Και πάλι, ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

🕔25/08/2016 04:18

Και σήμερα βάζω επανάληψη, όχι μόνο επειδή είναι καλοκαίρι και το καλοκαίρι βάζουμε επαναλήψεις, αλλά και επειδή το αρχικό άρθρο, που είχε δημοσιευτεί όταν το ιστολόγιο βρισκόταν ακόμα στον τέταρτο μήνα της ζωής του (σήμερα διάγουμε το όγδοό μας έτος), είχε περάσει μάλλον απαρατήρητο.

Βέβαια, πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο έχει πονηρά υπονοούμενα, είναι δηλαδή σόκιν όπως λέγαμε τα παλιά χρόνια -οπότε μην το δείξετε στη μαμά σας. Επίσης, έχω προσθέσει στο τέλος μερικές ακόμα γυμνασιακές αθυροστομίες, που δεν υπήρχαν στο αρχικό άρθρο.

Και μια έκκληση για εθελοντές ή μάλλον για έναν εθελοντή -ζητάω κάποιον να μου πληκτρολογήσει ένα αξιοπερίεργο για την επόμενη Κυριακή, τρεις μεγάλες (αλλά όχι πυκνοτυπωμένες) σελίδες παλιού περιοδικού. Ή και δύο, αν το μοιράσουμε. Θα τηρηθει σειρά προτεραιότητας

Πριν από κάμποσα χρόνια, ο φίλος Γιάννης Χάρης είχε δημοσιέψει στο ιστολόγιό του την εξής διασκεδαστική ιστορία που έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον:

…και μια παλιά ιστορία, από τις άπειρες που μου ‘λεγε ο αλεξανδρινός συγγραφέας Μανόλης Γιαλουράκης (1921-1987) -τη γράφω πριν την ξεχάσω εντελώς, ήδη δεν είμαι σίγουρος για όλες τις λεπτομέρειές της, έψαξα και στο ίντερνετ, τίποτα σχετικό, μακάρι να βρεθεί κάποιος που να ξέρει και να συμπληρώσει ή να διορθώσει:

Κάποια εποχή λοιπόν ο Λαπαθιώτης που ήταν τσακωμένος με τον Πέτρο Χάρη (ψευδώνυμο, ε; μην το ξεχνάμε) έστειλε στη Νέα Εστία ένα ποίημα. Κολακεύτηκε ο Πετροχάρης που ο ποιητής τού ξεθύμωσε και του έστειλε και ποίημα, και το έβαλε στην πρώτη σελίδα (ή ίσως και στο εξώφυλλο;). Το ποίημα είχε τίτλο «Καρκινική επιγραφή», τέλειωνε με κάτι σαν απόφαση του ποιητή να επισκεφτεί την περίφημη κρήνη, όπου -έλεγε ο τελευταίος στίχος-

ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

[διαβάστε φωναχτά, και θα καταλάβετε το τι χαμός έγινε μόλις κυκλοφόρησε το τεύχος…]

Να πω εδώ ότι ο Πέτρος Χάρης (1902-1998) λεγόταν στην πραγματικότητα Ιωάννης Μαρμαριάδης, οπότε ο Γιάννης Χάρης είναι και συνονόματος με τον παλιό λόγιο (στο πραγματικό του ονοματεπώνυμο) αλλά και συνεπώνυμός του (στο ψευδώνυμό του).

Επειδή μελετάω τον Λαπαθιώτη, όταν διάβασα την ανάρτηση αυτή έγραψα στον Γιάννη Χάρη, αλλά δεν θυμόταν κάτι περισσότερο από τα παραπάνω. Στο μεταξύ, τα περισσότερα τεύχη της Νέας Εστίας υπάρχουν σε ηλεκτρονική μορφή στο ΕΚΕΒΙ, αλλά τέτοιο πρωτοσέλιδο ποίημα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ούτε μ’ αυτό τον τίτλο, ούτε μ’ αυτό τον τελευταίο στίχο. Άρα; Πλαστή η ιστορία του Γιαλουράκη; Απλώς μπεντροβάτη; Όχι αναγκαστικά.

Η ιστορία του Γιαλουράκη επιβεβαιώνεται στις κεντρικές της γραμμές, αν και όχι στις λεπτομέρειές της, επειδή στο αρχείο του Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ (δηλαδή στα μικρό εκείνο κομμάτι του αρχείου του Λαπαθιώτη που είναι δημόσια προσβάσιμο) υπάρχει χειρόγραφο του στιχουργήματος, με τον πολύ χαρακτηριστικό γραφικό χαρακτήρα του ποιητή, με τον τίτλο «Στην άπονη!» και με τον ίδιο τελευταίο στίχο:

Αυτόγραφο στιχούργημα του Λαπαθιώτη

Αυτόγραφο στιχούργημα του Λαπαθιώτη

Στην άπονη!

Σου ‘δωσα την καρδούλα μου, μ’ αγάπη περισσή
μ’ αγάπη, που τη φύλαγα βαθιά μου, τόσα χρόνια
με τι χαρά, και τι καημό σ’τη χάρισα, και συ,
μού πλήρωσες το δώρο μου με τόση καταφρόνια…

Κι έτσι, και μένα, μ’ έκανες τα πάντα να μισώ,
και τ’ άχτι μου να μη μπορεί κανείς να το κοιμίσει!
Λούσε με στης ελπίδας σου το κύμα το χρυσό,
-κι ίσως, μ’ εκείνο, της ψυχής μου νίψω λίγα μίση.

Βέβαια, δεν είναι ίδια η περιγραφή που έκανε ο Γιαλουράκης στον Χάρη: δεν υπάρχει αναφορά σε καρκινική επιγραφή, ούτε κρήνη. Ούτε ξέρουμε αν αυτό το στιχούργημα δημοσιεύτηκε ποτέ –το πιθανότερο είναι πως όχι.

Πάντως, πρέπει να σημειωθεί πως είναι καταταγμένο στο ντοσιέ με τα ποιήματα, πλάι σε άλλα αυτόγραφα «κανονικών» ποιημάτων του Λαπαθιώτη, και όχι στο ντοσιέ με τα σατιρικά στιχουργήματα –αν και αυτό δεν σημαίνει τίποτε, ίσως ο αρχειοθέτης απλώς δεν έπιασε το υπονοούμενο.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την αρχική δημοσίευση, βεβαιώθηκα ότι δεν υπάρχει δημοσιευμένο στη Νέα Εστία κανένα στιχούργημα του Λαπαθιώτη με τέτοιον πονηρό τελευταίο στίχο.

Οπότε, το πιθανότερο είναι ότι η μνήμη του Γιαλουράκη, καθώς αναθυμόταν περιστατικά που είχαν συμβεί πριν από 40-50 χρόνια, έμπλεξε δυο ή τρεις διαφορετικές ιστορίες –ας πούμε, έμπλεξε τα ποιήματα-φάρσες που άλλοι έστελναν στη Νέα Εστία, και που ένα από αυτά είχε όντως δημοσιευτεί πρωτοσέλιδο (κάτι έχουμε δημοσιέψει εδώ), με το στιχούργημα τούτο του Λαπαθιώτη– και έπλασε μια νέα ιστορία.

Εκτός αν, όπως είχε σχολιάσει ο Γιάννης Χάρης στην αρχική δημοσίευση, ο Γιαλουράκης το αφηγήθηκε σωστά και η μνήμη του Γ. Χάρη μετάπλασε την ιστορία -δυστυχώς δεν πρόλαβε να ρωτήσει τον Αλέξανδρο Αργυρίου, που θα μπορούσε να ξέρει.

Ο στίχος «ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση» θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προσεγγίζει το γυμνασιακό αθυρόστομο χιούμορ με τα πονηρά υπονοούμενα, σαν τα «αληθινά» Ομηρικά έπη ή το ψευδογεωμετρικό θεώρημα που λέει ότι «ο πους της καθέτου, μια που τ’ αναφέραμε στο προηγούμενο μάθημα, είναι αρχή διά την γεωμετρία». Τα παλιά χρόνια, που οι περισσότεροι μαθητές κάνανε γαλλικά στο γυμνάσιο, υπήρχε και το στιχούργημα για την Καλυψώ στο κρεβάτι, σε μια μαλακή φωλιά, στην ακροθαλασσιά -που δεν γίνεται τόσο αθώο αν το γράψεις γαλλικά, Calypse au lit, dans un mou nid, au bord de l’eau. Συναφής είναι, στα ελληνικά, και η Καλυψώ Λάρα, γνωστό τρολφίλ του Φέισμπουκ (τώρα έχει μετονομαστεί σε Καλυψώ Λουκή Λαρά).

Αλλά βέβαια υπάρχουν και αποκριάτικα δημοτικά τραγούδια που δεν είναι ανοιχτά αθυρόστομα αλλά έχουν παρόμοιους υπαινιγμούς, όπως:

Να ‘μουν νύ – μωρέ – να ‘μουν νύ-να ‘μουν νύχτα στο γυαλό
ν’ ανάψω λύ – μωρέ – ν’ ανάψω λύ – ν’ ανάψω λύχνο για να δω
Θειά μου Νικολάκαινα να μην πας για λάχανα.
Που τσ’ ανάβουν τσι φωτιές και πηδάνε οι μικρές;
Στου αρχιδιάκου την αυλή, μαζευτήκανε πολλοί.
Γάμος εγινότανε κάποιος παντρευότανε.

Φαντάζομαι ότι θα έχετε να συμπληρώσετε αρκετά δείγματα παρόμοιων πονηρών υπαινιγμών -αλλά ελπίζω να συμφωνήσετε ότι το στιχούργημα του Λαπαθιώτη, τουλάχιστον, είναι άριστο τεχνικά.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !