρισε. Τηλεφώνησα στην αστυνομία και σε λίγο έφτασε ο αστυνόμος μαζί με μερικούς χωροφύλακες. ‘Έσπασαν την πόρτα του δωματίου και μπαίνοντας μέσα βρήκαν τον κύριό μου νεκρό. Ήταν μισοντυμένος ακόμα κι είχε πέσει μπροστά στο κρεβάτι του.

Ήρθαν σε λίγο και οι γιατροί και πιστοποίησαν το θάνατό του. Μα δεν είναι αλήθεια ότι πέθανε από φυσικό θάνατο. Όχι! Όχι! Αυτή η φωνή που άκουσα! Αυτή η φωνή!

Ο Μπίλυ έμεινε μερικές στιγμές σκεφτικός.

-Μα μπορεί να γελαστήκατε. Και σεις η ίδια το νομίσατε αυτό χθες…

-Όχι! Όχι! Τώρα είμαι βέβαιη ότι δεν γελάστηκα.

-Και τι υποθέτετε;

-Ότι τον δολοφόνησαν!

-Μα με ποιο τρόπο; Δεν βρέθηκε κανένα ίχνος βίας επάνω του. Εξ άλλου, όπως μου είπατε ο κύριός σας κλειδωνόταν στο δωμάτιό του.

-Ναι, και ήταν αδύνατον να μπει κανείς σ’ αυτό γιατί και το μοναδικό παράθυρο του δωματίου του που έβλεπε προς το δρόμο, είχε σιδερένια κάγκελα. Και όμως αυτό δεν μου βγάζει την ιδέα ότι ο θάνατός του δεν ήταν φυσικός.

Μπορώ να ρθω στο μέγαρο του κυρίου σας απόψε; Ρώτησε ο Μπίλυ. Αλλά δεν πρέπει να μ’ αντιληφθεί κανείς.

-Ελάτε, είπε η οικονόμος. Θα σας διευκολύνω εγώ

Όταν, μετά μισή ώρα, ο Μπίλυ βρέθηκε στο δωμάτιο του Βαλτινού, στάθηκε στη μέση του κι άρχισε να κοιτάζει γύρω. Τίποτε δεν είχε αλλάξει μέσα μετά το θάνατο του τραπεζίτη. Μονάχα τον νεκρό είχαν πάρει και τον είχαν μεταφέρει στο σαλόνι του ισογείου, όπου αναπαυόταν τώρα στο πολυτελές δρύινο φέρετρό του.

Έξαφνα, το βλέμμα του Μπίλυ στάθηκε επάνω στο κομοδίνο, που ήταν πλάι στο κρεβάτι. Ένα αδειανό φλιτζάνι βρισκόταν εκεί.

-Μου είπατε, είπε ο ενωμοτάρχης, απευθυνόμενος προς την οικονόμο που ήταν κι αυτή στο δωμάτιο, ότι ο κύριός σας συνήθιζε να πίνει το γάλα του στη μισή μετά τα μεσάνυχτα. Μα βλέπω το φλιτζάνι του γάλατος αδειανό, τη στιγμή που ο κύριος σας πέθανε στις δέκα και μισή. Τι σημαίνει αυτό;

-Σημαίνει απλούστατα ότι το γάλα δεν το ήπιε ο κύριός μου, γιατί εικοσιπέντε χρόνια τώρα που τον υπηρετώ ποτέ δεν είχε παραβεί την συνήθειά του αυτή.

-Τότε ποιος το ήπιε; αναρωτήθηκε ο Μπίλυ.

Έπειτα, εξακολουθώντας να περιεργάζεται το δωμάτιο, πρόσθεσε:

-Είναι αδύνατον να μπήκε άνθρωπος εδώ μέσα, εφόσον το δωμάτιο ήταν κλειδωμένο από μέσα.

Έσκυψε πλάι στο χώρο που ήταν ανάμεσα απ’ τον τοίχο κι από το κρεβάτι και πήρε στο χέρι του κάτι. Ήσαν μερικά τρίμματα αμμοκονιάματος που είχαν πέσει απ’ τον τοίχο.

Ο Μπίλυ σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον τοίχο, ο οποίος ωστόσο δεν είχε καμμιά φθορά. Πιο ψηλά όμως, κοντά στην οροφή, γύρω σε μια τρύπα κλεισμένη από την οποία, προτού βάλουν καλοριφέρ στο σπίτι, περνούσε ο σωλήνας της θερμάνσεως, ο τοίχος ήταν λίγο τριμμένος. Αυτό το εξακρίβωσε ο Μπίλυ σκαρφαλώνοντας σε μια καρέκλα. Έπειτα τράβηξε το σιδερένιο κάλυμμα που σκέπαζε την τρύπα και είδε ότι έβγαινε με ευκολία.

-Περίεργο! έκανε. Προ πόσου καιρού έχετε πάψει να χρησιμοποιείτε θερμάστρες στο σπίτι; Ρώτησε την οικονόμο.

-Προ εφτά ετών, του απάντησε εκείνη.

-Ω! έκανε ο Μπίλυ. Εφτά χρόνια βρίσκεται αυτό το κάλυμμα εκεί και βγαίνει τόσο εύκολα. Θα έπρεπε να ’χει στομώσει. Εξ άλλου τα τρίμματα του τοίχου που βρήκα κάτω στο πάτωμα δείχνουν ότι και κάποιος άλλος το έβγαλε τελευταία εκτός από μένα.

Την άλλη μέρα το πρωί όταν ο αστυνόμος Δούκας επήγε στο Τμήμα του, ο Μπίλυ παρουσιάστηκε μπροστά του και χωρίς προλόγους, του είπε:

-Κύριε αστυνόμε, πρέπει να γίνει νεκροψία στο πτώμα του Βαλτινού, γιατί, σύμφωνα με την πεποίθηση που σχημάτισα, ο Βαλτινός δεν πέθανε από φυσικό θάνατο.

Ο αστυνόμος κοίταξε κατάπληκτος το νεαρό ενωμοτάρχη.

-Τι λες παιδί μου; του είπε. Τρελάθηκες;

Ο Μπίλυ πλησίασε τον αστυνόμο του και άρχισε να του μιλάει με σιγανή φωνή. Όταν τελείωσε ο αστυνόμος του είπε:

-Καλά!… Θα κάνω τις απαραίτητες ενέργειες στον αστυνομικό διευθυντή κι ελπίζω να πετύχω τη νεκροψία.

Όταν ο αδελφός του Βαλτινού έμαθε ότι θα γινόταν νεκροψία στο πτώμα του τραπεζίτου, έγινε έξω φρενών. Μα οι φωνές του και οι διαμαρτυρίες του δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα και, αμέσως μετά την κηδεία, έγινε η νεκροψία.

Την ίδια ώρα ο Μπίλυ βρισκόταν και πάλι στο δωμάτιο του Βαλτινού και ρωτούσε την οικονόμο, δείχνοντας της την φραγμένη τρύπα του δωματίου:

-Η έξοδος της τρύπας αυτής πού βλέπει;

-Στο δωμάτιο του κ. Αλέξανδρου, του αδελφού του κυρίου μου.

Ο Μπίλυ επήρε ύφος αδιάφορο και ρώτησε:

-Ασφαλώς ο κ. Αλέξανδρος θα είναι πλούσιος σαν τον κύριό σου.

-Καθόλου. Ο κ. Αλέξανδρος έκανε μια επιχείρηση υφασματουργίας στις Ινδίες, μα έχασε όλα του τα χρήματα κι αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει εδώ, όπου ο κύριός μου τον δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, αν και είχαν μαλώσει προ ετών εξ αιτίας του γάμου του κυρίου Αλέξανδρου, ο οποίος παντρεύτηκε μια Ινδή χορεύτρια. Μα όλ’ αυτά τα ξέχασε ο κύριός μου και δέχτηκε κι αυτήν ακόμα τη χορεύτρια σαν αδελφή του.

-Και τώρα μένουν κι οι δυο εδώ, έτσι δεν είναι;

-Ναι.

Ο Μπίλυ έμεινε σκεφτικός μερικές στιγμές κ΄ έπειτα είπε:

-Απόψε το βράδυ θα ρθω να μείνω μερικές ώρες σ’ αυτό το δωμάτιο. Θα με διευκολύνετε, ώστε να μην αντιληφθεί την παρουσία μου κανείς.

-Μείνετε ήσυχος. Κανένας δεν μπαίνει πια σ’ αυτό το δωμάτιο.

Το αποτέλεσμα της νεκροψίας ήταν τέτοιο όπως το περίμενε ο Μπίλυ: στα σπλάχνα του τραπεζίτου βρέθηκαν ίχνη δηλητηρίου που μόνο δάγκωμα φιδιού μπορούσε να διοχετεύσει στον οργανισμό του. Και πραγματικά στο χέρι του Βαλτινού ανακαλύφθηκε ένα σημάδι που πρόδιδε το δάγκωμα αυτό.

Το ίδιο βράδυ, έμπαινε για τρίτη φορά στο δωμάτιο του δολοφονημένου. Έκλεισε την πόρτα του πίσω του και, σκαρφαλώνοντας σε μια καρέκλα, αφαίρεσε το κάλυμμα που έφραζε την τρύπα του τοίχου. Έπειτα κατέβηκε και περίμενε.

Είχε περάσει μισή ώρα χωρίς να συμβεί τίποτε και ο Μπίλυ είχε αρχίσει να χάνει πια την υπομονή του όταν, έξαφνα ακούστηκαν κάτι ήχοι, πολύ σιγανοί και μελωδικοί που φαινόντουσαν σαν να ’βγαιναν από το άνοιγμα της τρύπας.

Στο άκουσμα των ήχων αυτών, ο Μπίλυ πετάχτηκε απάνω. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και βγήκε στο διάδρομο όπου τον περίμενε η οικονόμος και δυο χωροφύλακες.

-Οδηγήστε με στο δωμάτιο του κ. Αλεξάνδρου, είπε στην οικονόμο.

Και απευθυνόμενος προς τους χωροφύλακες επρόσθεσε:

-Και σεις συνοδέψτε με!

Επειτ’ από μια στιγμή, ο Μπίλυ χτυπούσε την πόρτα του αδελφού του τραπεζίτου.

Αμέσως ακούστηκε από μέσα θόρυβος σαν να έκλειναν κάτι και σε λίγο η πόρτα άνοιξε και ο κληρονόμος του τραπεζίτου παρουσιάστηκε εξαγριωμένος.

Μα στο αντίκρισμα των χωροφυλάκων απόμεινε αποσβολωμένος.

-Τι θέλετε; τραύλισε

Απαθέστατα, ο Μπίλυ, ο οποίος είχε χωμένο το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του κι έσφιγγε το περίστροφό του, του απάντησε:

-Ήρθαμε να κάνουμε μια έρευνα.

-Έρευνα εδώ! Τρελαθήκατε; ξαναείπε ο Βαλτινός κι έκανε να κλείσει την πόρτα.

Μα με μια σπρωξιά, ο Μπίλυ την άνοιξε κι όρμησε μέσα κι έτρεξε προς μια γωνία του δωματίου, όπου η γυναίκα του Βαλτινού προσπαθούσε να κλείσει ένα ξύλινο κιβώτιο.

Ο Μπίλυ την παραμέρισε μ’ ένα απότομο σπρώξιμο κι ανασήκωσε το σκέπασμα του κιβωτίου.

Ένα φίδι πετάχτηκε από μέσα.

Ο ενωμοτάρχης έβγαλε το περίστροφό του και πυροβόλησε, γιατί το φίδι όρθωνε το απαίσιο κεφάλι του εναντίον του.

Το φίδι έπεσε με το κεφάλι του κομματιασμένο.

-Συλλάβετε αυτούς τους δυο ανθρώπους! είπε ο Μπίλυ, γυρίζοντας προς τους χωροφύλακες και δείχνοντας τους τον Βαλτινό και τη γυναίκα του.

-Την πρώτη σκέψη ότι οι δολοφόνοι χρησιμοποίησαν φίδι για να ξεκάνουν το Βαλτινό, έλεγε την άλλη μέρα ο Μπίλυ στον αστυνόμο του, μου την έδωσε το αδειανό κύπελλο του γάλατος και η τρύπα του τοίχου. Σκέφτηκα δηλαδή ότι το φίδι πέρασε απ’ την τρύπα και, αφού δάγκωσε τον τραπεζίτη που τον βρήκε ξυπνητό και τον έκανε να βγάλει τη φωνή που άκουσε η οικονόμος, ήπιε το γάλα. Έπειτα, όταν έμαθα πως η γυναίκα του Βαλτινού ήταν Ινδή χορεύτρια, επιβεβαιώθηκε η σκέψη μου αυτή , γιατί, όπως ξέρω, οι Ινδές χορεύτριες είναι και γόησσες των φιδιών. Και πραγματικά όταν παραμόνεψα χθες το βράδυ, στην κάμαρη του Βαλτινού, την άκουσα να παίζει ένα είδος αυλού, με το οποίο γοήτευσε το φίδι της. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε.

-Ναι, τα ξέρω, είπε ο αστυνόμος σφίγγοντας το χέρι του νεαρού ενωμοτάρχου. Μα αυτό που δεν ξέρεις εσύ, Μπίλυ, είναι ότι προβιβάζεσαι σε ανθυπασπιστή. Κι εις ανώτερα!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !