Κριτική θεάτρου: Η Ωραία του Πέραν

🕔26/10/2016 09:50
(26-10-2016)

Γράφει η Ροδιά Βόμβολου

"Η Ωραία του Πέραν" του Δημητρίου Παπαδόπουλου (Τυμφρηστού), σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου και Θεοδώρας Καπράλου, στο Θέατρο Τ (Θεσσαλονίκη)

"Τικ τικ, τίκι τίκι τακ, κάνει η καρδιά μου σαν σε βλέπω, να διαβαίνεις" διακόπτεται ξαφνικά η αναμονή μας στον προθάλαμο του θεάτρου από την φωνή του Γιώργου Παπαγεωργίου να τραγουδάει το γνωστό ρεμπέτικο με τη συνοδεία κιθάρας. Ο τόνος της παράστασης που θα ακολουθήσει έχει ήδη δοθεί και η πρώτη εντύπωση έχει κερδηθεί. Ο λόγος για την "Ωραία του Πέραν" σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου και Θεοδώρας Καπράλου. Το νεαρό ζεύγος σκηνοθετών επέλεξε να ανεβάσει στη σκηνή το πολυδιαβασμένο ρομάντζο του Δημήτρη Παπαδόπουλου (Τυμφρηστός) γραμμένο την δεκαετία του 1920, απονέμοντας έτσι φόρο τιμής στον έρωτα και στο "αγνό" λαϊκό θέατρο.

Η χιλιοειπωμένη, χιλιοδιαβασμένη, χιλιοπαιγμένη ανά τους αιώνες: φτωχός νέος ερωτεύεται κεραυνοβόλα πλούσια νέα, η οποία ανταποδίδει τα αισθήματα και έτσι παλεύουν να ζήσουν τον έρωτα τους κόντρα στον στρυφνό πατέρα, στην πλούσια αντίζηλο και την κοινωνία. Όλα αυτά με φόντο την Κωνσταντινούπολη της δεκαετίας του ’20, όπως μας υποδηλώνει και το παιδικά ζωγραφισμένο τελάρο πάνω στην σκηνή.

Η δύναμη της παράστασης βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι παίρνει ένα τόσο κλισέ κείμενο και το διαχειρίζεται ως "υλικό" ενός παιχνιδιού, του παιχνιδιού της θεατρικής τέχνης. Η φόρμα δεν είναι άλλη από την γνωστή μας εναλλαγή ανάμεσα στην αφήγηση και την ενσάρκωση των ρόλων ενώ τα βασικά εργαλεία τους είναι λιγοστά σκηνικά αντικείμενα που λειτουργούν σημειωτικά. Και φυσικά η χρήση της μουσικής και των ήχων, τόσο από τους δύο ηθοποιούς, όσο και από τον Γιώργο Μαυρίδη που παίζοντας ζωντανά, άλλοτε μας μεταφέρει στην Πόλη με την λύρα του κι άλλοτε δημιουργεί το ηχητικό περιβάλλον. Οι σκηνοθέτες δεν ανέτρεξαν μόνο σε επίπεδο κειμένου στον γοητευτικό κόσμο προηγούμενων δεκαετιών αλλά και σε επίπεδο σκηνοθεσίας, καθώς η αναφορά στις τεχνικές των περιοδευόντων "μπουλουκιών" είναι εμφανής.

Η συνεχής μετάβαση από το χιούμορ και την υπονόμευση στην συγκίνηση υφαίνει μια παράσταση γεμάτη ευαισθησία, μεράκι και γλύκα. Οι δύο ηθοποιοί κινούνται με ευκολία και μέτρο ανάμεσα στην διάδραση με το κοινό εκτός ρόλου και την ταύτιση με τους ήρωες, με τον Γιώργο Παπαγεωργίου να υπερτερεί στη σκηνική άνεση και την ατάκα, ενώ την Αντιγόνη Φρυδά να μας μεταφέρει στην εποχή με την εκλεπτυσμένη φιγούρα της και να μας κερδίζει με την ευαισθησία της υποκριτικής της. Ο έρωτας του Αιμίλιου και της Ερμιόνης ξεχειλίζει από κάθε χαραμάδα της σκηνής δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ζεστή και σχεδόν ιερή –ιερός δεν είναι άλλωστε πάντα κι ο έρωτας; Πρόκειται για έναν ρομαντισμό που όσο κι αν νομίζεις ότι έχεις ισχυρά "αντισώματα", δεν μπορεί πάρα να σε επηρεάσει και να σε κάνει να σκεφτείς αυτόν τον μικρό φτερωτό θεό που πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει στις ζωές μας, τόσο διαφορετικά ωστόσο αρθρωμένος σε κάθε εποχή. Πρόκειται για την επιστροφή σ’ ένα θέατρο που δεν χρειάζεται να κρύψεις ούτε το γέλιο σου ούτε το κλάμα σου, που η συναισθηματική ταύτιση δεν ποινικοποιείται αλλά λειτουργεί λυτρωτικά, που ο μέσος θεατής μπορεί να το απολαύσει το ίδιο με τον θεωρητικό του θεάτρου. Ένα θέατρο στην ουσία του λαϊκό, ποιοτικό και ποιητικό.
Συνέχεια του άρθρου
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !