Η αξία του μαθήματος των θρησκευτικών

🕔12/04/2016 16:25

Από τον Αχιλλέα Πιτσίλκα
Το μάθημα των θρησκευτικών, κατά τις αθεϊστικές και υλιστικές αντιλήψεις της εποχής μας, είναι δήθεν περιττό και άχρηστο, εφόσον για τους άθεους και υλιστές Θεός δεν υπάρχει.

Επομένως, γι' αυτούς, πρέπει το μάθημα αυτό να καταργηθεί ή να αντικατασταθεί από τη σεξολογία, την αστρολογία, τη θρησκειολογία κ.α. συναφή, ώστε οι μαθητές να επιδίδονται «αδεώς» σε κάθε είδους ακολασία, εφόσον κατά το Ντοστογιέφσκι, όπου δεν υπάρχει Θεός τα πάντα επιτρέπονται.

Ο ίδιος ο Θεός όμως, ο «αεί ών» και «τα πάντα πληρών» απευθυνόμενος στους πιο πάνω, που πολλές φορές ηχούν σαν κύμβαλα αλαλάζοντα (Βλ. 1 Κορ. 13,1), τους βεβαιώνει χαρακτηριστικά ότι πλανώνται «πλάνην οικτράν», «μή ειδότες τας Γραφάς, μηδέ την δύναμιν του Θεου» (Ματθ. 22,29). Η αδιαφιλονίκητη δηλ., ύπαρξη του Θεού και η ενσάρκωση του Υιού και Λόγου στον κόσμο αυτό και γενικότερα το σωτήριο έργο Του αποδεικνύουν ότι μονάχα ο εντελώς άφρων και άμυαλος άνθρωπος ισχυρίζεται ότι «ουκ εστι Θεός» (Ψαλμ. 13,1).

Κάτι ανάλογο θα έλεγα και εγώ προς όλους εκείνους, που αμφισβητούν την αξία του μαθήματος των θρησκευτικών, ότι, δηλ., η ψυχή του ανθρώπου είναι πλασμένη εκ φύσεως θρησκευτική και για τούτο δεν ικανοποιείται στην πραγματικότητα με τίποτε άλλο στη ζή, εκτός από το Θεό και τα του Θεού. Όταν επομένως ένα έθνος θελήσει να ξεριζώσει το Θεό, για τον οποίο γίνεται κατ' εξοχήν λόγος στο μάθημα των θρησκευτικών, από τις καρδιές των ανθρώπων, τότε ξεριζώνει στην πραγματικότητα αφρόνως και την ίδια την καρδιά του, οδηγώντας τους ανθρώπους στη νέκρωση και το μαρασμό.

Το μάθημα των θρησκευτικών, δηλ., σοφίζει αρχικά τις διάνοιες των μαθητών, φανερώνοντας τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, ώστε να βλέπουν τα πάντα sub specie aeternitatis και να βαδίζουν πάντοτε «επί σκοπόν», δηλ. «επί το βραβείον της άνω κλήσεως» (Φιλ. 3,14).

Με τη βοήθεια των θείων αληθειών έπειτα, που διδάσκονται οι μαθητές, ελευθερώνονται από τα νεκροποιά πάθη και ανέρχονται σιγά-σιγά στην κλίμακα των θεοποιών αρετών και μάλιστα της θείας αγάπης, που «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει» (1 Κορ. 13,7).

Με την συμπαράσταση μάλιστα των ευσεβών θεολόγων καθηγητών οι μαθητές οδηγούνται στα αγιοποιά μυστήρια της Εξομολόγησης και της Θ. Κοινωνίας και γενικότερα στην καινότητα της ζωής, ευρίσκοντας «χάριν εις εύκαιρον βοήθειαν» (Εβρ. 4,16), ενώ ταυτόχρονα αισθάνονται την βασιλείαν του Θεού «εληλυθυϊαν εν δυνάμει» στον εσωτερικό τους κόσμο, δηλαδή την ειρήνη της δικαίωσης και της θείας μακαριότητας, προγευόμενοι τα αγαθά της αιώνιας ζωής.

Για τους λόγους αυτούς όλες οι μεγάλες προσωπικότητες της Ιστορίας διψούσαν «παιδιόθεν» τα ιερά γράμματα, δηλ. τα θρησκευτικά, τά δυνάμενα σοφίσαι εις σωτηρίαν» (2 Τιμ. 3,15), βρίσκοντας στη μελέτη τους ουράνιο «μάνα» και ταυτόχρονα την πληρότητα των πόθων και την πηγή της αιώνιας ζωής.

Για τούτοι όλοι οι μεγάλοι σοφοί και μάλιστα οι Κέπλερ, Κωσύ, Πασκάλ κ.ά., λαχταρούσαν στην πραγματικότητα να είναι όχι μονάχα μαθητές του Χριστού και θεολόγοι, αλλά και κατηχητές και ιεροκήρυκες, όπως ήταν στην πρωτοχριστιανική εποχή όλοι οι πιστοί.

Ύστερα από τα πιο πάνω θα έλεγα ότι η θρησκεία δεν είναι στην πραγματικότητα το όπιο του λαού, όπως διακήρυτταν στα παλαιότερα χρόνια όλοι οι Μαρξιστές, αλλά η θεία ζωή. Αυτό άλλωστε το ομολογεί και ένας από τους πιο μεγάλους εκπροσώπους του κομμουνιστικού καθεστώτος της Ρωσσίας, ο Μιχ. Γκορμπατσώφ, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «Ήταν μεγάλο λάθος μας, που λέγαμε ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Οι ηθικές δυνάμεις που ενέττνευσε και ενσαρκώνει η θρησκεία, μπορούν να βοηθήσουν την πατρίδα μας να ανανεωθεί» (I. Αγαπητού, Δες τι λένε οι άθεοι, Αθήναι 1994, σ. 23).

Σύμφωνα με τα πιο πάνω επομένως και το μάθημα των θρησκευτικών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καταργηθεί ή έστω και να παραγκωνισθεί, γιατί αυτό είναι το αλάτι, που δίνει αξία και νοστιμιά και σ' όλα τα άλλα..

Είναι με άλλα λόγια το μάθημα της χαράς και της πιο βαθειάς φιλοσοφίας, που υπάρχει στον κόσμο αυτό, η μυστική εντελέχεια της ζωής, που διακρατεί τις ψυχές, ο πιο ζωντανός παράγοντας για την υγιή ψυχική εξέλιξη των παιδιών, το πιο ασφαλές όχημα για την κατάκτηση της επίγειας ευτυχίας και της ουράνιας μακαριότητας, ο χάρτης και ο δείκτης του δρόμου, που οδηγεί στον ουρανό, ενώ οι θεολόγοι καθηγητές είναι οι συνεργοί της χαράς και της σωτηρίας των μαθητών τους. Αυτό ομολογούσε για τούτο και η Γκρέτα Πάλμερ λέγοντας πώς «ό,τι ωραιότερο έχουμε σήμερα, μας το κληροδότησαν οι άνθρωποι εκείνοι που είχαν θερμή πίστη» (I. Αγαπητού, όπ.π., 32).

Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα έλεγα τελικά και εγώ μαζί με τον I. Δαββέτα ότι το μάθημα των θρησκευτικών δεν πρέπει να παραγκωνισθεί, αλλά «λόγω της παιδαγωγικής αυτού αξίας, αλλά και της Εθνικής,... επιβάλλεται σήμερον ... νά διδαχθεί εις πάντα ανεξαιρέτως τα σχολεία της επικρατείας» (ΘΗΕ 6,552). Αυτό άλλωστε το ζήτησε από τους Μαθητές του ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας, όπως είναι γνωστό, το «Αφετε τά παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με "των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 19,14).

Ο Αχιλλέας Πιτσίλκας είναι διδάκτωρ Θεολογίας
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !