Λεωφόρος Πόρτες

🕔03/08/2016 09:54

Οι Πόρτες είναι ένας παραλιακός οικισμός της Αίγινας, από την πλευρά που βλέπει στο Αιγαίο, κάπου 7 χιλιόμετρα πιο κάτω από την Αγία Μαρίνα. Είναι ο τελευταίος παραλιακός οικισμός του νησιού από αυτή την πλευρά: από κει και κάτω οι ακτές είναι απόκρημνες και δρόμος δεν υπάρχει για πιο πέρα, παρά μόνο για επιστροφή στη χώρα -με αυτοκίνητο δηλαδή δεν μπορεί κανείς να κάνει τον γύρο του νησιού, λείπει ένα μικρό κομμάτι που μόνο μονοπάτι πηγαίνει.

Ο δρόμος που πηγαίνει από την Αγιαμαρίνα στις Πόρτες, πρώτα ανηφορικός και μετά κατηφορικός, έχει πολλές κορδέλες. Χτες το πρωί, περπάτησα από τις Πόρτες προς την Αγιαμαρίνα, και για να συντομέψω λίγο τη διαδρομή ανέβηκα από την ακρογιαλιά παίρνοντας έναν κάθετο τσιμεντόδρομο, έντονα ανηφορικό. Λϊγο πιο μετά βγήκα στη δημοσιά, αλλά συνέχισα τον ανήφορο, ενώ ο τσιμεντόδρομος είχε μετατραπεί σε χωματόδρομο, με ακόμα πιο έντονη κλίση, που όμως είχε πινακίδα, οδός Στέλιου Καζαντζίδη. Ανηφόρισα ώσπου έφτασα σε έναν ακόμα μικρότερο οικισμό από τις Πόρτες, που λέγεται Κυλινδράς, και από εκεί ακολούθησα πια τον αμαξιτό δρόμο, με τις κορδέλες του, που ήταν ήπια κατηφορικός -η πεζοπορική μου πείρα λέει πως είναι καλύτερος ο απότομος ανήφορος από τον απότομο κατήφορο, που σε χτυπάει στα γόνατα και τη μέση, χώρια που μπορεί να πέσεις.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Λεξιλογώντας λοιπόν, όταν σχεδίαζα επί χάρτου τη χτεσινή πεζοπορία είχα παρατηρήσει ότι στο google maps ο δρόμος που πηγαίνει από την Αγιαμαρίνα στις Πόρτες αναγραφόταν «Λεωφ. Πόρτες» και είχα την απορία αν και στις πινακίδες της οδού θα παρέμενε άκλιτο το όνομα. Όπως βλέπετε στη φωτογραφία αριστερά, πράγματι η δημοσιά ονομάζεται «Λεωφόρος Πόρτες» -και όπως μισοβλέπετε, η ακλισία δεν είναι γενικευμένο φαινόμενο στην περιοχή, αφού τον κάθετο δρόμο τον κλίνουν: οδός Νίκης.

Για να είμαι δίκαιος, πρέπει να πω ότι στις παρυφές της Αγιαμαρίνας είδα και μιαν άλλη πινακίδα, πιο επίσημη (δίγλωσση) που έκλινε το τοπωνύμιο: Λεωφόρος Αγ. Μαρίνας-Πορτών (αν και το είχε με κεφαλαία, οπότε δεν ξέρουμε στα σίγουρα πού θα έβαζε τον τόνο). Εδώ, έχουμε έλξη: η πρώτη, εύκολη, γενική τραβάει και τη δεύτερη, τη δύστροπη.

nopaΑλλά σκέτο «Λεωφόρος Πορτών» δεν είδα πουθενά, ενώ όσο ήμουν στο χωριό πρόσεξα κοντά στο μικροσκοπικό λιμανάκι ένα παράπηγμα όπου είχε τα γραφεία του ο ναυτικός σύλλογος του χωριού, ο οποίος ονομάζεται «Ναυτικός Όμιλος Πόρτες Αίγινας» και όχι «Ναυτικός Όμιλος Πορτών».

Μένουν άκλιτες λοιπόν οι Πόρτες επειδή η γενική πληθυντικού της πόρτας είναι δύσχρηστη, παρόλο που πρόκειται για ένα κοινότατο ουσιαστικό και παρόλο που σε κάθε σπίτι υπάρχουν πολλές πόρτες. Ο ενικός δεν έχει πρόβλημα, βέβαια. Και το πρόβλημα το έχουν μόνο τα θηλυκά -όχι όλα όμως. Δεν το έχουν οι λόγιες λέξεις ή οι λέξεις της καθαρεύουσας -για να μείνουμε στις πόρτες, λέμε «ακολουθεί πολιτική ανοικτών θυρών» ή «η συνεδρίαση έγινε κεκλεισμένων των θυρών». Θα μου πείτε, αυτές είναι εκφράσεις παγιωμένες. Αλλά και σε μη παγιωμένες εκφράσεις, μπορεί να διαβάσετε ότι «οι υαλοπίνακες των θυρών εισόδου πρέπει να είναι από άθραυστο κρύσταλλο» -αλλά, «το ξύλο στις πόρτες είναι δεσποτάκι» (τον παλιό καιρό, τότε πολύ παλιά που ο κόσμος έχτιζε σπίτια, την είχα ακούσει αρκετές φορές αυτή τη φράση).

Δεν είναι μόνο η πόρτα που έχει δυσκολία με τη γενική πληθυντικού. Όπως έχω ξαναγράψει, πριν από μια-δυο γενιές όλοι σχεδόν οι Έλληνες είχαμε κότες στην αυλή μας (βέβαια, μερικοί τις λέγαμε όρνιθες), κι όμως ο τύπος ‘των κοτών’ ελάχιστα ειπώθηκε και δεν στέριωσε, και σήμερα πολύ λίγο λέγεται (αν εξαιρέσουμε το ευφυές «Κοτών κλαμπ» που είδα σε πινακίδα κοτοπουλάδικου). Και δεν είναι μόνο η κότα, είναι και η βρύση, είναι και η πίτα, είναι και η σκάλα, και η καφετιέρα, και η βέρα, και η ταρίφα και εκατοντάδες άλλα κοινά ουσιαστικά, πολύ περισσότερο αν πάμε σε υποκοριστικά (σακουλίτσα, καμαρούλα κτλ.) Η αλήθεια είναι ότι με τα καινούργια ουσιαστικά, που τρίβονται πολύ περισσότερο στον σημερινό καθημερινό λόγο και που δεν πέρασαν από τις συμπληγάδες της διγλωσσίας, η γενική πληθυντικού ήρθε πιο αβίαστη: έτσι, ενώ το κότες-κοτών δεν στέριωσε, το κάρτες-καρτών το λέμε σχεδόν χωρίς να σκοντάφτουμε, και το τηλεκάρτες-τηλεκαρτών ακόμα πιο αβίαστα (αν και, πάνω που το συνηθίσαμε, εξέλιπαν οι τηλεκάρτες).

Ίσως σκοντάφτουμε στο ‘κοτών’ και στο ‘βρυσών’ επειδή επί διγλωσσίας είχαμε την εύκολη λύση να πούμε (και κυρίως, να γράψουμε) ‘ορνίθων’ και ‘βρύσεων’ και ίσως οι σημερινοί νέοι να εξομαλύνουν, με τη χρήση, και άλλες παλιότερες ασυμμόρφωτες γενικές.

Οι οποίες, προς το παρόν, υπάρχουν. Το λεξικό Μπαμπινιώτη μάλιστα, αναγνωρίζει δυο σκάλες δυσκολίας. Κάποια ουσιαστικά τα χαρακτηρίζει «χωρ.γεν.πληθ.» (χωρίς γενική πληθυντικού) και κάποια άλλα «δύσχρ.», δύσχρηστη γενική.

Παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας, χωρίς γενική πληθυντικού, από τη λεξικογραφική γειτονιά της κότας, έχουμε: κόλλα, κολομπίνα, κολόνια, κομάρα, κομότα, κομμούνα, κομπίνα, κομπόστα, κόμπρα, κομπρέσα, κονκάρδα, κονόμα, κοντεσίνα, κοπέλα, κόπια, κόρα, κορδελιάστρα, κοριτσομάνα, κόσα, κοσκινίστρα, κότα, κοτρόνα. [Η έκδοση που έχω δίνει επίσης «χωρ.γεν.πληθ.» το κοτόπουλο, που είναι ολοφάνερη αβλεψία από κοπυπάστη].

Παραδείγματα δύσχρηστης, κατά Μπαμπινιώτη, γενικής πληθυντικού είναι: κουβαρίστρα, κουζίνα, κούκλα, κουμούλα, κουμπότρυπα, κούρσα, κρεατόπιτα.

Να σημειώσω ότι ο Μπαμπινιώτης στην πόρτα δίνει κανονικά τη γενική πληθυντικού «πορτών», δηλ. δεν τη θεωρεί δύσχρηστη ούτε, κατά μείζονα λόγο, ανύπαρκτη.

Αυτά βέβαια είναι και υποκειμενικά -για παράδειγμα, μπορεί εσείς να βρίσκετε μη δύσχρηστες κάποιες από τις παραπάνω γενικές πληθυντικού, ενώ δεν αποκλείω κάποιοι, στη μητρική τους διάλεκτο, να χρησιμοποιούν αβίαστα το «κομποστών» ή το «κοπελών».

Άλλωστε, και γενικότερα η χρήση της γενικής πτώσης διαφέρει από περιοχή σε περιοχή -ο Χατζιδάκις, ας πούμε, θεωρούσε ρουμελιώτικο ιδίωμα την αντιπάθεια προς τη γενική. Στην Κρήτη και στα νησιά των Κυκλάδων, νομίζω, τη χρησιμοποιούν περισσότερο. Στο άλλο άκρο, ένας γλωσσολόγος που συζητούσαμε τις προάλλες, μου έλεγε ότι στην Κοζάνη (ή σε κάποια περιοχή του νομού) στο τοπικό ιδίωμα αποφεύγουν εντελώς τη γενική, δηλαδή αν θέλουν να πουν «φέρανε τα ρούχα του δάσκαλου» λένε «φέραν τα ρούχα απ’ το δάσκαλο».

Στη σημερινή νεοελληνική, σιγά σιγά όλο και περισσότερες γενικές πληθυντικού θα χρησιμοποιούνται στον γραπτό λόγο (στον προφορικό θα τις αποφεύγουμε περισσότερο), αλλά και πάλι χρειάζεται και κοινός νους. Όπως έχω ξαναγράψει, ανατριχιάζω όταν διαβάζω, σε επίσημα κρατικά και ευρωενωσιακά έγγραφα, την απαγόρευση της χρήσης της τάδε ουσίας «σε ζελέ ζαχαροπλαστικής, συμπεριλαμβανομένων των ζελεδομπουκίτσων»! Στοιχειώδης καλαισθησία εδώ θα επέβαλλε την αποφυγή της γενικής (π.χ.: σε ζελέ ζαχαροπλαστικής, μεταξύ άλλων σε ζελεδομπουκίτσες, ό,τι κι αν είναι αυτό).

Όσο για τις Πόρτες, ομολογώ ότι προτιμώ το άκλιτο, «Λεωφόρος Πόρτες»!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !