Κριτική θεάτρου: Young Lear

🕔21/10/2016 10:10
(21-10-2016)

Γράφει η Κατερίνα Πεσταματζόγλου

"Υoung Lear" των Ιόλης Ανδρεάδη και Άρη Ασπρούλη, σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη, στο Θέατρο Θησείον. (Αθήνα)

Η παράσταση "Young Lear" αφού έδωσε το παρόν στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών, παρουσιάζεται ξανά στη σκηνή του θεάτρου Θησείον. Πρόκειται για ένα νέο κείμενο της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη, με εμβόλιμα κομμάτια από τον διασκευασμένο "Βασιλιά Ληρ" του Σαίξπηρ.

Πέντε αδέλφια στον θάλαμο αναμονής ενός νοσοκομείου, περιμένουν την έκβαση της χειρουργικής επέμβασης του πατέρα τους. Την ώρα της αναμονής ένας από τους δύο γιους (Μιλτιάδης Φιορεντζής, Θύμιος Κούκιος) ξεκινά ένα παλιό οικογενειακό παιχνίδι. Υιοθετεί τον ρόλο του πατέρα τους και όπως συνήθιζε εκείνος, υποδύεται τον Βασιλιά Ληρ προσπαθώντας να μειώσει την εσωτερική ψυχολογική ένταση των υπολοίπων. Κεντρικός άξονας του έργου θεωρείται η αιφνιδίως αποκτηθείσα εξουσία του ενός από τα πέντε της οικογένειας και ο τρόπος διαχείρισής της. Η ενέργεια αυτή προκαλεί αντιδράσεις σχετικές με την αυθαίρετη πρωτοβουλία της ανάληψης των πατρικών, άρα αρχηγικών καθηκόντων.

Γνωστός πια ο συνδυασμός κλασικού και πρωτότυπου κειμένου, άλλοτε φωτίζει νέες πτυχές του παλαιού έργου και οδηγείται σε καρποφόρα αποτελέσματα, και άλλοτε τείνει προς μια στείρα κατασκευή κειμενικών συγκερασμάτων, που γίνονται μόνο και μόνο για να γίνουν. Στην προκειμένη περίπτωση η ένωση των δύο κείμενων (του σαιξπηρικού και του νέου), μάλλον διολίσθησε προς μια ατελέσφορη σύζευξη παλαιού-καινούργιου που ούτε είχε να προσθέσει κάποια νέα ερμηνεία στον "Ληρ", μα ούτε καν το είδε με μια φρέσκια ματιά, με αποτέλεσμα να μην προσφέρει κάτι ανατρεπτικό ή έστω ανανεωτικό. Οι "κακές λέξεις" που χρησιμοποιήθηκαν για να προσδώσουν αμεσότητα και ρεαλισμό, δεν υποστηρίζονταν από το υπόλοιπο κείμενο και λειτούργησαν αρνητικά, πετώντας τον θεατή έξω από το κλίμα του έργου -αρκετά συνηθισμένη παγίδα για τους κειμενογράφους και τους νέους συγγραφείς. Εντούτοις, απεδείχθη θετική κίνηση η συρρίκνωση ορισμένων σχοινοτενών μονολόγων του "Ληρ" που θα κούραζαν τον θεατή.

Ο "Young Lear" κράτησε τα βασικότερα στοιχεία του δράματος του Σαίξπηρ. Είδαμε εναργώς τη δυσήνια κόρη (την υποδυόταν η Μαρία Προϊστάκη), τον γεραρό πατέρα να καταπέφτει (έστω και μέσα σε ένα δωμάτιο κλινικής χωρίς να τον βλέπουν οι θεατές), τα "αγαπημένα" αδέλφια έχοντας ανομολόγητους σκοπούς να βυσσοδομούν για να πάρουν την εξουσία, οι ωφελιμιστικές τους βλέψεις να θραύουν τις σχέσεις τους και εν τέλει κανείς να μην βγαίνει κερδισμένος ή αλώβητος. Αισθητή και η παρουσία του χαρακτηριστικού "τρελού", συνηθισμένη στα έργα του Σαίξπηρ (Γιώργος Κισσανδράκης).

Στο πρακτικό κομμάτι, η υποκριτική χωρίστηκε διακριτά σε ρεαλιστική, για τα κομμάτια του σύγχρονου κειμένου, και σε (ελαφρώς) φορμαλιστική για τα σαιξπηρικά χωρία.
Η σκηνογραφία της παράστασης καλόγουστη και "σεμνή", αρκετά υποστηρικτική για το έργο. Τα σκηνικά και τα κοστούμια σχεδιασμένα από τη Δήμητρα Λιάκουρα, χρωματικά έδεναν εξαιρετικά μεταξύ τους και χάιδευαν το μάτι του θεατή με τους παλ τόνους τους προσδίδοντας ενδιαφέρον στον άσπρο, παγερό, νοσοκομειακό φωτισμό. Το ηχοτοπίο του Γιάννη Χριστοφορίδη αποτέλεσε ένα διακριτικό ηχητικό χαλί που απέδιδε άψογα την αίσθηση της κλινικής.

Ως καλοπροαίρετος θεατής, ξεκίνησα με ενδιαφέρον να δω το έργο, μα στη συνέχεια το ενδιαφέρον αυτό ολοένα έφθινε. Το διαρκώς εναλλασσόμενο παιχνίδι του θεάτρου εν θεάτρω άλλοτε τόνωνε τις όποιες αδυναμίες στη ροή της παράστασης, και άλλοτε ήταν απλώς αναμενόμενο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σκηνή της διαμάχης-σωματικής πάλης των δύο αδελφών, που θύμισε έντονα τη φετινή μάχη Ετεοκλή-Πολυνείκη στους "Επτά επί Θήβας" σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις, ανέβασε τον ρυθμό της παράστασης και αποδόθηκε με την κατάλληλη ενέργεια από τις δύο ηθοποιούς (Χριστίνα Γαρμπή, Ελεάνα Καυκαλά).

Παρά τις αντιρρήσεις μου για το προκύψαν κείμενο, υπό ένα λίγο πιο φιλοσοφικό πρίσμα, το έργο μέσω της σκηνοθεσίας τροφοδοτεί τον θεατή με ποικίλες σκέψεις. Οι ηθοποιοί συνεχώς μπαινόβγαιναν μέσα σε δύο συνθήκες, αυτή του παιχνιδιού και αυτή της πραγματικότητας. Συχνά τα όρια μεταξύ αλήθειας και παιχνιδιού ήταν δυσδιάκριτα ακόμη και για τους ίδιους τους ήρωες του έργου. Αν το δούμε συγκριτικά με τη δική μας πραγματικότητα, παρατηρούμε ότι υπηρετώντας τους ρόλους που μας επιβάλλονται από την κοινωνία και συμμετέχοντας στο καθημερινό θέατρο της ζωής, μπερδεύουμε το πού τελειώνει ο ένας ρόλος και πού αρχίζει ο άλλος. Η διαφορά που έχουμε με τους ηθοποιούς είναι ότι εκείνοι βρίσκονται προστατευμένοι μέσα σε ένα θεατρικό πλαίσιο, απαλλαγμένοι από τα απότοκα των πράξεων και των λόγων τους, ενώ εμείς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις συνέπειές τους. Την ασφάλεια του ρόλου αποζητούσαν λοιπόν και οι χαρακτήρες του "Young Lear" προκείμενου να διεκδικήσουν αυτά που επιθυμούσαν, να κάνουν αυτά που στην πραγματική τους ζωή δεν μπορούσαν ή δεν τολμούσαν να κάνουν, εξ ου και η εμμονική σχεδόν προσκόλλησή τους σε αυτό το παιχνίδι. Η λογική όμως "what happens in this game, stays in this game", μάλλον δεν κατάφερε να τους σώσει από την ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων…
Συνέχεια του άρθρου
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !