Κριτική θεάτρου: Κατερίνα

🕔16/10/2016 10:46
(16-10-2016)

Γράφει ο Κορνήλιος Ρουσάκης

"Κατερίνα" του Αύγουστου Κορτώ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, στο Θέατρο Εγνατία (Θεσσαλονίκη)

Πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια, οι μυθιστορηματικές σελίδες καταλαμβάνουν τη θεατρική σκηνή κι ακόμη συχνότερα αυτό συμβαίνει με τη μορφή μονολόγων. Η λογοτεχνία ανακυκλώνει κι αναδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα "απορρίμματα" της καθημερινότητας. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η θεατρική του μυθιστορήματος του Αύγουστου Κορτώ, "Το βιβλίο της Κατερίνας", από τον Γιώργο Νανούρη. Η αληθινή ιστορία της μητέρας του συγγραφέα, που πολέμησε για 35 χρόνια με τη διπολική διαταραχή, παρουσιάζεται στη σκηνή.

Η γνωστή ρέουσα γλώσσα του Κορτώ —που σ' αυτή την προσωπική του κατάθεση καταφέρνει να απογειώσει τον σαρκαστικό του λόγο, μετατρέποντας τον σε τρυφερό αυτοσαρκασμό— και η γλαφυρή περιγραφή εικόνων και περιστατικών με έντονη θεατρικότητα, έδωσαν ένα έτοιμο κι ανοιχτό πεδίο δραματουργικής δράσης στον σκηνοθέτη της παράστασης. Κι εκείνος το αξιοποιεί στο έπακρο, το αναδεικνύει, το απογειώνει. Επιλέγει να εικονοποιήσει τις μυθιστορηματικές σελίδες, αντιπαραβάλλοντας τον χειμαρρώδη λόγο της Κατερίνας με την απόλυτη λιτότητα στα υλικά που συνθέτουν ένα θεατρικό συμβάν: σκηνικός χώρος, ήχος, φως. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ουσιαστικά μεστό και καίρια θεατρικό, ακόμη και στις στιγμές που "φλερτάρει" παραπάνω απ' ότι πρέπει με το αναλόγιο.

Σε μια γυμνή σκηνή με ψυχρούς τοίχους, με το μουσικό σχόλιο από μια κιθάρα (ο lolek βρίσκεται επί σκηνής και σχολιάζει μουσικά τη δράση) και μόνο με το φως που βγάζει ένας φακός χειρός, η νεκρή μητέρα του συγγραφέα "επιστρέφει" (πολύ δυνατή η πρώτη σκηνή όπου η γυναίκα περιγράφει τη στιγμή που τη βρίσκει νεκρή ο γιος της, επαναλαμβάνοντας διαρκώς τη φράση "Ο γιος μου με βρήκε") κι επιδίδεται σ' ένα ιλιγγιώδες εξομολογητικό flash back, παραθέτοντας με τόνο αυτοσαρκαστικό, όλες τις πτυχές της τριαντακονταπενταετούς μάχης με την κατάθλιψη και τη διπολική διαταραχή.

Ο Νανούρης επιλέγει ενδεικτικά σημεία του μυθιστορήματος —περίπου 30 σελίδες— για να δημιουργήσει το δραματουργικό σώμα της παράστασης. Η επιλογή του εύστοχη, επικεντρώνεται στις πιο χαρακτηριστικές, μύχια εσωτερικές και εκρηκτικά εξωστρεφείς στιγμές της Κατερίνας, από τον πρώτο πανικό της παιδικής ηλικίας έως το οδυνηρό φινάλε. Από τη σκηνή "παρελαύνουν" η κρίση πανικού στο σχολικό λεωφορείο, η αναπόφευκτη μοίρα της κληρονομικότητας, η φοβία του κλειστού χώρου, οι ύπουλες επιθέσεις της κατάθλιψης, τα φάρμακα, το αλκοόλ, οι παραισθήσεις και οι κλινικές, η δύναμη του έρωτα, η τρυφεράδα της μητρότητας και η οδύνη της αποβολής, η ομοφυλοφιλία. Και καθώς όλα αυτά αποδίδονται τόσο απλά και φυσικά, χωρίς ερμηνευτικές και σκηνοθετικές φιοριτούρες, καθώς ο πόνος που απλώνεται στην πάροδο των ετών αναδεικνύεται μέσα από επαναλαμβανόμενες χιουμοριστικές και σαρκαστικές ριπές, η προσωπική ιστορία ζωής της Κατερίνας μετατρέπεται στα 70 λεπτά της παράστασης (και μέρες μετά) σε μια καθολική αντίσταση απέναντι στο στίγμα των ψυχικών νοσημάτων.

Κακά τα ψέματα. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο αν δεν επωμιζόταν τον ρόλο της Κατερίνας, η Λένα Παπαληγούρα. Η ηθοποιός παραθέτει όλες τις εκφραστικές της δυνατότητες κι αναμετράται ασταμάτητα μαζί τους. Εκφράζει απόλυτα —κινησιολογικά κι ερμηνευτικά— τα ξέφρενα ξεσπάσματα αυτού του χαρακτήρα, καθώς παλινδρομεί στα στάδια της διπολικής διαταραχής, από τις υπερβολικές και σε μεγάλο βαθμό αναιτιολόγητες εκρήξεις χαράς, έως το έρεβος της απόλυτης θλίψης. Με το λουλουδάτο της φόρεμα χορεύει άτσαλα, σαν μικρό παιδί, το "Que Sera Sera", παραφράζοντας τους στίχους, λοιδορώντας την ασθένεια, βγάζοντας της τη γλώσσα κι αμέσως μετά βυθίζεται στις παρενέργειες των φαρμάκων και στο τέλμα του αλκοόλ.

Η Παπαληγούρα με πλαστικότητα στην κίνηση, απλότητα στην ερμηνεία (καταφέρνει ακόμη να αμβλύνει και τα έντονα χαρακτηριστικά του προσώπου της), πατάει ένα pause στην ανελέητη ροή και φθορά του χρόνου και μας βοηθά να καταγράψουμε στη μνήμη μας την εικόνα μιας Κατερίνας, για πάντα νέας και άφθαρτης, που με το βαρύ θεσσαλονικιώτικο λάμδα της και τις σκωπτικές ανατολίτικες λέξεις, αντιμετωπίζει με σαρκασμό το πρώτο ομοφυλοφιλικό σκίρτημα του γιου της στο δημοτικό ή το "μπλέξιμο" του άνδρα της με μια συνάδελφο του. Χωρίς ίχνος υπερβολής, ο ρόλος αυτός θα αποτελέσει μια ερμηνευτική σφραγίδα στη μετέπειτα πορεία της Λένας Παπαληγούρα κι ένα σημείο αναφοράς για τους θεατές που το 2014, το 2015, το 2016 (η παράσταση μπαίνει ήδη στον τρίτο της χρόνο), είδαν επί σκηνής αυτή την ειλικρινή και τρυφερή προσέγγιση ενός χαρακτήρα της διπλανής πόρτας.

Έχει, εντέλει, μια γλυκόπικρη θεατρική ομορφιά, το ξεδίπλωμα της ιστορίας της Κατερίνας. Έτσι όπως "ζωντανεύει" κάθε βράδυ στη σκηνή, μοιάζει να κλείνει το μάτι σ' όλες εκείνες τις "Κατερίνες" πού "έχουν μέσα τους έναν αχινό που συνεχώς ζητάει φαγητό" (όπως τραγουδά ο lokek στην παράσταση με στίχους που ενώ γράφτηκαν χρόνια πριν, μοιάζουν να μιλούν για την Κατερίνα) και που παλεύουν με το "τέρας" κι αγωνίζονται (γενναία επιτυχώς ή ηρωικά ανεπιτυχώς, δεν έχει σημασία) να αποτινάξουν το στίγμα του.
Συνέχεια του άρθρου
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !