Μωυσής Μπουρλάς: Στην Αλβανία

🕔28/10/2016 10:10
Νίκος Σαραντάκος

Μια και έχουμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, σκέφτηκα να παρουσιάσω ένα άρθρο με αναμνήσεις από το αλβανικό μέτωπο.

Διάλεξα ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μωυσή Μπουρλά, που έχει τίτλο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός» (2000).

Ο συγγραφέας του, ο ο Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς (1918-2011), που συγκέντρωνε τις ιδιότητες του τίτλου, γεννήθηκε στο Κάιρο, από ελληνοεβραίους γονείς, μπήκε από μικρός στο αριστερό κίνημα, δούλεψε τορναδόρος, πολέμησε στην Αλβανία, συμμετείχε στον ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Βύρων, πέρασε μετά τη Βάρκιζα όλες τις περιπέτειες των αριστερών, με εξορίες στη Μακρόνησο, στην Ικαρία και στον Άη Στράτη. Το 1951, με συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και το νεαρό κράτος του Ισραήλ, δόθηκε η δυνατότητα στους αριστερούς εβραίους εξόριστους να απελευθερωθούν και να εγκατασταθούν στο Ισραήλ. Ο Μπουρλάς εκεί δούλεψε τορναδόρος, έγινε μέλος του ΚΚ, μοίραζε την ελληνική εφημερίδα του κόμματος στα ελληνικά χωριά των παραλίων του Ισραήλ, αλλά όσο η ΕΣΣΔ προσέγγιζε τις αραβικές χώρες το κλίμα γινόταν όλο και πιο βαρύ για τους κομμουνιστές, ώσπου τελικά με τη γυναίκα του, ρωσοεβραία, έφυγε το 1967 για τη Σοβιετική Ένωση όπου δούλεψε τορναδόρος σε μια πόλη στα Ουράλια. Μετά τη συνταξιοδότησή του κατεβαίνει στο Σουχούμι, στη σημερινή Γεωργία, όπου διδάσκει ελληνικά και πιάνει επαφή με Ρωσοπόντιους. Με την αποσύνθεση της ΕΣΣΔ και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Γεωργιανούς και Αμπχάζιους η ζωή έγινε δύσκολη για τους ουδέτερους, οπότε ο Μπουρλάς κατεβαίνει στην Ελλάδα το 1990 και με χίλια βάσανα ξαναπαίρνει ελληνική ιθαγένεια το 1999. Ως το τέλος έμεινε ακμαίος και δραστήριος, μάλιστα κατέβαινε και στις δημοτικές εκλογές με το ψηφοδέλτιο του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη. Ένα χορταστικό αφιέρωμα στον Μωυσή Μπουρλά και στο βιβλίο του είχε ανεβάσει το 2012 η φίλη Βασιλική Μετατρούλου, με φωτογραφίες, ένα βίντεο και αρκετά λινκ. Σας το συστήνω οπωσδήποτε. (Μια φίλη με ενημέρωσε και για ένα άλλο ντοκιμαντέρ στην ΕΤ3).

Παλιότερα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο του Μπουρλά, σχετικά με τη ζωή στην εξορία. Όπως θα δείτε, περιγράφει συνοπτικά όσα πέρασε στο αλβανικό μέτωπο, από τις 28 Οκτωβρίου ίσαμε την υποχώρηση του Απριλίου 1941, χωρίς κάποιον εξαιρετικό ηρωισμό, χωρίς κάποιο συνταραχτικό συμβάν, μια τυπική θα λέγαμε στρατιωτική εμπειρία από την Αλβανία. Ευχαριστώ τη φίλη μας τη Μαρία για την πληκτρολόγηση.

ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Μάθαμε για τον τορπιλισμό της Έλλης από τους Ιταλούς και αμέσως ήρθαν τα νέα για τον πόλεμο. Θυμάμαι , την παραμονή της αναχώρησής μας για το μέτωπο, φωτογραφηθήκαμε τρεις φίλοι. Την φωτογραφία την κρατώ ως τα τώρα. Άρχισαν οι ετοιμασίες για αναχώρηση στο μέτωπο. Μας παραχώρησαν βαγόνια για να φορτώσουμε το υλικό αλλά δεν είχαμε τα μέσα και τα κατάλληλα εργαλεία για τη φόρτωση. Σκαρώσαμε ένα πρωτόγονο «βίντσι», ανελκυστήρα, και με την πείρα μας – εγώ την είχα από το λιμάνι, ενώ οι αξιωματικοί δεν είχαν ιδέα από τέτοιες δουλειές – φορτώσαμε, πήραμε ξηρά τροφή δυο ημερών και αναχωρήσαμε με το ίδιο τρένο προς το μέτωπο.

Όταν φτάσαμε στο Πλατύ, σταθμό κοντά στη Θεσσαλονίκη, και έπρεπε να αλλάξουμε γραμμή προς Φλώρινα, βρήκα τον καιρό και έγραψα ένα σύντομο γράμμα στο σπίτι, για να μάθουν τα νέα μου. Έγραφα: «Μανούλα, αγαπητά μου αδέλφια, πατέρα και συγγενείς, είμαι κοντά σας αλλά δεν μπορώ να έρθω να σας ιδώ, φεύγουμε για το μέτωπο, θα σας ξαναγράψω μόλις μπορέσω. Σύσταση δεν έχω, για να μου γράψετε, φεύγω περήφανος, που πάω να υπηρετήσω την τιμή της πατρίδας μας και θέλω να είστε περήφανοι και σίγουροι πως θα γυρίσουμε σύντομα με τη νίκη.»

Αυτό το γράμμα το κράτησε η μητέρα μου ως τον γυρισμό μου – τους είχα γράψει και άλλα γράμματα από το μέτωπο – και το έδειχνε σε όλους περήφανη για τον γιο της. Μ’ αυτό το τρένο φτάσαμε ως τη Φλώρινα. Εκεί ξεφορτώσαμε και με τρακτέρ ρυμουλκούσαμε τα κάρα με τις βάρκες και τα άλλα υλικά. Ήταν καλά καμουφλαρισμένα και απ’ όπου περνούσαμε ο κόσμος χειροκροτούσε νομίζοντας πως κουβαλάμε βαρύ πυροβολικό. Οι δρόμοι ήταν σκεπασμένοι με χιόνια έως δύο μέτρα ύψος από τις δυο πλευρές του δρόμου και οι μηχανές δούλευαν νύχτα και μέρα, για να καθαρίσουν τους δρόμους.

Ήμασταν στην Πρεμετή, που την είχαν λευτερώσει τα στρατεύματά μας και είχαν προχωρήσει βαθιά μέσα στο αλβανικό έδαφος. Πιάσαμε αμέσως δουλειά, γιατί οι Ιταλοί στην υποχώρησή τους είχαν ανατινάξει όλες τις γέφυρες και έπρεπε εμείς να στήσουμε πρόχειρες, για να περνάν τα φορτηγά με πυρομαχικά και τρόφιμα για το μέτωπο. Ήμασταν ανοιχτός στόχος για την ιταλική αεροπορία και ευτυχώς που δεν ήταν καλοί σκοπευτές, αλλιώς θα μας είχαν κάνει μεγάλες ζημιές στα υλικά αλλά και σε ανθρώπους.

Για να αποφύγουμε τις παρενοχλήσεις τους, στήναμε τη γέφυρα, όταν άρχιζε να σκοτεινιάζει, και όλη νύχτα ως το πρωί περνούσαν οι φάλαγγες, και τα χαράματα τη λύναμε και το άλλο βράδυ τα ίδια.

Ένα απόγευμα, αφού είχαμε τελειώσει το στήσιμο της πλωτής γέφυρας, έτοιμοι να δώσουμε το σινιάλο, για να αρχίσουν να περνούν τα φορτηγά, είδαμε πως έλειπε ένα σανίδι στο έβγα της γέφυρας. Αρχίσαμε όλοι να ψάχνουμε γύρω μας να βρούμε το κατάλληλο σανίδι. Εγώ απομακρύνθηκα λιγάκι και βρήκα μια εγκαταλειμμένη παράγκα, μισοδιαλυμένη και άρχισα να ξεκαρφώνω και να τραβώ ένα σανίδι ζυγίζοντας με το μάτι ακριβώς αυτό που χρειαζόταν η γέφυρα. Εκείνη την ώρα ένας ταγματάρχης του πυροβολικού – ονόματα δεν λέω – με βλέπει, βάζει τις φωνές και δίνει εντολή να με συλλάβουν για καταστροφή δημόσιας υπηρεσίας, μέχρι να με περάσουν κι από στρατοδικείο. Το τι έγινε με τη γέφυρα το έμαθα, όταν βγήκα από το κρατητήριο ύστερα από δυο μέρες.

Στο κρατητήριο, όσο ήμουν φυλακισμένος, δώσ’ του να βομβαρδίζουν οι Ιταλοί, κι εγώ ξαπλωμένος στη γη περίμενα και έλεγα: ό,τι γίνει ας γίνει. Την επομένη στο προσκλητήριο είδαν ότι λείπω και με ανακάλυψαν από τις φωνές μου, που ζητούσα να με ελευθερώσουν. Αλλά να με βγάλουν δεν μπορούσαν ώσπου να βρουν τον ταγματάρχη, να του εξηγήσουν την κατάσταση, να ακυρωθεί το στρατοδικείο και να με αφήσουν ελεύθερο. Ήρθαν και με βγάλαν με ένα συγγνώμη, γιατί δεν ήξερε λέει ο ταγματάρχης τι σκόπευα να κάνω με τη σανίδα που ξήλωσα. Λίγο έλειψε να με παρασημοφορήσουν.

Στην Πρεμετή, μια φωτεινή και ηλιόλουστη μέρα, είχε μαζευτεί μια μεγάλη φάλαγγα αυτοκινήτων και περίμενε να περάσει. Δεν είχαμε ξηλώσει τη γέφυρα, για να περνάν τα φορτηγά, αλλά ήταν φόβος μην επιτεθούν και στη γέφυρα αλλά και στη φάλαγγα. Τα αυτοκίνητα περνούσαν πολύ σιγά, γιατί η γέφυρα, φτιαγμένη με βάρκες στα ορμητικά ποτάμια της Αλβανίας, έτριζε και υπήρχε κίνδυνος. Αυτή λοιπόν τη μέρα εκμεταλλεύτηκε η ιταλική αεροπορία και μας βομβάρδισε. Τη γέφυρα δεν την πέτυχαν αλλά κατέστρεψαν υλικά που είχαμε στις όχθες και εκεί, ένα βλήμα βόμβας που είχε τρυπήσει μια αλουμινένια βάρκα και από τις δυο μεριές, σφηνώθηκε στο δεξί μου στήθος. Αιμόφυρτο με μεταφέρανε σε ορεινό χειρουργείο, μου βγάλαν το βλήμα που είχε εισχωρήσει βαθιά και έμεινα εκεί για ανάρρωση.

Όταν η κατάστασή μου καλυτέρεψε, με χρησιμοποιούσαν σαν βοηθό στο νοσοκομειακό προσωπικό. Μια μέρα ο αρχίατρος μου λέει: «Σε καλούν στο σύνταγμα». Εγώ χάρηκα, γιατί νόμιζα πως, μια που είμαι καλά, ασφαλώς θα με στείλουν στη μονάδα μου, αλλά δεν ήθελα να με αποσπάσουν σε άλλη μονάδα και το είπα στον ταγματάρχη που παρουσιάστηκα. Ήταν ένας λεβεντόκορμος άντρας γύρω στα πενήντα, με δασύ γκρι μουστάκι και άρχισε να με ρωτά αν ξέρω να χειριστώ αυτόματο όπλο και αν κρατούν τα πόδια μου και εν τέλει μου λέει: «Θα εκπληρώσεις μια αποστολή. Για να μην πάρω μάχιμο απ’ τη μονάδα μου, προτίμησα εσένα καθ’ υπόδειξη του αρχίατρου. Θα συνοδέψεις οχτώ Ιταλούς αιχμαλώτους ως το στρατηγείο που είναι τρία χιλιόμετρα περίπου από δω. Μου ‘δωσε ένα αυτόματο στεν με δυο δεσμίδες, «ίσως σου χρειαστούν», μου είπε. Υπογράφω χαρτί παραλαβής. «Θα φέρεις χαρτί παράδοσης από το στρατηγείο», λέει.

Στο δρόμο, τι καλά, πιάσαμε και κουβέντα. Ήξερα λίγα ιταλικά από τον πατέρα μου και με τα εβραιοϊσπανικά που ήξερα μπορούσα να συνεννοηθώ λίγο λίγο.

Μιλούσαμε για διάφορα, έμαθα την καταγωγή τους, δεν ήταν νέοι, όλοι οικογενειάρχες με παιδιά, και κανείς τους δεν ήταν πρωτευουσιάνος. Ένας τους ήταν σοβαρός και δεν έπαιρνε μέρος στη συζήτηση και, όταν τον ρωτούσα κάτι, δεν απαντούσε και με κοιτούσε περίεργα. Περάσαμε τη γέφυρα που είχαν στήσει τα παιδιά της μονάδας μου, χαιρετιστήκαμε με αξιωματικούς και οπλίτες, χάρηκαν που ανάρρωσα και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Κάνα χιλιόμετρο προτού φτάσουμε ήταν μια απλωσιά σαν οροπέδιο και βλέπω ένας να μου φεύγει προς την κατεύθυνση των ελληνικών συνόρων. Οπλίζω το αυτόματο έτοιμος να τον καθαρίσω, ενώ οι άλλοι μου φωνάζουν «μη» και τον φωνάζουν να γυρίσει. «Τομάσο», του φωνάζαν, «ασπέτα», περίμενε, αλλά αυτός έτρεχε και ευτυχώς μια ομάδα δικών μας στρατιωτών που έρχονταν τον έπιασαν και μου τον έφεραν. Οι άλλοι τον μάλωσαν αλλά αυτός αντιμιλούσε, εγώ έγινα Τούρκος από τον θυμό μου, σηκώνω το χέρι μου και του δίνω ένα χαστούκι, αυτός προσπάθησε να το αποφύγει και του βγάζω το αριστερό του μάτι. Μετά απ’ αυτό έγινε καλό παιδί και έτρεχε πρώτος να φτάσουμε ξέροντας ότι εκεί θα του δοθούν οι απαραίτητες βοήθειες.

Όταν φτάσαμε και ανέφερα στον αξιωματικό τα συμβάντα, μου λέει: «Στον πόλεμο δεν μετράμε ένας λιγότερος ένας περισσότερος, έπρεπε να τον καθαρίσεις, γιατί, αν δεν τον πιάναν, θα χρειαζόταν να τον ψάχνουμε στα βουνά». Μου υπέγραψαν το φύλλο παραλαβής και γύρισα πίσω.

Σ’ όλο τον δρόμο σκεπτόμουν το τι έκανα. Έκανα έναν άοπλο ανάπηρο και σε όλη του τη ζωή θα το θυμάται και θα με καταριέται.

Ο αξιωματικός μου είπε ότι πρέπει να ήταν φασίστας, γι’ αυτό δεν υπάκουε, εγώ όμως έκανα όρκο στον εαυτό μου να μη ξανασηκώσω χέρι σε κανέναν, γιατί έχω βαρύ χέρι. Και κράτησα τον λόγο μου μέχρι πρόσφατα, όταν σε καβγά με τον διευθυντή της Ισραηλιτικής Κοινότητας σήκωσα το χέρι να τον κοντύνω δυο πιθαμές, αλλά μπήκε στο μέσον μια υπάλληλος – ονόματα δεν λέμε – και την έφαγε αυτή στο μπράτσο, που μια βδομάδα λέει την πονούσε. Όμως γι’ αυτό θα γράψω αργότερα.

Γύρισα και μετά από μερικές μέρες πήγα στη μονάδα μου. Συνεχίσαμε να στρώνουμε γέφυρες πότε στον ένα και πότε στον άλλο ποταμό, ανάλογα με τις ανάγκες, και είχαμε πλαισιωθεί με τέσσερα αντιαεροπορικά βαριά, για να μπορούν και τη μέρα να περνάν οι φάλαγγες των αυτοκινήτων. Ο χειμώνας είχε μπει για καλά και κοιμόμασταν σε μικρά αντίσκηνα ανά τέσσερις. Το κρύο ήταν τσουχτερό και δουλεύαμε στα νερά. Υποφέραμε πολύ από τα πόδια μας, δεν είχαμε ζεστές κάλτσες και τα πόδια μας πάγωναν και πονούσαν τρομερά. Οι νύχτες ήταν βασανιστικές. Από τη μια το κρύο – είχαμε μόνο από μια κουβέρτα και κοιμόμασταν ντυμένοι – κι από την άλλη, όταν ερχόταν κάπως ο ύπνος, αρχινούσαν να κυκλοφορούν οι ψείρες, να ξύνεσαι πότε εδώ και πότε εκεί, και πήγαινε ο ύπνος κατά διαβόλου. Τα πόδια γίνονταν σαν πέτρες και πολλές φορές σηκωνόμασταν να κάνουμε τροχάδην σαν τους τρελούς μέσα στη νύχτα.

Έπαθα κρυοπαγήματα και με μετέφεραν στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Εκεί υπήρχαν πολλοί φαντάροι από διάφορες μονάδες και όλοι σχεδόν με την ίδια πάθηση. Το χειρουργείο δούλευε ακατάπαυστα και, επειδή οι πάσχοντες ήταν πολλοί και η ανάρρωση πολυήμερη, για να αδειάσουν οι διάδρομοι του νοσοκομείου κόβαν τα δάχτυλα των ποδιών και σε μερικές μέρες τους στέλναν στη μονάδα τους ή τους πιο σοβαρά τους δίναν αναρρωτική άδεια, πριν γυρίσουν στις μονάδες τους.

Ένας γιατράκος, ανθυπασπιστής – ονόματα δεν αναφέρω – σε κουβέντα που κάναμε μας εξήγησε τους λόγους της απόφασης των γιατρών για εγχειρήσεις, κόψιμο των δαχτύλων ή και πιο βαθιά. Τον συμβουλεύτηκα αν μπορούσα να έρχομαι για θεραπεία κάθε μέρα, επειδή είχα βρει κάποιον συγγενή μου Γιαννιώτη, που ήταν πρόθυμος να με φιλοξενήσει στο σπίτι του όσο χρειαστεί. Μιλήσαμε με τον αρχίατρο και δεν δέχτηκε την πρότασή μου και τότε αποφάσισα να φύγω απ’ το νοσοκομείο και σ’ αυτό με βοήθησε ο Μιωνής, ο συγγενής μου. Δεν θέλαμε να μας κόψουν τα δάχτυλα. Μας πήρε στο σπίτι του, πέντε άτομα, μας τάισε, μας πότισε, μας έδωσε του καθενός από ένα σακουλάκι με τρόφιμα για το δρόμο, από δυο ζευγάρια ζεστές κάλτσες, και ο γιατράκος που ήξερε την απόδρασή μας όχι μόνο δεν μας πρόδωσε αλλά μας συμβούλεψε τι να κάνουμε, για να ελαφρύνουμε την κατάστασή μας.

Δυο μέρες και μια νύχτα πεζοπορία ως τα σύνορα της Αλβανίας, περπατούσαμε κάνα δυο ώρες, καθόμασταν, βγάζαμε αρβύλες και κάλτσες, τρίβαμε με χιόνι καλά καλά τα πόδια μας ώσπου άναβαν. Ξαναφορούσαμε καθαρές στεγνές κάλτσες, τα άρβυλα και πάλι δρόμο. Περάσαμε από δυο χωριά και οι γριούλες μας προμήθεψαν και άλλες κάλτσες. Στα ορεινά αυτά χωριά είχαν μείνει μόνο ηλικιωμένοι. Οι άντρες ήταν όλοι στρατιώτες, οι νέες γυναίκες κοιμόντουσαν πολλές μαζί σε ένα σπίτι και το πρωί φορτώνονταν με όπλα, πυρομαχικά, τρόφιμα και ζεστά ρούχα και τα έφερναν ως τα σύνορα. Εκεί υπήρχε ένα κλιμάκιο επισιτισμού της μεραρχίας, που τα παραλάβαινε και τα μοίραζε στις μονάδες, ανάλογα με τις ανάγκες. Μ’ αυτόν τον τρόπο συνεχίσαμε τον δρόμο μας ώσπου φτάσαμε στο κλιμάκιο και εκεί χωρίσαμε, ο καθένας στη μονάδα του, και τα πόδια μας ήταν πολύ καλύτερα. Έτσι συνέχισα και στη μονάδα και γιάτρεψα σχεδόν τα πόδια μου και λέω σχεδόν, γιατί μέχρι και σήμερα, ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια, δεν μπορώ να φορέσω παρά μόνο παπούτσι επί παραγγελία.

Μετά απ’ αυτό κούτσαινα λιγάκι και ο διοικητής του τάγματός μας με τοποθέτησε συνοδό σοφέρ που πήγαινε σε διάφορες πόλεις για προμήθειες τροφίμων, μάλλινων, και βρίσκαμε ό,τι άλλο χρειαζόταν η μονάδα, γιατί τότε πολλά πράματα έλειπαν από τους εφοδιασμούς. Ήταν ένα στρατιωτικό φορτηγό κλεισμένο πίσω με τέντα και στην καμπίνα χωρούσαμε οι τρεις μας, ο σοφέρ, ο αξιωματικός τροφοδοσίας κι εγώ ο φορτοεκφορτωτής και διανομέας, όταν γυρνούσαμε στην μονάδα. Πηγαίναμε σε πολλές πόλεις αλβανικές που είχαν καταληφθεί από το στρατό μας αλλά και σε ελληνικές που ήταν κοντά στα σύνορα της Αλβανίας, πηγαίναμε στις επιμελητείες του στρατού και με ιδιαίτερη διαταγή, που είχαμε από το στρατηγείο, μας είχε δοθεί το δικαίωμα να τροφοδοτούμαστε σαν ανεξάρτητη μονάδα. Σε κάθε μέρος που πηγαίναμε παίρναμε εκτός από ψωμί και ελιές που συχνούτσικα βρίσκαμε, κάποτε και μαύρη ή ξανθιά σταφίδα, ξερά σύκα, δαμάσκηνα, που ήταν θερμαντικά, και καταφέρναμε δυο ή τρεις φορές τη βδομάδα να βάλουμε καζάνι και να φάνε οι άντρες ζεστό φαΐ, φασόλια, φακές, ρεβίθια, μπιζέλια, φάβα, κουκιά ξερά. Καλοπερνούσαμε με λίγα λόγια σε σύγκριση με τις μονάδες τις μάχιμες στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Σε μια ελληνική επιμελητεία βρήκαμε και πήραμε δυο σακιά αλάτι – ναι, αλάτι – και το πήραμε, γιατί τότε στην Αλβανία είχε μεγάλη έλλειψη από αλάτι. Αυτό μας βοήθησε να εμπορευόμαστε και με Αλβανούς εστιάτορες, ταβερνιάρηδες και προμηθευόμασταν όχι μόνο τρόφιμα που είχαν αυτοί στις αποθήκες τους αλλά και ποτά. Πήραμε μια φορά δυο βαρελάκια κονιάκ και ξερά σύκα, διανείμαμε την επομένη από έξι σύκα και μισό κύπελλο κονιάκ στον καθένα. Το ευχαριστήθηκαν όλοι, γιατί για το κρύο που τραβούσαν ήταν ένα καλό θερμαντικό. Για την επομένη είχαμε αφήσει στο φορτηγό το δεύτερο βαρελάκι και γαλέτες, για να διανείμουμε.

Το πρωί μας ειδοποίησε ο σκοπός πως έγινε επιδρομή στο αυτοκίνητο. Πήγαμε και βρήκαμε δυο φαντάρους να κοιμούνται μέσα και από το κρύο είχαν σχεδόν ξυλιάσει. Αναφέραμε το περιστατικό στον διοικητή, ήρθαν, τους πήραν. Είχαν παραβιάσει την τέντα, σκαρφάλωσαν μέσα και μέθυσαν με το κονιάκ. Πέρασαν από πειθαρχικό αλλά τι τιμωρία μπορούσε να βάλει η διοίκηση, όταν χρειάζονταν εργατικά χέρια για τις γέφυρες. Εκείνη τη μέρα μοιράσαμε τις γαλέτες και από λίγο κονιάκ και στους τιμωρημένους μόνο γαλέτες.

Στο Λεσκοβίκι βρήκαμε μια φορά κάτι μεγάλες μπάλες από πλεχτά, που, όπως μας είπαν, τα είχε στείλει ο λαουτζίκος – οι γυναίκες στις πόλεις και τα χωριά πλέκαν τότε για τη φανέλα του στρατιώτη. Ο αξιωματικός μας ζήτησε να μας δώσουν, γιατί οι στρατιώτες κρύωναν κα πάθαιναν κρυοπαγήματα. Μας αρνήθηκαν, είπαν πως δεν γίνεται να ανοιχτούν οι μπάλες, γιατί ακόμα η επιτροπή των διανομών δεν τα είχε καταγράψει, για να τα μοιράσουν στις μονάδες. Έτσι οι φαντάροι στο μέτωπο πέθαιναν από το κρύο και την πείνα και τα πράματα μέναν στις αποθήκες αδιανέμητα.

Βλέπαμε στις πόλεις των μετόπισθεν πολλούς αξιωματικούς με καθαρά κολλαρισμένα κουστούμια, με τους βαθμούς τους, τις γυαλισμένες μπότες, μαστίγιο στο χέρι, που κάνανε ζωή χαρισάμενη καλύτερα από τα σπίτια τους, με τους ιπποκόμους τους, ενώ οι αξιωματικοί στις πρώτες γραμμές είχαν καταργήσει τις πολυτέλειες και είχαν γίνει ένα με τα παιδιά τους, όπως έλεγαν τους φαντάρους.

Άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για σπάσιμο του μετώπου και επίθεση των Γερμανών στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα. Θυμάμαι ήταν Μεγάλη Παρασκευή, Πάσχα, κι εμείς είχαμε ετοιμαστεί με τη χορωδία το βράδυ να ψάλουμε στην εκκλησία τον επιτάφιο. Αλλά ήρθε διαταγή να φορτώσουμε ό,τι πιο πολύτιμο στα τρακτέρ και στο αυτοκίνητο και να υποχωρήσουμε. Μας δώσαν από δύο κονσέρβες κορν μπιφ εγγλέζικες, από μισή κουραμάνα. Αρχίσαμε την υποχώρηση, στην αρχή ομαδικά, αλλά λόγω που τα γερμανικά αεροπλάνα στούκας μας κυνηγούσαν και μας βομβάρδιζαν, αφήναμε την άσφαλτο και πηγαίναμε στο βουνό, χωρίς να έχουμε γνώση πού πάμε.

Σ’ αυτούς τους βομβαρδισμούς τραυματίστηκε στο πόδι και έμεινε ανάπηρος ένας πολύ καλός μου φίλος Σαλονικιός, ο Γεώργιος Αβραμίδης, ο οποίος στην κατοχή βοήθησε πολύ την αδερφή μου Γιολάνδα. Την είχε κρυμμένη στο σπίτι του για μεγάλο χρονικό διάστημα ώσπου να ανέβει στο βουνό. Ένας Γεωργούλης από το Παγγαίο σκοτώθηκε από βλήμα βόμβας αεροπλάνου στην άσφαλτο. Και έτσι, βουνό βουνό, περάσαμε από την κατεστραμμένη Λάρισα, Λαμία, Δομοκό και φτάσαμε στην Αθήνα.

Προηγούμενα άρθρα του ιστολογίου για τις 28 Οκτωβρίου 1940 και τον πόλεμο στην Αλβανία:

Η πρώτη μέρα του πολέμου (αναμνήσεις του πατέρα μου)

Το μεγάλο ταξίδι της χωριατοπούλας Ρετζινέλας (η ιστορία του τραγουδιού ‘Κορόιδο Μουσολίνι’)

Ένας ποιητής σε μέρες πολέμου (από το ημερολόγιο του Σεφέρη)

Περνώντας το Πλατύ Ποτάμι (για το βιβλίο του Γιάννη Μπεράτη)

Τι σας έφταιξε ο φασισμός; (ένα επεισόδιο από τα μετόπισθεν σε αναμνήσεις Βάρναλη, Πανσέληνου, Σεφέρη)

Το μεγάλο «Όχι» (χρονογράφημα του Βάρναλη)

Το χιούμορ του τελεσιγράφου (χρονογράφημα του Βάρναλη)

Και πάλι για τον ανύπαρκτο ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη (προσπάθεια ανασκευής του γνωστού μύθου)

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !