Λεξιλογώντας για την Ασπίδα της Αρβέρνης (Αστερίξ)

🕔20/10/2016 09:42

Εδώ και δύο χρόνια έχω αρχίσει να παρουσιάζω, κάθε δυο μήνες, από μία περιπέτεια του Αστερίξ, ενός από τα πιο αγαπημένα μου κόμικς. Βέβαια, τον τελευταίο καιρό αθέτησα, και μάλιστα δυο φορές, το ραντεβού της διμηνίας -πριν τριτώσει το κακό, ξαναπιάνω το νήμα.

Όπως έχω πει, με μια δόση υπερβολής βέβαια, οι 24 τόμοι του Αστερίξ (εννοώ την κοινή δημιουργία του Ρενέ Γκοσινί και του Αλμπέρ Ουντερζό) είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Τουλάχιστον η γενιά μου, που γνώρισε τον Αστερίξ στα φοιτητικά της χρόνια, τον αγάπησε σχεδόν ομόθυμα -και η ανταπόκρισή σας σε αυτές τις δημοσιεύσεις ήταν πολύ θετική, οπότε είχα πει ότι θα αρχίσω να παρουσιάζω στο ιστολόγιο, έναν προς έναν, τους 24 τόμους του Αστερίξ, κάτι που, με μια συχνότητα έναν τόμο κάθε δίμηνο (και εφόσον δεν κάνω παρασπονδίες, όπως έκανα φέτος), θα μας πάρει τέσσερα χρόνια.

Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη 2015 είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη 2015 παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς, αλλά στα τέλη Αυγούστου δεν είχαμε περιπέτεια για τεχνικούς λόγους. O κύκλος συνεχίστηκε στα μέσα Οκτωβρίου με τον Αστερίξ στην Κορσική και η τελευταία δημοσίευση για το 2015 ήταν την παραμονή των Χριστουγέννων με τον Αστερίξ Λεγεωνάριο. Το 2016 ξεκίνησε με την περιπέτεια Οβελίξ και σία τον Φλεβάρη, ενώ τον Απρίλιο ανέβασα το Δώρο του Καίσαρα. Τον Ιούνιο είχε πέσει πολλή δουλειά, τον Αύγουστο είχαμε το… θερινό ραστόνι (και θα ήταν ευκαιρία να βάλουμε τον Αστερίξ Ολυμπιονίκη, κρίμα), αλλά σήμερα θα παρουσιάσουμε τη δέκατη περιπέτεια της σειράς και ελπίζω να συνεχίσω τακτικά στο εξής. Πρόκειται για την Ασπίδα της Αρβέρνης.

Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν σε αυτοτελείς τόμους στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που (νομίζω πως) βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο.

Εγώ έχω γαλουχηθεί με τις μεταφράσεις του Ψαρόπουλου, και ομολογώ πως τις βρίσκω καλύτερες, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τις έχω συνηθίσει. Από την άλλη, ο δεύτερος μεταφραστής βρίσκεται σε δύσκολη θέση, διότι ίσως αισθάνεται αναγκασμένος να αποφύγει τα λογοπαικτικά ευρήματα του πρώτου. Ένα σταθερό χαρακτηριστικό των παρουσιάσεων που κάνω εδώ είναι η σύγκριση των δύο ελληνικών μεταφράσεων, Ψαρόπουλου και Μαμούθ. Η κυρία Ιρένε Μαραντέι, που έχει κάνει τις μεταφράσεις της σειράς Μαμούθ, μάς έκανε την τιμή να σχολιάσει εδώ και να επισημάνει ότι δεν προσπάθησε να αποφύγει τις μεταφραστικές επιλογές του Αργύρη Χιόνη, όπως είχα υποθέσει.

Την περιπέτεια, όπως εκδόθηκε από τον Ψαρόπουλο, τη σκανάρισε κάποιος φίλος. Ίσως έχει ένα μικρό πρόβλημα το σκανάρισμα, κάπως θαμπές μου φαίνονται μερικές σελίδες. Τέλος πάντων, την περιπέτεια την ανέβασα σε έναν ιστότοπο φιλοξενίας, απ’ όπου μπορείτε να την κατεβάσετε ή να τη διαβάσετε ονλάιν.

Η Ασπίδα της Αρβέρνης είναι η 11η από τις 24 περιπέτειες του Αστερίξ από το δίδυμο Γκοσινί-Ουντερζό. Παρουσιάστηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Πιλότ το 1967 και τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε σε αυτοτελή τόμο. Είναι μια από τις «ταξιδιωτικές» περιπέτειες, αλλά οι ήρωες δεν ταξιδεύουν σε κάποιο μακρινό μέρος, αλλά μέσα στη Γαλατία -στην καρδιά της μάλιστα.

Κατά τη γνώμη μου, είναι μια από τις καλύτερες περιπέτειες του Αστερίξ, με άφθονες σκηνές που βγάζουν πολύ γέλιο, και στην έκδοση του Ψαρόπουλου ευτύχησε να έχει τον Αργύρη Χιόνη σε μεγάλα κέφια, με αποτέλεσμα να δώσει αρκετές «παροιμιακές» ατάκες, τουλάχιστον για τη γενιά μου.

Η υπόθεση

Η περιπέτεια ξεκινάει με μια ιστορική αναδρομή, μιας σελίδας. Μαθαίνουμε εκεί ότι μετά την ήττα των Γαλατών στην Αλέσια, ο Βερσενζετορίξ, ο αρχηγός τους, δήλωσε υποταγή στον Καίσαρα ρίχνοντας τα όπλα του στα πόδια του. Κάποιος Ρωμαίος τοξότης πήρε την ασπίδα του Γαλάτη αρχηγού, αλλά την έχασε στα ζάρια από έναν λεγεωνάριο. Ένας εκατόνταρχος που περνούσε κατάσχεσε την ασπίδα, αλλά την έδωσε σε έναν ταβερνιάρη για λίγο κρασί. Ο ταβερνιάρης τη χάρισε σε έναν Γαλάτη πολεμιστή που γυρνούσε στο χωριό του μετά την ήττα…

Και μετά το προοίμιο αυτό, βρισκόμαστε στο γαλατικό χωριό, όπου ο αρχηγός, ο Μοναρχίξ (Μαζεστίξ για τους νεότερους) έχει πόνους στο συκώτι επειδή το έχει παρακάνει στα τσιμπούσια. Ο δρυίδης συνιστά να κάνει κούρα στα ιαματικά λουτρά της Αρβέρνης. Ο αρχηγός δεν το κρίνει σκόπιμο να πάει, αλλά υποχωρεί στην πίεση της γυναίκας του και παίρνει μαζί του για συνοδούς τον Αστερίξ και τον Οβελίξ (και τον Ιντεφίξ). Να πούμε εδώ ότι πρόκειται για την πρώτη περιπέτεια στην οποία εμφανίζεται η γυναίκα του Μοναρχίξ, η οποία θα παίξει καίριο ρόλο σε αρκετές περιπέτειες στο εξής.

Στο δρόμο προς τη λουτρόπολη, οι τρεις ταξιδιώτες τιμούν δεόντως την κουζίνα των καπηλειών που βρίσκουν στο δρόμο τους, οποτε το πρόβλημα του αρχηγού χειροτερεύει. Στη λουτρόπολη ο Μοναρχίξ αρχίζει αυστηρή δίαιτα, αλλά ο Οβελίξ και ο Αστερίξ περιδρομιάζουν αγριογούρουνα. Ο πειρασμός είναι μεγάλος για τους πεινασμένους ασθενείς, οπότε ο Μοναρχίξ λέει στους συνοδούς του να πάνε να τον περιμένουν στη Ζεργκόβια μέχρι να τελειώσει την κούρα.

Στο δρόμο προς τη Ζεργκόβια, οι δυο φίλοι συναντούν τυχαία τον ειδικό απεσταλμένο του Καίσαρα τον Τούλιους Φόσκους και τον ξυλοφορτώνουν. Μόλις το μαθαίνει αυτό ο Καίσαρας, αποφασίζει, για να δώσει ένα μάθημα στους Αρβέρνιους, να τελέσει θρίαμβο στη Ζεργκόβια, πάνω στην ασπίδα του Βερσενζετορίξ. Όμως η ασπίδα (όπως είδαμε στο προοίμιο) έχει χαθεί και ο Καίσαρας αναθέτει στον Φόσκους να τη βρει πάση θυσία.

Ο Οβελίξ κι ο Αστερίξ μαθαίνουν τα σχέδια του Καίσαρα και αποφασίζουν να βρουν εκείνοι πρώτοι την ασπίδα. Μετά από διάφορες περιπέτειες και συμπτώσεις, αποδεικνύεται ότι ο Γαλάτης πολεμιστής που είχε πάρει την ασπίδα ήταν ο Μοναρχίξ και ότι η ασπίδα της Αρβέρνης δεν είναι άλλη από την ασπίδα πάνω στην οποία τον μεταφέρουν συνήθως οι βαστάζοι του. Κι έτσι, αντί να τελέσει θρίαμβο ο Καίσαρας, παρελαύνει ο Μοναρχίξ πάνω στη ασπίδα του Βερσενζετορίξ.

Ονόματα ηρώων Είναι πολλά, θα πω μόνο τα σπουδαιότερα.

* Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ στην Ζεργκόβια γνωρίζονται με έναν ταβερνιάρη, που τους φιλοξενεί και τους κρύβει. Λέγεται Alambix στα γαλλικά, όνομα που παραπέμπει στο alambic, τη συσκευή απόσταξης του οινοπνεύματος (δάνειο από τον άμβυκα, μέσω αραβικών· από την ίδια ρίζα και ο λαμπίκος, έχουμε γράψει άρθρο). Ο Χιόνης το απέδωσε Κρασοκανατίξ, η Μαραντέι το είπε, πιο κοντά στο πρωτότυπο, Αποστακτηρίξ.

* Ο ειδικός απεσταλμένος του Καίσαρα στα γαλλικά λέγεται Tullius Fanfrelus, λογοπαίγνιο με τη λέξη fanfreluche που είναι είδος γυναικείου αξεσουάρ. Η Μαραντέι τον αποδίδει Τούλιους Μπιχλιμπίδιους, ο Χιόνης Τούλιους Φόσκους (όχι Φούσκους, για να παίξει με την αρβερνιάτικη προφορά).

Να πω εδώ ότι ο ειδικός απεσταλμένος του Καίσαρα ταξιδεύει μέσα σε μια πολυτελή σκηνή που την κουβαλάνε, πάνω σε φορείο, τέσσερις μαύροι σκλάβοι. Όταν τον ξυλοφορτώνουν οι Γαλάτες, οι μαύροι σκάνε χαμόγελο, και σταδιακά, όσο περισσότερο πέφτουν οι φάπες, σκάνε στα γέλια.

arbaffes– Οι περισσότεροι Ρωμαίοι έρχονται στην Αρβερνη για λουτροθεραπεία. Εγώ είμαι ίσως ο μόνος που έρχεται εδώ για καρπαζοθεραπεία.

Μεταφράζοντας μια δεκαετία αργότερα, η Μαραντέι προτιμά το «μπουφλοθεραπεία».

* Ένας λεγεωνάριος της φρουράς της Ζεργκόβιας, λουφαδόρος περιωπής, λέγεται Caius Joligibus. Το γαλλικό όνομα σημαίνει «ωραίο gibus», όπου gibus είναι το καπέλο τύπου κλακ. Ο Χιόνης τον αποδίδει Κάιους Σπάρους, ενώ η Μαραντέι, περίπου το ίδιο, Κάιους Σπαρίλους.

Ο λουφαδόρος αυτός έχει μερικές σκηνές που βγάζουν πολύ γέλιο. Επειδή οι κάτοικοι της Ζεργκόβιας είναι όλοι καρβουνιάρηδες, οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι που ψάχνουν στις καρβουναποθήκες βγαίνουν μουτζουρωμένοι -εκτός από εκείνον, που λουφάριζε. Οπότε…

ardenonce

– Όσο για σένα, λουφαδόρε, θα σε συγυρίσω!
– Ποιος μπαγάσας με κάρφωσε;

Λες και χρειαζόταν να τον καρφώσει κάποιος!

* Ο Ρωμαίος που πήρε την ασπίδα του Βερσενζετορίξ και την έχασε στα ζάρια μετά την αποστράτευσή του ασχολήθηκε με το εμπόριο τροχών για άμαξες και έπιασε την καλή. Λέγεται Coquelus (λογοπαίγνιο με το coqueluche, που είναι ο κοκκύτης) και εδρεύει στην Νεμοσσό, που είναι το σημερινό Κλερμόν Φεράν. Εδώ είναι σαφής για τον Γάλλο αναγνώστη ο υπαινιγμός για την εταιρεία Michelin που φτιάχνει ελαστικά αυτοκινήτων και που ξεκίνησε τις δραστηριότητές της από το Κλερμόν Φεράν.

Λογοπαίγνια και ατάκες

Οι σημερινοί Ωβερνιάτες μιλάνε τα γαλλικά με ιδιαίτερη προφορά, οπότε ο Γκοσινί βάζει και τους Αρβέρνιους να έχουν διαφορετική προφορά, και συγκεκριμένα να προφέρουν παχύ το s, δηλαδή να το προφέρουν ch. Στα ελληνικά δεν έχουμε τρόπο να αποδώσουμε γραπτώς το παχύ σ, που δεν υπάρχει στη γλώσσα μας με φωνηματική αξία, οπότε οι δυο μεταφραστές του έργου είχαν ένα πρόβλημα, πώς θα το αποδώσουν.

Ο Χιόνης επέλεξε, εύστοχα νομίζω, να βάλει τους Αρβέρνιους να μιλάνε χωριάτικα, με ου αντί για ο και κόβοντας φωνήεντα, π.χ. Ψουνίζμ’ ου ένας απ’ τουν άλλ’ κι λέμ’ κι καναδυό κουβηντούλς. Η Μαραντέι μετατρέπει τα σ σε ζ, δηλ. Ψωνίζουμε ο έναζ από τον άλλον κι έτζι τα κουτζολέμε -που το βρίσκω αφύσικο.

Ο Οβελίξ έχει πρόβλημα με την αρβερνιάτικη προφορά. Des choux (λάχανα) λέει η ταβερνιάρισσα -εδώ το ch είναι παχύ και στα κανονικά γαλλικά. Des sous? (λεφτά) ρωτάει ο Οβελίξ απορημένος.

* Ένα αμετάφραστο λογοπαίγνιο. Στη λουτρόπολη, ο Οβελίξ βουτάει σε μια πισίνα και την αδειάζει εκνευρίζοντας τους άλλους λουόμενους. Ύστερα, πηγαίνει και κολυμπάει στην άλλη. Έρχεται ο επικεφαλής και ρωτάει τον Μοναρχίξ «Πού είναι οι Γαλάτες σου»;

arpiscine

Ο Μοναρχίξ απαντάει Mes Gaulois sont dans la pleine που θα πει κατά λέξη «Οι Γαλάτες μου είναι στη γεμάτη (πισίνα)» αλλά είναι και υπαινιγμός σε ένα τραγουδάκι που λέει Les Gaulois sont dans la plaine (οι Γαλάτες είναι στην πεδιάδα). Το λογοπαίγνιο είναι αμετάφραστο. Η Μαραντέι μεταφράει κατά λέξη («Οι Γαλάτες μου είναι στη γεμάτη»). Ο Χιόνης προτιμά, πολύ εύστοχα κατά τη γνώμη μου, να το αποδώσει με ένα δικο του έξυπνο λογοπαίγνιο: Κολυμπάνε σε πισίνες ευτυχίας.

* Στην ίδια σκηνή, ο Αστερίξ μαλώνει τον Οβελίξ που με τη βουτιά του άδειασε την πισίνα και του λέει: «Όχι βουτιές. Ο Αρχιμήδης, ένας Έλληνας, είπε…» Και η αναπόφευκτη απάντηση του Οβελίξ: «Είναι τρελοί αυτοί οι Έλληνες!»

argalliard* Μια κλασική ατάκα που έγινε παροιμιώδης στην παρέα μου εμφανίζεται στην πρώτη σελίδα της περιπέτειας.

Ο εκατόνταρχος σταματάει τον λεγεωνάριο λέγοντάς του το πασίγνωστο Quo vadis.

Η Μαραντέι το αποδίδει πιστά: Ε, λεβέντη, Quo vadis?

Ο Χιόνης πιο ελευθερα και πολύ πετυχημένα: Ε, κβο βάντις παλικάρι αγκαλιά με το σκουτάρι;

Θυμάμαι τότε που ήμουν φοιτητής, ότι στις παρέες μου συχνά άκουγες τη φράση «πού πηγαίνεις παλικάρι, αγκαλιά με το σκουτάρι;»

* Οι Αρβέρνιοι πουλάνε όλοι τους κρασί και κάρβουνα. Όπως είπα και παραπάνω, κάθε έρευνα των Ρωμαίων για κρυμμένα, έχει συνέπεια ότι αυτοί που ψάχνουν γίνονται κατάμαυροι -κάτι που δίνει αφορμή για ορισμένα ωραία λογοπαίγνια.

arsombres

Το επίθετο sombres έχει πολλές σημασίες. Σημαίνει «θλιμμένος, κατηφής», όμως, προκειμένου για χρώματα, σημαίνει και «σκούρος».

– Δεν βρήκαν τίποτα. Κοιτάξτε ύφος σκοτεινό -μεταφράζει ο Χιόνης.

Εδώ προτιμώ τη λύση της Μαραντέι:

– Δεν βρήκαν τίποτα. Τα βάψανε μαύρα.

ardalle* Μαθήματα ανωτάτης λουφαδορικής.

Τον έχουν αγγαρέψει να σκουπίσει την αυλή.

— Τελείωσα το πρώτο μισό της πρώτης πλάκας, παίρνω μιαν ανάσα και μετά θα τελειώσω το δεύτερο μισό…. (Κι αυτή η ατάκα είχε γίνει παροιμιώδης στην παρέα μου).

* Στα γραφεία του έμπορου τροχών, υπάρχει σύστημα ενδοεπικοινωνίας -με σκλάβους που τρέχουν και μεταφέρουν την είδηση.

arcomm

Ο Οβελίξ γραπώνει τον αγγελιοφόρο και καμαρώνει. Το intercepter είναι το ρήμα (όπως και στα αγγλικά) που χρησιμοποιείται όταν υποκλέπτεται μια συνδιάλεξη, ένα μήνυμα κτλ.

Η Μαραντέι το αποδίδει απλά και καλά: – Έκοψα τις επικοινωνίες, Αστερίξ.

* Οι Γαλάτες είχαν ηττηθεί από τους Ρωμαίους στην Αλέσια. Σε τουλάχιστον δύο σημεία της περιπέτειας, ο Αστερίξ αναφέρει την Αλέσια, για να πάρει την οργισμένη απάντηση, μία από τον Μοναρχίξ και μία από τον ταβερνιάρη Κρασοκανατίξ: «Αλέσια; Τι είναι αυτή η Αλέσια; Δεν ξέρουμε καμιά Αλέσια!»

Το αστείο εδώ βρίσκεται στο ότι οι ιστορικοί δεν έχουν καταλήξει σε μια κοινώς αποδεκτή άποψη για το πού βρίσκεται η Αλέσια, ο τόπος της κρίσιμης μάχης. Κατά τον Γκοσινί, η αιτία είναι ο σοβινισμός των Γαλατών που αρνούνταν να μνημονεύσουν τον δυσοίωνο τόπο.

Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμα για το έξοχο αυτό άλμπουμ αλλά μάλλον θα σας έχω κουράσει. Έχει πολλά ακόμα λογοπαίγνια και αστεία ευρήματα, αλλά σας αφήνω να τα βρείτε μόνοι σας -αλλά και να μην τα βρείτε, η περιπέτεια δεν χάνει τη χάρη της.

Και μια ιδιαιτερότητα της περιπέτειας: κάποιος Γαλάτης λείπει από το τσιμπούσι με το οποίο, παραδοσιακά, γιορτάζεται η επιστροφή των ηρώων στο τέλος. Αλλά δεν είναι ο βάρδος Κακοφωνίξ, οπως συχνά συμβαίνει. Αυτή τη φορά, ο μεγάλος απών είναι ο αρχηγός Μοναρχίξ, που γύρισε θριαμβευτής από τη Ζεργκόβια αλλά του έβαλε τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι η κυρά του και του απαγόρευσε να πάει στο συμπόσιο για να μην πάθει ξανά τα ίδια. Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός, που έλεγε κι εκείνο το παλιό τραγουδάκι…

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !