Ήμουν ένας Γερμανός – η αυτοβιογραφία του Ερνστ Τόλλερ

🕔21/08/2016 10:34

Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ερατώ η αυτοβιογραφία του θεατρικού συγγραφέα και αγωνιστή του εργατικού και αντιφασιστικού κινήματος Ερνστ Τόλλερ (1893-1939) με τίτλο «Ήμουν ένας Γερμανός.

Η αυτοβιογραφία ενός επαναστάτη».

Ο Τόλλερ ήταν σημαντική μορφή της γερμανικής πρωτοπορίας στη δεκαετία του 1920, εκπρόσωπος του εξπρεσιονισμού, ήταν όμως και αγωνιστής της αριστεράς, πρόεδρος της βραχύβιας Σοβιετικής Δημοκρατίας του Μονάχου το 1919. Αυτοεξορίστηκε μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία και από το 1936 ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1939 αυτοκτόνησε στη Νέα Υόρκη εξαιτίας της ανέχειας και μη μπορώντας να αντέξει την είδηση του εγκλεισμού του αδερφού και της αδερφής του σε στρατόπεδο εξόντωσης.

Η αυτοβιογραφία του φτάνει ως τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και, αν κρίνω από το κομμάτι που έχω διαβάσει, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα μέρος από το 1ο κεφάλαιο («Παιδική ηλικία») στο οποίο ο Τόλλερ, εβραϊκής καταγωγής, διηγείται τη ζωή στη γενέθλια πόλη του, το τότε Σαμότσιν της Πρωσίας που βρίσκεται σήμερα στην Πολωνία.

Πρέπει να πω ότι η ελληνική έκδοση, σε πολύ καλή μετάφραση του Μιλτιάδη Αργυρόπουλου, συνοδεύεται από επίμετρο του μεταφραστή, με ένα ιστορικό σημείωμα και βιογραφικά σκίτσα των πρωταγωνιστών της Σοβιετικής Δημοκρατίας του Μονάχου.

Για τεχνικούς λόγους παραλείπω δυο υποσημειώσεις του μεταφραστή σχετικά με το ανατολικό μαργραβάτο και τη διαίρεση της Πολωνίας.

1

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Ο ΠΡΟΠΑΠΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ήταν ο μόνος Εβραίος, στον οποίο ο Φρειδε­ρίκος ο Μέγας επέτρεφε να εγκατασταθεί στο Σαμότσιν, μια μικρή πόλη στην βαλτώδη περιοχή του ποταμού Νέτσε. Ο προπάππος μου πλήρω­σε ένα χρηματικό ποσόν και σε αντάλλαγμα του δόθη­κε το ένταλμα προστασίας. Ο δισέγγονος ήταν περήφα­νος για αυτήν την νομική πράξη, έβλεπε σε αυτήν διά­κριση και ταξική εξύψωση και καυχιόταν στους συμμα­θητές του.

Ο προπάππος μου από την πλευρά του πατέρα μου, που λέγεται ότι καταγόταν από την Ισπανία, κατείχε ένα αγρόκτημα στην Δυτική Πρωσία. Για αυτόν τον προπάππο διηγούνταν οι θείες μου ότι του σέρβιραν το φαγητό σε χρυσές πιατέλες και πιάτα, τα δε άλογά του έτρωγαν σε ασημένια παχνιά. Οι γιοι του έκαναν αρχικά τα παχνιά χάλκινα, ύστερα τις πιατέλες και τα πιά­τα ασημένια. Το αγόρι έβλεπε στα όνειρά του τα περί­φημα πλούτη του προπάππου του: τα άλογα έτρωγαν τον γέρο, και το αγόρι τα παρακολουθεί, δίχως απο­στροφή ή συμπόνια, μάλλον με μιαν ανεξήγητη αίσθη­ση ικανοποίησης.

Στις σοφίτες του σπιτιού έπιαναν σκόνη γιγάντιοι, κιτρινισμένοι τόμοι. Ο παππούς τους μελετούσε την ημέρα και συχνά τη νύχτα, ενώ η γιαγιά καθόταν στο μαγαζί, εξυπηρετούσε αγοραστές, φρόντιζε το νοικοκυ­ριό και την κουζίνα. Αυτό το μαγαζί ανέλαβε ο πατέρας μου, αφού απέτυχε ως τελειόφοιτος γυμνασίου και ως φαρμακοποιός.

Το Σαμότσιν ήταν μια γερμανική πόλη, κάτι για το οποίο προτεστάντες και Εβραίοι ήσαν εξίσου περήφα­νοι. Μιλούσαν με αισθητή περιφρόνηση για εκείνες τις πόλεις της επαρχίας Πόζεν, όπου κρατούσαν τα ηνία οι Πολωνοί και οι καθολικοί, τους οποίους έβαζαν στο ίδιο σακί. Το ανατολικό μαργραβάτο προσαρτήθηκε στην Πρωσία κατά την δεύτερη μόλις διαίρεση της Πο­λωνίας. Όμως οι Γερμανοί θεωρούσαν ότι αυτοί είναι οι αρχαιότεροι κάτοικοι και οι πραγματικοί κύριοι της χώρας και τους Πολωνούς απλά τους ανέχονταν. Γερμανοί άποικοι εγκαθίσταντο τριγύρω στα πεδινά χωριά που σφηνώνονταν σαν προκεχωρημένα φυλάκια ανάμε­σα στα εχθρικά πολωνικά αγροκτήματα. Οι Γερμανοί και οι Πολωνοί πάλευαν σκληρά για κάθε σπιθαμή γης. Τον Γερμανό που πουλούσε γη σε Πολωνό τον περιφρονούσαν ως προδότη.

Εμείς τα παιδιά αποκαλούσαμε τους Πολωνούς «Πολάκους» και πιστεύαμε ότι είναι απόγονοι του Κάιν που σκότωσε τον Αβελ και γι αυτήν του την πράξη στιγμα­τίστηκε από τον Θεό.

Σε όλους τους αγώνες εναντίον των Πολωνών συγκροτούσαν Εβραίοι και Γερμανοί κοινό μέτωπο. Οι Ε­βραίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους πρωτοπόρους του γερμανικού πολιτισμού. Στις μικρές πόλεις, τα σπίτια των Εβραίων αστών αποτελούσαν πνευματικά κέντρα, η γερμανική λογοτεχνία, η φιλοσοφία και η τέχνη «ετύγχαναν προσοχής και φροντίδος» με τέτοια περη­φάνια, που άγγιξε τη γελοιότητα. Τους Πολωνούς, που τα παιδιά τους δεν επιτρεπόταν να μιλούν στο σχολείο τη μητρική τους γλώσσα, που οι πατεράδες τους έβλε­παν το κράτος να τους απαλλοτριώνει τη γη, τους κα­τηγορούσαν πως δεν ήσαν πατριώτες. Στα γενέθλια του Κάιζερ οι Εβραίοι κάθονταν στο ίδιο τραπέζι με τους έφεδρους αξιωματικούς, τον σύλλογο βετεράνων πολέ­μου και τον σκοπευτικό όμιλο, έπιναν μπύρα και σναπς και ζητωκραύγαζαν εις υγείαν του Κάιζερ.

Γεννήθηκα την πρώτη Δεκεμβρίου του 1893. Ψάχνοντας για παιδικές αναμνήσεις, θυμάμαι τα εξής επεισόδια:

Φοράω ένα ρουχαλάκι. Στέκομαι δίπλα σε ένα κάρο στην αυλή του σπιτιού μας. Το κάρο είναι μεγάλο, πιο μεγάλο από την Μαρί, μεγάλο σαν σπίτι. Η Μαρί είναι η νταντά, φοράει κόκκινα κοράλλια γύρω στον λαιμό, στρογγυλά, κόκκινα κοράλλια. Η Μαρί κάθεται τώρα πάνω στον ρυμό και λικνίζεται. Από την πύλη της αυλής έρχεται η’Ιλζε με την νταντά της. Η’Ιλζε τρέχει προς το μέρος μου και μου δίνει το χέρι. Μένουμε για λίγο έτσι και κοιταζόμαστε με περιέργεια. Η ξένη νταντά συζη­τά με την Μαρί. Έξαφνα φωνάζει την’Ιλζε:

«Μην στέκεσαι εκεί, αυτός είναι Εβραίος».

ΗΊλζε αφήνει το χέρι μου και φεύγει τρέχοντας. Δεν καταλαβαίνω τι σήμαιναν τα λόγια, αλλά αρχίζω να κλαίω ασυγκράτητα. Το ξένο κορίτσι και η Ίλζε έχουν φύγει από ώρα. Η Μαρί προσπαθεί να με καλοπιάσει, με παίρνει από το χέρι, μου δείχνει τα κοράλλια, δεν μου αρέσουν τα κοράλλια, τραβώ και σπάζω το κολλιέ.

Ο γιος του νυχτοφύλακα είναι φίλος μου. Όποτε φωνάζουν οι άλλοι «Πολάκε», φωνάζω και εγώ «Πολάκε», παρ’ όλα αυτά είναι φίλος μου. Οι Πολάκοι μισούν τους Γερμανούς, το ξέρω από τον Στανισλάους.

Στην κεντρική πλατεία σπάνε το λιθόστρωτο, φτυα­ρίζουν χαντάκια. Με το σχόλασμα, οι εργάτες έβαλαν τσάπα και αξίνα σε μια μικρή, ξύλινη παράγκα από ακα­τέργαστα σανίδια και έφυγαν για το καπηλειό να πιουν ένα ποτηράκι. Με τον Στανισλάους καθόμαστε στο χαντάκι. Η κρυφώνα μας είναι ένα στενό φρεάτιο, περιστυλωμένο με πασσάλους.

Ο Στανισλάους σημαδεύει και φτύνει.

«Απόφε τη νύχτα θα πεθάνει ένας εργάτης», λέει ο Στανισλάους, «για τιμωρία. Δεν έχουν δικαίωμα να σκά­βουν εδώ, είναι πολωνική γη. Οι Γερμανοί την έκλεψαν. Αλλά άσε τους να σκάβουν, εδώ κάτω, εδώ που σκάβουν, στα εκατό μέτρα, περιμένει ο Πολωνός βασιλιάς. Στον σταύλο περιμένει το λευκό του άλογο. Μπροστά του το άλογο του κυρίου ίλαρχου είναι σκέτος τράγος. Σαν έρ­θει η ώρα, θ’ ανέβει ο βασιλιάς στο άλογο, θα καλπάσει προς τα πάνω και θα σας διώξει. Όλους. Κι εσένα μαζί».

Θέλω να ρωτήσω τον Στανισλάους πότε θα έρθει η ώρα, ο Στανισλάους ξέρει πιο πολλά από μένα, ο πατέ­ρας του είναι νυχτοφύλακας, αλλά τα χείλη του Στανισ­λάους είναι σφιγμένα, και το στόμα του γίνεται σκλη­ρό και φοβάμαι.

«Ρίξε μια ροχάλα, ένας βώλος στοίχημα!»

Φτύνω και χάνω. Τη νύχτα βλέπω στο όνειρό μου τον Στανισλάους να στέκεται στην αγορά και να φυσά το κέρας του πατέρα του. Από το φρεάτιό μας ξεπηδά καλ­πάζοντας ένα λευκό άλογο, πάνω στην καφετιά σέλα, δεξιά και αριστερά, πάνω και κάτω, εικόνες του Κάιζερ. Τώρα «ήρθε η ώρα», σκέφτομαι.

Κάνω συλλογή από εικονίτσες του Κάιζερ. Στο μαγαζί των γονιών μου υπάρχουν πολλά δελεαστικά πράγ­ματα, σπάγγοι και καραμέλες, λεμονάδες και σταφίδες, μεγάλα και μικρά καρφιά, τα ομορφότερα από όλα όμως είναι οι εικονίτοες του Κάιζερ. Αν-και είναι το δυσκολότερο πράγμα για να κλέψεις. Υπάρχει μία σε κάθε πλάκα σοκολάτα. Το ντουλάπι με τις σοκολάτες είναι κλειδωμένο, το κλειδί κρέμεται σε μια αρμαθιά που βάξει η μητέρα στην μπλε καρό ποδιά της. Νωρίς, όταν ξυπνώ, η μητέρα δουλεύει. Δουλεύει στο κατάστη­μα, δουλεύει στη σιταποθήκη, δουλεύει στο νοικοκυριό, στέλνει φαγητό στους φτωχούς και καλεί τους ζητιά­νους για μεσημεριανό, και όταν ο παραγιός φεύγει για το χωράφι, να οργώσει τον αγρό και να σπείρει σιτάρι, του μετράει τον σπόρο. Το βράδυ διαβάζει ως αργά τη νύχτα, συχνά αποκοιμιέται πάνω από ένα βιβλίο, και όταν την ξυπνώ, παρακαλεί:

«Αφησέ με να διαβάσω, παιδί μου, είναι η μοναδική μου χαρά».

«Γιατί δουλεύεις πάντα, μητέρα;»

«Γιατί θέλεις να τρως, παιδί μου».

Όταν η μητέρα δεν προσέχει, κλέβω πρώτα τα κλει­διά, μετά τις εικονίτσες του Κάιζερ από τις πλάκες της σοκολάτας, σοκολάτα κλέβω μόνο πού και πού. Όμορ­φες είναι οι εικονίτσες των αρχαίων Γερμανών, φορούν δέρματα και κρατούν ρόπαλα στα οποία στηρίζονται, οι γυναίκες τους κάθονται ανακούρκουδα καταγής και γυαλίζουν τις ασπίδες. Ο Στανισλάους πιστεύει ότι γι’ αυτήν τη δουλειά χρησιμοποιούσαν τα ξανθά μαλλιά τους που μοιάζουν με αχυρένιες κουρτίνες, ριγμένες γύρω στο κεφάλι τους. Στις περισσότερες πλάκες υπάρ­χουν εικόνες του Κάιζέρ μας, έχει στους ώμους του έναν μανδύα από κόκκινο βελούδο, στο ένα χέρι κρατά μία σφαίρα και στο άλλο ένα χρυσό άγκιστρο.

Όποτε χουζουρεύω τα πρωινά στο κρεβάτι μου και βλέπω τις διάφορες εικόνες του Κάιζερ, αναρωτιέμαι: Πηγαίνει και ο Κάιζερ στην τουαλέτα; Το ερώτημα με απασχολεί πολύ, και τρέχω στη μητέρα.

«Θα καταλήξεις στη φυλακή», λέει η μητέρα.

Αρα δεν πηγαίνει στην τουαλέτα.

Από την κεντρική πλατεία ως το κοιμητήριο οδηγεί η οδός των Νεκρών. Στους ανθρώπους που μένουν εκεί δεν κάνει αίσθηση ότι ο δρόμος όπου κατοικούν ονομά­ζεται «οδός των Νεκρών», στέκονται μπρος στις πόρτες τους και φλυαρούν, βρίζουν τον δήμαρχο επειδή το πε­ζοδρόμιο, για το οποίο όλοι στην πόλη είναι περήφανοι, σταματά στα μισά του δρόμου. «Λες και το κoύρεψαv», λέει ο έμπορος Φίσερ. Δεν θα μου άρεσε να μένω στην οδό των Νεκρών. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει νεκρό, μόνο κρανία και κόκκαλα, τα βρήκαν εργάτες ενώ έσκα­βαν ένα πηγάδι δίπλα στον μύλο. Ο Στανισλάους κι εγώ παίζουμε μπάλα με τα κρανία, τα κόκκαλα τα χρήσιμοποιούμε σαν ρόπαλα, ο Στανισλάους δίνει στα κρανία κλωτσιές.

«Γιατί το κάνεις αυτό;»

«Η γιαγιά μου είπε πως ήσαν κακοί άνθρωποι, οι κα­λοί δεν μένουν στον τάφο, τους παίρνουν άγγελοι και πετούν μαξί τους στον ουρανό, στον Θεούλη».

«Και τι κάνουν εκεί;»

«Πάντως δεν τρώνε βραστές πατάτες».

Μου αρέσουν πολύ οι βραστές πατάτες, όχι στο σπί­τι μου, μου αρέσει περισσότερο να τις τρώω στου Στα­νισλάους. Η γιαγιά του, η μητέρα του, ο πατέρας του, τρεις αδελφές και τέσσερις αδελφοί κατοικούν στην οδό του Χωριού, σε ένα μικρό σπίτι από πηλό, από πάνω έχει μια σκεπή από άχυρο, όλοι κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο όπου μαγειρεύουν κιόλας. Η οδός του Χωριού δεν έχει πεζοδρόμιο, κανείς όμως δεν βρίζει τον δήμαρ­χο. Κάθε φορά που επισκέπτομαι τον Στανισλάους με­σημέρι, την ώρα του φαγητού, τρώνε βραστές πατάτες με σούπα από πληγούρι, ή βραστές πατάτες με ρέγγα, κι εγώ στέκομαι σε μια γωνιά και μου τρέχουν τα σά­λια.

«Πάρε», λέει στο τέλος η μητέρα του Στανισλάους, «άμα χορταίνουν έντεκα, φτάνει και για δώδεκα».

Ο Στανισλάους με σκουντά στα πλευρά:

«Ψητά και σάλτσες ούτε στον ύπνο σου».

«Μα ούτε εμείς τρώμε κάθε μέρα ψητά και σάλτσες».

«Αν θέλατε, θα μπορούσατε».

Παίρνω τον σκούφο μου και τρέχω στο σπίτι.

«Γιατί μένεις εκεί για μεσημέρι;» με κατσαδιάζει η μάνα. «Φτωχοί άνθρωποι είναι, ένα κομμάτι ψωμί έχουν και τους το τρως εσύ».

«Γιατί έχουν τόσο λίγο;»

«Γιατί έτσι θέλει ο Θεούλης».

Η οδός των Νεκρών είναι πολύ μεγάλη, λόγω των νε­κρών, σκέφτομαι, θέλουν να κάνουν λίγη βόλτα ακόμα πριν μπουν στον τάφο και αποφασιστεί αν θα μείνουν εκεί ή θα πετάξουν στον ουρανό.

Πρόσφατα πέθανε ο θείος Μ. Ήταν, άραγε, καλός άνθρωπος; Στέκομαι στον τοίχο του νεκροταφείου. Κόβω μια βέργα από ιτιά και την ξύνω ώσπου να γίνει μυτερή, σκαρφαλώνω πάνω από τον τοίχο, τρέχω στον τάφο και ανοίγω μια τρύπα, ο φύλακας του νεκροτα­φείου με αιφνιδιάζει, το βάζω στα πόδια και εξαφανί­ζομαι.

Στον δρόμο προς το σπίτι σκέφτομαι: τι σημαίνει καλός άνθρωπος;

Έξω βροντούν πόρτες. Στο δωμάτιο είναι σκοτεινά. Εκεί κοιμάται ο πατέρας, εκεί η μητέρα. Δεν είναι κα­θόλου σκοτεινά. Και τα κρεβάτια του πατέρα και της μητέρας είναι άδεια. Τους επιτέθηκαν ληστές; Απ’ έξω φεγγίζει κοκκινωπά. Ένα κέρας σαλπίζει, πάντα την ίδια θρηνητική νότα. Πηδώ από το κρεβάτι, ανοίγω την πόρτα διάπλατα, τρέχω στον δρόμο, απέναντι, στην άλλη άκρη της αγοράς, καίγεται ένα σπίτι, κόκ­κινο και πράσινο και μαύρο, πυροσβέστες με αστρα­φτερά κράνη στο κεφάλι τρέχουν σαν τρελοί τριγύρω, και οι άνθρωποι στέκονται στις μύτες των ποδιών. Η Γιούλε, η μαγείρισσά μας, με βλέπει και με γυρνά τρέχοντας στο κρεβάτι.

«Γιατί καίγεται το σπίτι, Γιούλε;»

«Γιατί ο Θεός ήθελε να τους τιμωρήσει».

«Γιατί ήθελε ο Θεός να τους τιμωρήσει;»

«Γιατί τα παιδάκια κάνουν πολλές ερωτήσεις».

Φοβάμαι, δεν μπορώ ν’ αποκοιμηθώ πια, μυρίζει κα­πνός, μυρίζει καψαλισμένο, μυρίζει Θεούλης.

Το άλλο πρωί στέκομαι μπροστά σε καρβουνιασμέ­νες σανίδες και πέτρες, είναι ακόμα καυτές.

«Ούτε κοκαλάκι δεν βρήκαν, η καημένη η γυναίκα κάηκε στο κρεβάτι της».

Γυρνάω απότομα, ο άντρας που μίλησε έχει απομα­κρυνθεί.

Τρέχω σπίτι, κάθομαι σε μια γωνιά, το ραβδί που σκάλιζα τις στάχτες κολλάει στο χέρι μου.

Ο κύριος Λέβι έρχεται. Γελά.

«Ωραίες σκανταλιές κάνεις».

Έχω παγώσει στη θέση μου.

«Όλοι στην πόλη ξέρουν ότι εσύ έβαλες φωτιά στο σπίτι των Άιχστεντ».

Ο κύριος Λέβι ανάβει ένα πούρο και φεύγει. Πρώτα είπε η Γιούλε ότι φταίω εγώ, τώρα το λέει ο κύριος Λέβι.

Τρυπώνω κάπου και μένω εκεί, καθισμένος στο πά­τωμα, ως το βράδυ.

Τι το διαφορετικό έκανα χτες; Γδύθηκα, πλύθηκα, έπεσα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα, εδώ που τα λέμε δεν πλύθηκα, απλά είπα στη μάνα πως πλύθηκα, άρα είπα ψέματα. Μήπως γι’ αυτό η φωτιά; Γι’ αυτό ετούτη η τρο­μερή τιμωρία; Τόσο αυστηρός είναι ο Θεός; Σκέφτομαι τις βραστές πατάτες, την κυρία Άιχστεντ που κάηκε.

Στο δωμάτιο είναι σκοτεινά. Είμαι ξαπλωμένος και αφουγκράζομαι. Δεξιά από την πόρτα κρέμεται ένα στρογγυλό μακρουλό γυάλινο σωληνάριο που μου έχουν απαγορεύσει να ακουμπώ, η Άννα η καμαριέρα κάνει κάθε φορά τον σταυρό της πριν το ξεσκονίσει.

«Μέσα εκεί είναι ο Θεός σας, εσάς των Εβραίων», μουγκρίζει.

Καρδιοχτυπώ, όμως δεν τολμώ ακόμη. Και αν «Εκεί­νος» πεταχτεί έξω από τον κύλινδρο και φωνάξει: «Εί­μαι ο Θεούλης! Για τιμωρία, επειδή είπες ψέματα…» Δεν αφήνω τον φόβο να με κυριεύσει άλλο, ούτε και τις βρα­στές πατάτες τις φοβάμαι, με ένα άλμα φτάνω στην πόρτα, σκαρφαλώνω στο κομό, ρίχνω κάτω τον «Θεού­λη». Κάνω το γυάλινο σωληνάριο κομμάτια. «Εκείνος» δεν κουνιέται. Το ρίχνω στο πάτωμα. «Εκείνος» δεν κουνιέται. Το φτύνω, πιάνω τα παπούτσια μου και το χτυπώ με μανία. «Εκείνος» δεν κουνιέται. Ίσως να είναι ήδη νεκρός. Αισθάνομαι ξαλαφρωμένος. Μαξεύω τα κομμάτια γυαλί και χαρτί, τα στριμώχνω στην πτυχή του καναπέ ανάμεσα στην πλάτη και το μαξιλάρι, αύριο θα κάνω την ταφή του «Θεούλη».

Ξαπλώνω στο κρεβάτι χαρούμενος, ας μάθουν όλοι ότι σκότωσα τον «Θεούλη».

Είχα την εντύπωση πως όλα τα αγόρια και τα κορί­τσια πηγαίνουν μαζί στο ίδιο σχολείο. Όμως η Ίλζε και ο Πάουλ πηγαίνουν στο «ευαγγελικό», ο Στανισλάους στο «καθολικό», εγώ στο «εβραϊκό». Ωστόσο μαθαίνουν να διαβάζουν και να γράφουν όπως εγώ και τα σχολικά κτίρια είναι ίδια και απαράλλαχτα.

Ο δάσκαλος λέγεται κύριος Ζένγκερ. Όταν ανοίγει το πρωί την πόρτα, φωνάξουμε: «Καλημέρα, κύριε Ζένγκερ». Κάθεται στην έδρα με τη βέργα δίπλα του. Ό­ποιος δεν έχει κάνει τις ασκήσεις του πρέπει να απλώ­σει το χέρι, και ο κύριος Ζένγκερ τον χτυπά με τη βέρ­γα στην παλάμη. «Για τιμωρία», λέει. Όποιον έχει κάνει τις ασκήσεις του, τον παίρνει ο κύριος Ζένγκερ στα γόνατά του και πρέπει να ακουμπήσει και να τρίψει το μάγουλό του στο αγκαθωτό μάγουλο του κυρίου Ζέν­γκερ. «Για επιβράβευση», λέει.

Στο διάλειμμα δείχνουμε ο ένας στον άλλον τις φέ­τες ψωμιού με το προσφάι.

«Εγώ έχω κρέας».

«Εγώ έχω τυρί».

«Εσύ τι έχεις από πάνω;»

«Δεν έχει τίποτα πάνω».

Ο Κουρτ θέλει να κρύψει την άδεια φέτα του, δεν τον αφήνουμε, τον περιγελούμε, ο Κουρτ φωνάζει: «Θα το πω στη μάνα μου», εμείς φωνάζουμε: «Μαρτυριάρη», ο Κουρτ πετάει το ψωμί του στο χώμα και κλαίει.

Όπως πηγαίνουμε σπίτι μετά το σχολείο, ο Μαξ λέει: «Οι γονείς μου δεν με αφήνουν να παίζω με τον Κουρτ, η μητέρα του πλένει σ’ εμάς κάθε βδομάδα, όλοι οι φτωχοί είναι βρόμικοι και έχουν ψύλλους».

Παίζω με τον Στανισλάους. Μου έκαναν δώρο ένα τραινάκι. Εγώ κάνω τον μηχανοδηγό, ο Στανισλάους τον κλειδούχο. Στα μισά της διαδρομής πατάω φρένο.

«Προχώρα», φωνάζει ο Στανισλάους, βάζει δυο δά­χτυλα στο στόμα και σφυρίζει διαπεραστικά.

«Έχεις ψύλλους;»

«Προχώρα».

«Είσαι βρόμικος;»

Ο Στανισλάους πατά με το πόδι το τραινάκι. Το ό­μορφο παιχνίδι στραβώνει και γίνεται ένα μάτσο σίδε­ρα.

«Αφού ο Μαξ λέει ότι όλοι οι φτωχοί είναι βρόμικοι και έχουν ψύλλους. Τώρα μου χάλασες το τραινάκι, και λες ότι είσαι και φίλος μου;»

«Δεν είμαι φίλος σου. Σας μισώ».

Στον δρόμο τα παιδιά φωνάξουν: «Εβραίε, χεπ, χεπ!» Δεν το είχα ξανακούσει ποτέ. Μόνο ο Στανισλάους δεν φωνάζει, τον ρωτώ γιατί φωνάζουν έτσι οι άλλοι;

«Οι Εβραίοι έσφαξαν ένα χριστιανόπουλο στο Κόνιτς και έβαλαν το αίμα στην άζυμη λαγάνα».

«Αυτό δεν είναι αλήθεια!»

«Ενώ ότι είμαστε βρόμικοι και έχουμε ψύλλους, αυ­τό είναι αλήθεια, ε;»

Ο κύριος Ζένγκερ, ο δάσκαλος, διασχίξει την κεντρι­κή πλατεία. Ένας πιτσιρικάς τρέχει πίσω του και τρα­γουδά:

Εβραιόπουλο, διαβολάκι,
Σκίζει στα δυο τού Εβραίου το σακάκι,
Το σακάκι σκίστηκε,
Ο Εβραίος χέστηκε.

Ο δάσκαλος συνεχίζει να περπατά χωρίς να γυρίσει. Ο πιτσιρικάς φωνάξει: «Κόνιτς, χεπ, χεπ! Κόνιτς, χεπ, χεπ!»

«Στ’ αλήθεια πιστεύεις», ρωτώ τον Στανισλάους, «ότι οι Εβραίοι έσφαξαν ένα χριστιανόπουλο στο Κόνιτς: Δεν θα ξαναφάω λαγάνα».

«Τρίχες! Δώσε την σ’ εμένα».

«Γιατί φωνάξουν τα παιδιά Εβραίε, χεπ, χεπ;»

«Εσύ δεν μας φωνάξεις Πολάκους;»

«Αυτό είναι άλλο πράγμα».

«Βλακείες! Αν θες να ξέρεις, η γιαγιά μου λέει ότι οι Εβραίοι σταύρωσαν τον Χριστό μας».

Τρέχω στον αχυρώνα, τρυπώνω γρήγορα κάτω από το άχυρο και υποφέρω φρικτά. Τον ξέρω τον Χριστό, εί­ναι κρεμασμένος στο δωμάτιο του Στανισλάους, από τα μάτια του κυλούν κόκκινα δάκρυα, το στήθος του χαίνει ανοικτό και μέσα φαίνεται η καρδιά του που μα­τώνει, από κάτω γράφει:«Αφίετε τα παιδία ελθείν προς εμέ». Όποτε βρίσκομαι στον Στανισλάους και δεν προ­σέχει κανείς, πηγαίνω στον Χριστό και προσεύχομαι.

«Σε παρακαλώ, Χριστούλη, συγχώρεσέ με που οι Ε­βραίοι σε σκότωσαν».

Το βράδυ στο κρεβάτι ρωτώ την μητέρα:

«Γιατί είμαστε Εβραίοι;»

«Κοιμήσου, παιδί μου, και μην ρωτάς κουταμάρες».

Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν θέλω να είμαι Εβραίος. Δεν θέλω να τρέχουν πίσω μου τα παιδιά και να φωνά­ζουν, «Εβραίε».

Στην αυλή του Σμιντ, του μαραγκού, υπάρχει μια κα­λύβα. Εκεί συγκεντρώνονται οι «Αληθινοί Χριστιανοί». Παίζουν σάλπιγγα και τραγουδούν Αλληλούια, κάνουν μετάνοιες και φωνάζουν: «Ελθέτω η Βασιλεία Σου, ω Σιών!» Αγκαλιάζονται και φιλιούνται και σαλπίζουν ξανά. Θέλω να γίνω και εγώ αληθινός χριστιανός, γι’ αυτό πηγαίνω στην καλύβα. Ο κύριος αναγνώστης με χαϊδεύει, με κερνάει ζάχαρη και δηλώνει ότι βρίσκομαι στον σωστό δρόμο.

«Θα γιορτάσουμε όλοι μαζί την ιερή εορτή των Χρι­στουγέννων με αγάπη και ομόνοια», λέει.

«Ναι», λέω εγώ.

«Κι εσύ, παιδί μου, θ’ απαγγείλεις αυτό το χριστου­γεννιάτικο ποίημα».

Είμαι πανευτυχής, δεν είμαι πια Εβραίος, θα απαγ­γείλω ένα χριστουγεννιάτικο ποίημα, κανείς δεν θα έχει πια το δικαίωμα να φωνάξει πίσω μου «Εβραίε, χεπ, χεπ!» Παίρνω την τρομπέτα μου και φυσώ όπως έκανε εκείνος με τη σάλπιγγα, μετά απαγγέλλω με δυνατή, εορταστική φωνή το χριστουγεννιάτικο ποίημα. Την επόμενη μέρα ο κύριος αναγνώστης μού λέει ότι λυπά­ται, αλλά ο Χριστός θα ευχαριστηθεί περισσότερο αν το ποίημα το απαγγείλει ο Φραντς.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !