Καβγάς (πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη)

🕔27/11/2016 09:58
Νίκος Σαραντάκος

Τις προάλλες, ο φίλος μας ο Αφώτιστος Φιλέλλην έκανε λόγο, σε κάποιο σχόλιο, για τον Μιχαήλ Μητσάκη (1868-1916), μιαν από τις παραγνωρισμένες μορφές της λογοτεχνίας μας -και μού θύμισε ότι στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει καθόλου κείμενα του Μητσάκη, αν και είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο.

Οπότε, παρακάλεσα τον φίλο μας τον Σκύλο να μου πληκτρολογήσει ένα μικρό αθηναϊκό αφήγημα του Μητσάκη, με τον τίτλο Καβγάς, που το παρουσιάζω .

Ο Μητσάκης, όπως θα δείτε, περιγράφει με τέχνη και οξυδέρκεια έναν καβγά κουτσαβάκηδων, πιθανότατα στην πλατεία Κουμουνδούρου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι βαριά καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι δίνονται στο μάγκικο ιδίωμα της εποχής.

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Αττικόν Μουσείον στο τεύχος 9 του 1890 (Σεπτέμβριος 1890). Εγώ το πήρα από τον τόμο «Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα» του εκδ. οίκου Νεφέλη, αλλά κοίταξα και το πρωτότυπο, το οποίο στη μαγική εποχή μας υπάρχει ονλάιν, κι έτσι διορθώνω το «λαμβάνων ούτω στάσεις παλαιστών» που υπήρχε στην έκδοση της Νεφέλης (σελ. 140-141) σε «λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών». Διορθώνω επίσης ένα πολύ σοβαρότερο λάθος που είχε η έκδοση της Νεφέλης, στη σελ. 143, όπου το «αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες» το έχει κάνει «και ανήκοντες» και δεν βγαίνει νόημα.

Εκσυγχρόνισα λιγάκι την ορθογραφία -δηλαδή στην υποτακτική αν και όχι στο πρώτο πληθυντικό της- πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Εννοείται ότι μονοτονίζω, όχι μόνο από πεποίθηση αλλά και από ανάγκη -ποιος να πληκτρολογήσει σε πολυτονικό, χώρια που τα σκουληκάκια δεν διαβάζονται στις ταμπλέτες. Βέβαια, σε μια βαριά καθαρεύουσα όπως του Μητσάκη τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του πολυτονικού είναι ισχυρότερα -και ακόμα περισσότερο της υπογεγραμμένης σε κάποιες δοτικές. Αλλά είναι και τεχνικοί οι λόγοι, όπως είπα.

Δεν είναι όμως η έλλειψη της υπογεγραμμένης το βασικό πρόβλημα για την κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη, αλλά η βαριά καθαρεύουσα. Λογαριάζω να το συζητήσουμε και με ευκαιρία ένα άρθρο του Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, αλλά όλο και περισσότερο πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε την ιδέα της μετάφρασης των αξιόλογων κειμένων που είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα του 19ου αιώνα.

Σημειώνω με αστερίσκο κάποιες λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος -ελάχιστες επειδή είναι κόπος και δεν προλαβαίνω. Κανονικά θα έπρεπε πολύ περισσότερες. Όποιος δεν καταλαβαίνει κάποια λέξη ρωτάει, κι όποιος φιλοτιμιέται του απαντάει (εγώ θα λείπω την περισσότερη ώρα, ταξιδεύω στις Βρυξέλλες).

ΚΑΒΓΑΣ

Υπό το τρομαλέον φέγγος του φανού, συνεπλάκησαν οι δύο κουτσαβάκηδες. Προ ώρας ήδη, ερίσαντες έμπροσθεν της τραπέζης του παρακειμένου καφενείου, όπου εκάθηντο μαζί, είχαν εγερθεί και ηπειλούντο. Εν τη ασελήνω νυκτί, επί της σκοτεινής πλατείας, εφ’ ής το ράμφος του αεριόφωτος διέχυνεν αμυδράν λάμψιν, ο είς είχεν ανασπάσει* πελωρίαν κάμαν, εξαστράπτουσαν και ρεβόλβερ ο έτερος προτείνει. Και από μακράν, ιστάμενος ο πρώτος εις το πεζοδρόμιον, επάνω, κάτω ο άλλος, εν τω μέσω της οδού, απέναντι, προσβλέπονται αγρίως, εν ανορθώσει μυστάκων και κομών, λοιδορούνται αμοιβαίως, φαίνοντ’ έτοιμοι να εξορμήσουν κατ΄ αλλήλων. Από του βραχνού των λάρυγγος, αρτίως προφανώς οινοβραχέντος, εξέρχονται άναρθροι κρωγμοί, εκρήγνυνται βλασφημίαι εμπαθείς, ύβρεις πτύονται, βάλλονται προκλήσεις, εν χειρονομιών παραφορά και βιαιότητι κινήσεων. Με την πλατύγυρον ρεπούμπλικαν ανερριμμένην επί το ινίον* του αυτός, τον κούκον* του ο δεύτερος προσπίπτοντα επί την οφρύν, ωχροί, άνευ γελέκου, το υποκάμισον προβάλλον ανοικτόν επί του στήθους, την μίαν μόνην χειρίδα του επανωφορίου περασμένην, μ΄ ευρύ ζωνάρι, κατακόκκινον κι οι δύο, περιτυλίσσον την οσφύν, λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών, δραματικάς, ωσεί ακατασχέτων εκ θυμού και μένους, λυσσαλέων, παρασκευαζομένων να ροφήσουν αίμα μεστοίς χείλεσι, χωρίς όμως εν τούτοις να μετακινούνται κατά βήμα.

-Τι σκιάζεσαι, ρε, τη Μπαναγία σου μέσα! Τι κάνεις έτσι σα γυναίκα; Θαρρείς, μωρέ, που θα σε φοβηθώ που έχεις περίστροφο; Να, μωρέ, εγώ την πετάω και την κάμα! Έλα στα χέρια, σα σου βαστάει!

-Το σταυρό σου, ρουφιάνε! Εγώ σε φοβάμαι, ρε; … Πέταχτη, ρε, την κάμα ναν τ’ αφήκω το περίστροφο… Τι την έβγαλες, ρε;

-Τι σκούζεις έτσι, βρε πεζεβέγκη; Για να μαζωχτεί κόσμος; Πού θα μου πας, ρε, θα σ’ το πιω το αιματάκι σου!

-Εσύ θα μου το πιεις, ρε; Κείνος που θα μου το πιει δε γεννήθηκε, ρε, ακόμα! Σου το ’φαγα το μάτι, κακομοίρη!

Απαμείβονται* κατά τον τρόπον τούτον, διηνεκώς, ως ομηρικοί ήρωες, εκσφενδονίζουν φράσεις κομπαστικάς, και επιφόβους, προσπαθούν ποίος να προξενήσει δια του λόγου τρόμον εις τον άλλον. Θα είναι ωσεί μία μετά τα μεσάνυχτα, και τα παράθυρα των γύρω οικιών είναι κλειστά. Έρημος η πλατεία, σιγηλή, εκτείνεται, με ελαφρώς θροούντα προς τον άνεμον τα δένδρα της, προχωρεί, μέχρι της λεωφόρου Πειραιώς, φραττομένη αποτόμως από τον βαρύν όγκον του Βρεφοκομείου*. Κι εν τη σιγή της, αι φωναί των αντηχούν, παράτονοι, προσποιημέναι, ως εγγαστριμύθων, οιδαλέαι*, οιονεί εν αρειμανίω γαυριάματι, πλην ραγισμέναι ταυτοχρόνως, τρέμουσαι, ωσεί εξ ενδομύχου συνοχής*. Την αποκρύπτουν, όμως, όσον δύνανται, την συνοχήν αυτήν, μετά φροντίδος, υπό των απειλών τον χείμαρρον, και την βροχήν των βωμολοχιών, και των λοιδοριών την πλήμμυραν, ήτις κυλίετ’ εκ του στόματος αυτών, ασυγκράτητος. Ενίοτε, εκάτερος ομοίως, φέρει την χείρα, ήτις μένει ελευθέρα, προς το χείλος, ωσεί προς υποστήριξιν κι επίτασιν, εξωτερίκευσιν αρρενοπρεπεστέραν των προκλήσεων, άπτεται των τριχών, και τας συστρέφει προς τα άνω, λοξώς προσβλέπων άμα τον εχθρόν του, βλοσυρός. Θα εξελάμβανες αυτούς ηθοποιούς, αυτόχρημα επίτηδες ελθόντας, και συντυχόντας προς αλλήλους, ως δια να παραστήσουν εν υπαίθρω, αυτοσχέδιον εικόνα θεματικήν, δρώντα συγχρόνως πρόσωπα κι υποκριταί οι ίδιοι αυτής.

Εκ των εγγύς ημιανοίκτων ταβερνών, άλλων καταγωγίων αναλόγων, από των αγόντων ιδίως προς το Ψυρρή πλαγινών δρομίσκων, εξήλθε προς τον θόρυβον εσμός, ποικίλος, υπηρέται, καταστηματάρχαι ή θαμώνες, δύο ή τρείς διαβάτ’ εκοντοστάθησαν, εφάνη δε μακρόθεν κι ερυθρόστολος κλητήρ. Αλλ’ άμα είδαν την αιτίαν, και μαχαίρι έξω και πιστόλι, έσπευσαν να απομακρυνθούν, αμέσως, έτρεξαν προς τας γωνίας των πλησίον οικιών, άλλοι εκρύβησαν υπό τας θύρας, διά να φυλαχθούν, και εξασφαλισθέντες, θεώνται ήδη την σκηνήν εκείθεν. Ο ερυθρόστολος κλητήρ, κατέλαβεν αυλήν τινά, εισήλθεν, ώθησε την πόρταν εξοπίσω του, και μεταστρέψας, παρατηρεί προς τα εκτός, δια της χαραμίδος.

Οι δύο αθληταί, ίστανται πάντοτε, απέναντι αλλήλων, με τα όπλα των, εξεμούντες την οργήν των. Αλλά των όπλων δα αυτών να κάμει χρήσιν δεν το σκέπτεται κανείς, ο αγών περιορίζεται να είναι μόνον λόγων, κι εφ’ όσον ταύτα απομένουσιν αργά, επί τοσούτον ούτοι γίνονται τραχύτεροι. Προδήλως, οι ενδιαφερόμενοι θα ηύχοντο να έμεναν τα πράγματα έως εκεί, ή κάλλιον να ευρίσκοντο αμφότεροι μακράν, παντού αλλού, παρά να διαγωνίζονται ανδρείας πάλην επί της πλατείας ταύτης. Δυστυχώς, οι θεαταί πυκνούνται έτι μάλλον, προστίθενται και άλλοι διαβάται εις αυτούς, όλοι όμως σπουδάζοντες να φυλαχθούν, ως δύνανται καλλίτερα, και μακρυνόμενοι εν ταραχή των διαπληκτιζομένων. Και αυτοί λοιπόν, αφού ουδείς ευρίσκεται να τους κρατήσει, αφού εξήντλησαν και το υβρεολόγιον και το φοβερολόγιον αυτών, αφορώντες προς την συνάθροισιν, εκτεθειμένοι, αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες το σύνηθες παρά ταις τάξεσί των λόγιον, δι’ ού εξηγούνται οι καυγάδες, «το φιλότιμο έφαγε τον Κυβερνήτη»*, βλέπουν μετ’ άλγους υποχρεωμένους εαυτούς να συντομεύσουν την απόστασιν, αρχίζουν να πλησιάζουν προς αλλήλους, με ακκισμούς και με λυγίσματα διάφορα, συχνάκις ως να κάμνουν βήμα σημειωτόν, ή ως να θέλουν μάλλον να χορεύσουν τον καρσιλαμάν, καταβαίνει τέλος από του λιθοστρώτου του ο είς, ο άλλος προχωρεί, αργά-αργά, και ούτε να πυροβολήσει ο κραδαίνων το πολύκροτον τολμά, αλλ’ ούτε και ο λαζοφόρος να ορμήσει. Δεν παύουν όμως εν τοσούτω να ερεύγωνται, τα εξ αμάξης, ως δια να ενθαρρύνουν εαυτούς με τας κραυγάς, να συνηθίσουν εις την σκέψιν της τυχόν πραγματοποιήσεως των απειλών εν προσεχεί, προφέροντες αυτάς κι επιχειρούντες να επιβληθούν πλειότερον, όσω μάλλον εγγίζουν τον αντίπαλον. Εκ των καταφυγίων τών κρυβέντων, ακούονται κατά καιρόν κρίσεις τινές, αίτινες φαίνονται ως να εξερεθίζουν τους ανθρώπους. Και η απόστασις ανεπαισθήτως συντομεύεται, οι παλαισταί θα προσπελάσουν, θέλουν-δεν θέλουν θα επέλθ’ η σύγκρουσις.

Αίφνης, ο είς εξ αυτών, ο αίρων την κάμαν, ως συγκεντρώσας τας δυνάμεις του, λαβών απόφασιν εσχάτην, ορμά εν ακαρεί, αναπηδά, και ρίπτετ’ επί τον εχθρόν. Εκείνος, ζαλισμένος προ της αποφάσεως, βλέπων τον κίνδυνον ενσκήπτοντα, αφήνει την σκανδάλην, και ο κρότος του ρεβόλβερ αντηχεί ξηρός. Αλλ’ από της τρεμούσης του χειρός εκφεύγει αδεξία η βολή, πλαγίως, άπρακτος, χαμένη, και ενεπάγη* εις τον τοίχον αντικρύ. Ο άλλος έφθασεν ήδη, πλησιέστατα, δεν απέχει πλέον παρά σπιθαμάς, επίκειται αυτώ. Οι κουτσαβάκηδες, ασθμαίνοντες, έρχονται εις χείρας, σώμα προς σώμα, ανταρπάζονται, ενηγκαλίσθησαν σχεδόν. Αλλά, πριν ή επιτεθεί ο είς του άλλου, σπεύδει το πρώτον έκαστος να ασφαλίσει εαυτόν, και ο μεν δράττει την χείρα την κρατούσαν το ρεβόλβερ, από του καρπού, ο δε του πήχεως του τείνοντος την μακράν μάχαιραν. Διά της ετέρας των χειρών κρατεί εκείνος από του λαιμού τον έτερον, τον σφίγγει, και ούτος περιβάλλει την οσφύν αυτού, ζητεί να τον κλονίσει, και τον σείει συνεχώς. Πλην πάσαι αι προσπάθειαι αυτών, καταφανώς δεν συγκεντρούνται, ή* εις το να επιτύχουν, όσον ένεστι, των όπλων την αδράνειαν, κι ενώ συγχρόνως αγωνίζονται ποιος να ρίψει καταγής τον έτερον, το βλέμμα έχει μόνον εις την χείρα του εεχθρού προσηλωμένον, και προς τα εκεί την δύναμιν αυτού εντεταλμένην.

Τρικλίζουν επομένως, επί του εδάφους, προ πολλού, εν τω κονιορτώ, πολυειδώς κινούνται, διαγράφουν σχήματα, ως μαινομένων νευροσπάστων παλαιόντων, και της καρδίας των ο ήχος, ισχυρός, φαίνεται ως να συνοδεύει τας φωνάς, και αι σκιαί των πάλλονται, μελαναί επί του χώματος. Θα έχουν πλέον του τετάρτου βέβαια, όπου τοιουτοτρόπως κατατρίβονται, και διατρέχουν την τριγύρω έκτασιν, μετατοπίζονται αδιακόπως, βάλλουν αγρίας ωρυγάς, πνιγόμενοι, ιδρώνοντες εξ αγωνίας, εν θρασυδειλί’ απεριγράπτω. Κι αι βλασφημίαι των τηρούν τον αυτόν τύπον απαράλλακτον, και ουδ’ επί στιγμήν εγκατελείφθη η πολύτιμος του λόγου συνδρομή, και αφού συνεπλάκησαν καλά-καλά, τώρα, πειρώνται, ποίος εκ των δύο, να καταφέρει τον εχθρόν – να τον αφήσει.

-Άσε με, ρε, το σταυρό σου μέσα! Άσε με, ρε, σου λέω! Θα σε βαρέσω, μωρέ, να φάω τα κόκαλα της μάνας μου, θα σε βαρέσω! Άσε με!…

-Εσύ, μωρέ, θα βαρέσεις; Τι με κρατάς, μωρέ, από το λαιμό; Αμόλα μου το χέρι σα σου βαστάει!…

Και οφθαλμοί προβάλλουν έξω των κογχών, και γλώσσαι κρέμαντ’ έξω εν σιέλοις, και γογγυσμοί ακούονται, και την ωχρότητα εδίωξε προ πολλού η πελιδνότης.

Αλλά, διαμιάς, εξ εντάσεως ως ακουσίας, αποσπασθείσα ακαθέκτως η χειρ του κρατούντος την μάχαιραν τινάσσεται, φέρεται ταχεία, χωρίς να ηξεύρει και εκείνη πώς προς τ’ αντικρύ στήθος, κι ισχυροτέρα έτι μάλλον εκ του ανεπιγνώτου τής φοράς, εμπήγετ’ εις την σάρκα, κάτωθεν του δεξιού μαστού.

-Ωχ! έκαμεν ο άνθρωπος, βαθέως, μετά πόνου, κατακίτρινος ως το φλωρί. Άιντε, μωρέ, μ’ έφαγες!

Το αίμα ήρχισε να διαβρέχει τα ενδύματα, διέφυγε της παλάμης το ρεβόλβερ, έπεσε χαμαί, παρά τον πρότερον πεσόντα ήδη κούκον. Έντρομος ο άλλος επί τη θέα του συμβάντος, έσυρε την μάχαιραν, έκυψε κι έλαβε τον κούκον, φαίνεται ως λάφυρον, και φεύγων εις τα τέσσερα ευθύς, εξηφανίσθη εξοπίσω της γωνίας, αστραπή. Ο τραυματίας έμεινε μεμονωμένος, έκλινε το γόνυ προς το χώμα, έβαλεν επώδυνον οιμωγήν.

-Ελάτε, μωρέ παιδιά! Μ’ έφαγε ο άτιμος!

Οι κεκρυμμένοι, βλέποντες ένα πλέον, μόνον και πεσμένον καταγής, και πληγωμένον, ήρχισαν συρρέοντες, εξήλθον από των θυρών, και άφησαν τα αγκωνάρια, προσέδραμον, τον περιέβαλον εν κύκλω. Δύο έλαβον αυτόν από τών μασχαλών, τον υπανήγειραν, τον έστησαν επάνω εις τους πόδας του, κι εβάδισαν, διευθυνόμενοι προς τα εμπρός.

-Μωρ’ έκαμα ΄γω να του κρατήσω το χέρι που να παρ’ ο διάβολος! λέγει οιονεί αχθόμενος επί τω συμβάντι είς των προσδραμόντων.

-Μωρέ, τους είχα πιασμένα και τους δύο εγώ, μα μου ξέφυγαν! προσθέτει άλλος, πλειοδοτών εις γενναιότητα.

-Βρε, θαν του την έπαιρνα γω την κάμα, μα τι να σου κάμω! αντικρούει τρίτος, όλοι υπονοούντες ότι προσεπάθησαν πάση δυνάμει να προλάβουν το κακόν, και ανεμίχθησαν ενεργώς δια να χωρίσουν, αλλ’ άδηλον εκ ποίας ανωτέρας τύχης, η επέμβασίς των δεν απέβη τελεσφόρος. Και ενώ ο τραυματίας μεταφέρεται υποβασταζόμενος εις το πλησίον φαρμακείον, συνεχώς αναστενάζων, οι θεαταί χειρονομούν βίαιως εν τω μέσω της οδού, υπό το τρομαλέον φέγγος του φανού, και συζητούν επί μακρόν, με παραστατικά κινήματα και με κραυγάς, και μεγαληγορούν, προσπαθούντες να καταπείσουν και αλλήλους κι εαυτούς, ότι και αυτοί έλαβον μέρος εις τον καυγάν…

Αττικόν Μουσείον, 1/9/1890

Γλωσσάρι κτλ.

* είχεν ανασπάσει: είχε ανασύρει το μαχαίρι

* κούκος: είδος σκούφου (αν και αυτό μάλλον ειναι γνωστό)

* το ινίον: το πίσω και κάτω μέρος του τριχωτού της κεφαλής

* απαμείβονται: αποκρίνονται, απαντούν (το ρήμα συχνό στον Όμηρο, και μάλλον γι’ αυτό το χρησιμοποιεί ο Μητσάκης)

* Βρεφοκομείο: το Δημοτικό Βρεφοκομείο είχε χτιστεί λίγα χρόνια νωρίτερα. Βρίσκεται στην οδό Πειραιώς 51, στην Πλατεία Κουμουνδούρου, και μέχρι πρόσφατα ήταν εκεί η Δημοτική Πινακοθήκη (είναι ακόμα; δεν θυμάμαι).

* οιδαλέος: φουσκωμένος, πρησμένος (εδώ βέβαια μεταφορικά, αφού μιλάει για τις φωνές)

* συνοχή: δεν σημαίνει ό,τι και σήμερα αλλά στενοχώρια, θλίψη.

* «το φιλότιμο έφαγε τον Κυβερνήτη»: παροιμιώδης φράση που έχει σήμερα ξεχαστεί. Αναφέρεται στον θάνατο του Καποδίστρια και στην ευρέως διαδεδομένη άποψη (που μπορεί και να αληθεύει, δεν το έχω μελετήσει) ότι ο Καποδίστριας, τη μέρα της δολοφονίας του, καθώς πήγαινε στην εκκλησία όπου βρήκε τον θάνατο, κάτι αντιλήφθηκε και προς στιγμή θέλησε να γυρίσει πίσω, αλλά ντράπηκε να δείξει ότι φοβάται και συνέχισε τον δρόμο του. Τη φράση τη λέγανε από τότε σαν γνωμικό που συμβουλεύει να μην δίνει κανείς σημασία μόνο στο φιλότιμο.

* ενεπάγη: αόριστος του εμπήγνυμαι, άρα μπήχτηκε, χώθηκε.

* ή εις το να επιτύχουν: δεν είναι διαζευκτικό, σημαίνει «παρά στο να επιτύχουν»

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !