Η Αγαπώ του Παντελή Μπουκάλα

🕔04/01/2017 09:50

«Περάστε τις γιορτές συντροφιά μ’ ένα βιβλίο» έλεγε κάποιο παλιό διαφημιστικό σύνθημα των εκδοτών ή βιβλιοπωλών. Εγώ τις φετινές γιορτές τις πέρασα, κατά μεγάλο μέρος, με απολαυστική συντροφιά, με το καινούργιο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα, που μου άρεσε πολύ και που θέλω να το παρουσιάσω στο σημερινό άρθρο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι κάπως μακροσκελής: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών.

Των δημοτικών τραγουδιών, βεβαίως. Ο φίλος Παντελής μελετάει εδώ και πολλά χρόνια το δημοτικό τραγούδι -αυτό το ήξερα και το είχαμε αναφέρει πριν από μερικούς μήνες που παρουσιάσαμε εδώ τη συλλογή δίστιχων του Λασκαράτου που την εξέδωσε πρόσφατα ο Μπουκάλας μαζί με τον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Αυτό που δεν ήξερα και που μου προκάλεσε δέος είναι το πλάτος και το βάθος, αλλά και η γνώση της ενασχόλησης. Ο Μπουκάλας μας δίνει έναν τόμο σχεδόν 600 σελίδων, από τις οποίες οι 200 είναι σημειώσεις, κάτι που δείχνει πόσο πολλή λεπτοδουλειά έχει κάνει. Στον τόμο αυτό αναλύει διάφορες πτυχές της γλώσσας όπως εκφράζονται μέσα από τα δημοτικά τραγούδια αλλά και από την επώνυμη ποίηση, έχοντας σαν κεντρικό θέμα του την ποιητική υπέρβαση των ορίων και των κανόνων της γλώσσας και σαν εμβληματικό παράδειγμα αυτής της υπέρβασης τη μετατροπή ενός ρήματος, του ρήματος αγαπώ σε ουσιαστικό: η αγαπώ, η αγαπημένη δηλαδή, αλλά και η πολυαγαπώ, ουσιαστικό που κλίνεται (της αγαπώς) και βεβαίως παρουσιάζεται και σε αρσενικό τύπο (ο αγαπός και άλλες παραλλαγές).

Ο Μπουκάλας εξετάζει αναλυτικά τον μετασχηματισμό του ρήματος σε όνομα που, όπως είπαμε, κλίνεται και, επειδή γράφει σε εκδοτικόν οίκο που κρατάει το πολυτονικό, αναφέρεται επιτροχάδην και σε ένα πρόβλημα που εμάς δεν θα μας απασχολούσε, δηλαδή τι τόνο πρέπει να πάρει το ουσιαστικό «η αγαπώ», και προκρίνει την οξεία (λέει και γιατί), αν και βέβαια στη γενική βάζει περισπωμένη. Παραδείγματα στίχων:

Ζωγράφε που ζωγράφιζες τον άγιο στην Αττάλεια
ζωγράφισε την αγαπώ μες στα δικά μου αγκάλια.

Ο νιος τον άρρωστο έκανε στης αγαπώς την πόρτα.

Άγρια περιστεράκια μου εις στο σκολειό να μπείτε,
και πέμπω χαιρετίσματα της ααπώς να πείτε (Καρπάθικο, όπου το γ πέφτει ανάμεσα σε δυο φωνήεντα).

Τον αγαπώ παντρεύουνε κι εμέ παρηγορούνε
κι όση παρηγοριά έχω γω τόσο καλό να δούνε.

Κάθε Σαββατοκύριακο που’ν’όμορφο το φόρος,
σκολάζουν οι γραμματικοί, σκολάζουν κι οι νοδάροι,
σκολάζει κι ο πολυαγαπώ ‘που το χρυσό κοντύλι,
κι απού την πόρτα μας περνά για να τ’ ανατρανίσω,
κι εγώ δεν αναντράνισα για να τον τυραννήσω
[Κρητικό -για τα λεξιλογικά αυτού του πεντάστιχου μπορεί να γραφτεί αρθράκι]

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τόμος που εκδόθηκε πρόσφατα δεν είναι παρά ο πρώτος μιας σειράς, που θα έχει τον γενικό τίτλο «Πιάνω γραφή να γράψω…. – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι». Θα εκδοθούν τουλάχιστον άλλοι 6-7 τόμοι, το συνολικό πρόγραμμα των δοκιμίων το παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος του προλόγου.

Τα δοκίμια δεν είναι συνήθως ευκολοδιάβαστο είδος, αλλά εγώ πιο πάνω χαρακτήρισα «απολαυστικό» το διάβασμα της Αγαπώς (ας συντομεύσω έτσι τον τίτλο). Θα μου πείτε, εγώ έχω πετριά με τα γλωσσικά, αλλά νομίζω πως απόλαυση θα βρει ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, επειδή ο Μπουκάλας γράφει πολύ καλά, επειδή κινείται με εντυπωσιακή άνεση μέσα στο αχανές υλικό του, επειδή έχει τεράστιο πλάτος στη ματιά του κι επειδή είναι σπάταλος στην ανάπτυξη του δοκιμίου -εννοώ πως όταν θέλει να δώσει παραδείγματα για μια λέξη ή έναν τύπο ή μια χρήση δεν παραθέτει απλώς ξερόν τον στίχο όπου εμφανίζεται η λέξη, αλλά δίνει ολόκληρο το δημοτικό τραγούδι ή τουλάχιστον εκτενές απόσπασμα. Έτσι ο αναγνώστης γεύεται συνεχώς δείγματα εξαιρετικής ανώνυμης (και όχι μόνο) δημιουργίας.

Ως προς το πλάτος της ματιάς του, να σημειώσω ότι ο Μπουκάλας πιάνει θέματα που εκ πρώτης όψεως δεν θα τα συνέδεε κανείς με το δημοτικό τραγούδι γενικώς και με την Αγαπώ ειδικώς. Έτσι, στο βιβλίο υπάρχουν κεφάλαια αφιερωμένα: στο «απ’ ανέκαθεν» και παρόμοιους ‘λαθεμένους’ τύπους· σε λέξεις των δημοτικών τραγουδιών που δεν τις έχουν τα λεξικά· σε παραδείγματα ποιητικών πλεονασμών (π.χ. θα ξαναφύγω πάλι)· στα πολυσύλλαβα επίθετα του ομηρικού έπους· σε μακροσκελέστατα σύνθετα -φτάνοντας ίσαμε τη λέξη του Αριστοφάνη· σε λιπογράμματα και παντογράμματα· σε λεξιπλασίες· σε παρηχητικές δεισιδαιμονίες· στο ομηρικό οδυσάμενος. Έχουμε δηλαδή μια σειρά από ημιανεξάρτητα δοκίμια, που διαβάζονται και αυτοτελώς αλλά συνδέονται και μεταξύ τους και που οδηγούν αργά αλλά σταθερά, και απολαυστικά, στην κορύφωση -στην Αγαπώ.

Το υλικό του Μπουκάλα είναι τα δημοτικά μας τραγούδια -και πόσα είναι αυτά; λίγες εκατοντάδες ή πολλές χιλιάδες; ο πρόλογος θέτει το ερώτημα και δίνει κατευθύνσεις για την απάντηση- αλλά και η αρχαία και μεταγενέστερη γραμματεία, από τα ομηρικά έπη ίσαμε τα βυζαντινά δημώδη, όπως άλλωστε και η επώνυμη ποίηση.

Ανάμεσα στα θέματα που ανέφερα πιο πάνω (και που δεν είναι παρά λίγα μόνο από τα θέματα που θίγει ο Μπουκάλας στο βιβλίο του) υπάρχουν πολλά που ενδιαφέρουν πολύ το ιστολόγιο και με τα οποία έχουμε ήδη ασχοληθεί -κάποια από αυτά θα τα παρουσιάσω στο μέλλον.

Προς το παρόν, για να πάρετε μια ιδέα, παραθέτω αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Ρήματα άπαξ, ονόματα άπαξ». Για τεχνικούς λόγους μονοτονίζω και παραλείπω τις υποσημειώσεις. Κι αν η πρώτη παράλειψη είναι ασήμαντη, η δεύτερη, των υποσημειώσεων, είναι πολύ ουσιαστική, αφού οι υποσημειώσεις έχουν πολύ ψαχνό. Για παράδειγμα, η υποσημείωση 85 σχετικά με την προσπάθεια να βαφτιστούν ελληνικές κάποιες δάνειες λέξεις έχει έκταση πάνω από σελίδα (στο τέλος του βιβλίου) και θα μπορούσε να μετατραπεί μια χαρά σε άρθρο για το ιστολόγιο.

Ρήματα άπαξ, ονόματα άπαξ

Μεταφράζοντας αρχαίους Έλληνες ποιητές, προπάντων τον Αισχύο, συναντάς -κι όχι λίγες φορές- αστραφτερές λέξεις (ρήματα και ονόματα) που όμως, όπως βεβαιώνουν οι αρχαίοι σχολιαστές και οι νεότεροι λεξικογράφοι, μετά την πρώτη τους γραφή συνέχισαν τον βίο τους μόνο στην ακροαματική τους διάσταση, όσο ακούγονταν στο θέατρο, στις παραστάσεις. Δεν τις ενστερνίστηκε δηλαδή, παρά τη λάμψη τους, και δεν τις χρησιμοποίησε στην τέχνη του κανένας άλλος ποιητής. Ούτε καν ο πατέρας τους, ο λογοθέτης, δεν επανήλθε σ’ αυτές. Φώτισαν κάποια στιγμή τον ουρανό της γλώσσας κι ύστερα, σωπασμένες και άσημες, πέρασαν στη λησμονιά. Όπως το επίθετο δημόκραντος που έπλασε ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα (στ. 457), για να δηλώσει την κατάρα την επικυρωμένη από τον δήμο. Ή το ρήμα φεύζω, στην ίδια τραγωδία (στ. 1308: τι τούτ’ έφευξας), που προσδιορίζει όποιον βαρύθυμα φωνάζει φευ, φευ, και δημιουργήθηκε όπως το οιμώζω από το οίμοι και το αιάζω από το αιαί.

Το κοιμητήριο των λέξεων είναι απέραντο, όπως επιβεβαιώνει μια ταχύτατη ματιά σε οποιοδήποτε λεξικό «όλης της ελληνικής». Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Ι.Θ.Κακριδής: «Από τον Αριστοφάνη μαθαίνουμε πως ήδη τον 5ον αιώνα κυκλοφορούσαν λεξιλόγια που ερμήνευαν ομηρικές, ξεχασμένες από καιρό λέξεις –γλώσσες ονόμαζαν τότε τις σπάνιες λέξεις». Ο συγγραφέας παραπέμπει στους Δαιταλής του Αριστοφάνη (το πρώτο έργο του κωμικού που ανέβηκε στη σκηνή με το όνομά του, το 427 π.Χ.), απ. 222, όπου και το ερώτημα για τη σκοτεινή πια σημασία λέξεων του Ομήρου: πρὸς ταῦτα σὺ λέξον Ὁμήρου ἐμοὶ γλώττας· τί καλοῦσι κόρυμβα; τί καλοῦσ’ ἀμενηνὰ κάρηνα; τί καλοῦσιν ὀπυίειν;

[…]

Αντίθετα με τις αρχαίες λέξεις άπαξ, οι αντίστοιχες δημοτικές σπανιότατα λεξικογραφούνται. Με το δεδομένο μάλιστα ότι είναι ενσωματωμένες σε τραγούδια που ακούγονται πλέον όλο και πιο αραιά, έως καθόλου, δεν συνεχίζουν τη ζωή τους ακροαματικά, όπως θα ήταν το φυσικό, αλλά γραπτά: αποθησαυρισμένες και δημοσιευμένες -για να μην πω ενταφιασμένες- σε κάποια πιθανόν αδρανή ανθολογία.

Για παράδειγμα, στα κάμποσα λεξικά που αναδίφησα, δεν έτυχε να συναντήσω καταγραμμένο το ρήμα σεβνταλίζομαι, που σίγουρα θα εκνεύριζε τους καθαρούς, κυρίως επειδή θα υποχρεώνονταν να αποδεχτούν τη σημασιολογική μοναδικότητά του. Με τη δημιουργία του εξελληνίστηκε πλήρως ο ήδη πολιτογραφημένος τούρκικος σεβντάς (αλλά και καρασεβντάς), που χρησιμοποιήθηκε ως πυρήνας και για τη σύνθεση επιθέτου – ο σεβνταλής (και σεβταλούς στα ποντιακά). Ιδού ένα τραγούδι από τα χωριά των θεσσαλικών Αγράφων:

Τώρα το βράδυ βράδυ
το κοντοδειλινό,
είδα έναν ασίκη
σαν τον αυγερινό.

Μάνα μ’ όταν τον είδα,
σεβνταλίστηκα,
στην κάμαρά μου μπήκα
και μέσα κλείστηκα.

Κι ένα ρουμελιώτικο, «Ο Μεμέτης κι η Διαμάντω»:

Του Χατζηγιαννάκη η κόρη απ’ τα Γρέβενα
μπαίνει-βγαίνει στο χαϊάτι και στολίζεται
κι ο Μεμέτ-αγάς διαβαίνει, σεβνταλίζεται
ΣΠΑΝΔΩΝΙΔΗ/1939, σ. 21, αρ. 34, στ 1-3.

Δεν υπάρχε λεξικογραφημένο ρήμα λιθαρώ, κι ωστόσο, στο τραγούδι της Χαλκιδικής που ακολουθεί, εκεί που το ακούμε, δεν θα μπορούσε τίποτε άλλο να ειπωθεί και ν’ ακουστεί:

Απ’ τους κουρφούς κατέβαινα,
βρίσκου χουρόν, που χόριβαν
και τα πιγνίδια πο’πιζαν
Πήγα να πιάσου στου χουρό,
σιμά κουντά στην αγαπώ,
μα κείνη δε μι δέχτηκι,
παίρνει πέτρα κι μι βαρεί.
Παίρνει πέτρα κι μι βαρεί,
λιθάρι κι μι λιθαρεί.
ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ/1940, σ. 22, αρ. 76, στ. 9-17.

Και τίποτε άλλο δεν θα μπορούσαμε ν’ ακούσουμε και να εννοήσουμε αυτόματα εκτός από το πρωτότυπο και μάλλον άπαξ ειρημένο ρήμα ξακουστώ στην καίρια θέση του. Είναι τόση η δύναμη του ρήματος ώστε να συγχωρεί και τον κάποιο ναρκισσισμό του κλέφτη:

Διψάν οι κάμποι για νερά και τα βουνά για χιόνια,
διψάει κι η μαύρη Τσακωνιά για τους παλιούς της κλέφτες.
Τον Καλλιοντζή τον κλείσανε μες στης Συκιάς το βράχο
κι ο Μετσ’Αράπης του μιλά κι ο Μετσ’Αράπης λέει:
«Έβγα, Δήμο, προσκύνησε και ρίξε τ’ άρματά σου!»
«Τίγαρις είμαι νιόνυφη να βγω να προσκυνήσω,
να μου χαρίσεις τη ζωή, να πιάσεις τα βυζιά μου;
Γω θελά κάνω πόλεμο, να ξακουστώ στον κόσμο!»
ΤΣΟΥΧΛΟΣ/1993, σ. 29 αρ. 23

Και συνεχίζει ο Μπουκάλας παραθέτοντας πρωτάκουστους και πρωτότυπους τύπους και λέξεις όπως:

  • μελαγχώνω
  • να χαρεθώ
  • ηλιάζει
  • σιγαλώ
  • καθημερνιάζω
  • πολλόπαθος
  • λαμποσκοτεινιάζω
  • τριμερόγαμπρος
  • κλαμοκατεβαίνω
  • μοσχοπιπερίζω

παραθέτοντας βέβαια και τα αντίστοιχα τραγούδια, για να φτάσουμε στο πελοποννησιακό βαρυχρεΐζω, που υπάρχει στο τραγούδι «Ο μπεκιάρης», με το οποίο θα κλείσω το άρθρο. Πρόκειται, όπως γράφει ο Μπουκάλας, για ένα «από τα λίγα δημοτικά με τόσο άμεσο κοινωνικό περιεχόμενο» (το σχόλιο που ακολουθεί είναι δικό μου, όχι του Παντελή)

Επειδή, κατά καλή τύχη, το τραγούδι υπάρχει στο γιουτούμπ, μπορείτε και να το ακούσετε:

Και τα λόγια:

Ένας αετός καθότανε, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, σ’ ένα ψηλό λιθάρι.

Κι έβάσταγε στα νύχια του, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, γραμματικού κεφάλι.

Κι ώρες ώρες το τσίμπαγε, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, κι ώρες ώρες του λέει.

«Κεφάλι τι κακό ‘καμες, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, που σε τραβούν τα όρνια;

Να μην επαραζύγιαζες, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, να μην ακριβοπούλειες;»

«Εγώ δεν βαρυζύγιαζα, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, μήδ’ ακριβά πουλούσα.

Παρά ήμουν πρώτος στο χωριό, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, πρώτος στα βιλαέτια.

Εβαρυχρέιζα τους φτωχούς, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, κι αλάφρωνα τους πλούσιους.

Αδίκησα και τρί’ ορφανά, μπεκιάρη, μπεκιάρη
μπεκιάρη παλικάρι, και τρί’ αρφανοκαημένα».
ΠΑΠΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ/1887, σσ. 125-126, αρ. Δ’

Εβαρυχρέιζα τους φτωχούς κι αλάφρωνα τους πλούσιους -μόνο που καμιά φορά οι οργανικοί διανοούμενοι της εποχής τα βρίσκανε σκούρα!

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !