Για τη Φαύστα του Μποστ στο θέατρο Προσκήνιο

🕔04/11/2016 09:46

Πριν από λίγο καιρό, είχα τη χαρά να επικοινωνήσει μαζί μου η κυρία Μάρθα Φριντζήλα, που πολύ μου αρέσουν τα τραγούδια που ερμηνεύει. Η χαρά μου έγινε μεγαλύτερη όταν μου είπε ότι διαβάζει το ιστολόγιο και της αρέσουν τα άρθρα στα οποία παρουσιάζουμε γελοιογραφίες του Μποστ -και μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για το πρόγραμμα της Φαύστας, που επρόκειτο να ανεβεί σε δική της σκηνοθεσία στο θέατρο Προσκήνιο, με την Ελένη Κοκκίδου (φωτογρ.) στον επώνυμο ρόλο.

Έτσι κι έγινε, και προχτές πήγα να δω το έργο, στο οποίο και θ’ αφιερώσω το σημερινό σημείωμα. Αν δεν ξέρετε την υπόθεση του έργου, παρόλο που την αφηγείται παρακάτω σε ένα έξοχο σημείωμα (που επίσης υπάρχει στο πρόγραμμα) ο φίλος Κώστας Μποσταντζόγλου, γιος του Μποστ, να πούμε ότι πρόκειται για μια ιλαροτραγωδία, όπου το τετράχρονο κοριτσάκι μιας οικογένειας χάνεται στη θάλασσα -το καταπίνει ένα θαλάσσιο τέρας. Κάμποσα χρόνια αργότερα, ο πατέρας της μικρής ψαρεύει ένα τεράστιο ψάρι και στην κοιλιά του βρίσκουν την «απολεσθείς κόρη». Όμως, πριν καλά καλά προλάβουν να χαρούν, το κορίτσι, που μυρίζει ψαρίλα, το κατασπαράζουν οι γάτες. Αργότερα έρχεται για προξενειό μια οικογένεια, της οποίας ο γιος είχε επίσης χαθεί στη θάλασσα και βρέθηκε στο στομάχι ψαριού: αλλά είναι πολύ αργά πια.

Η παράσταση της Μάρθας Φριντζήλα είναι πολύ πρωτότυπη, πολύ διαφορετική από τα άλλα ανεβάσματα της Φαύστας που έχω δει. Καταρχάς, οι υπόλοιποι γυναικείοι ρόλοι εκτός της πρωταγωνίστριας παίζονται από άντρες ηθοποιούς, κάτι που αποδίδει ιδίως στον ρόλο της Μαριάνθης (της υπηρέτριας). Μάλιστα, ο ρόλος της Ελένης (της φίλης της Φαύστας, στην αρχή του έργου) δεν υπάρχει καν -τον αποδίδει κι αυτόν η Ελένη Κοκκίδου.

Έπειτα, στην παράσταση αυτή παίζει καθοριστικό ρόλο η μουσική -η πρωτότυπη μουσική του Βασίλη Μαντζούκη, με έντεκα τραγούδια πάνω στο κείμενο του Μποστ, άλλοτε σε ύφος Χατζιδάκι, αλλού ρεμπέτικα ή βαλς. Το κείμενο ωστόσο δεν έχει αλλάξει, μόνο κάποιοι στίχοι επαναλαμβάνονται για τις ανάγκες της μελοποίησης, ενώ έχουν προστεθεί ελάχιστες ατάκες από την επικαιρότητα, π.χ. μια σπόντα για το Ωραιόκαστρο.

Μου άρεσε επίσης το σκηνικό με μια μεγάλη φυσούνα (σαν θερμοκήπιο) στο κέντρο της σκηνής και πίσω, απ’ όπου βγαίνουν οι ηθοποιοί στη σκηνή και όπου, σε διάφορες στιγμές, με προβολές, φωτισμούς και κίνηση σχολιάζονται τα όσα λέγονται πάνω στο σανίδι. Η κίνηση άλλωστε παίζει καθοριστικό ρόλο στην παράσταση.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στην παράσταση στο θέατρο Προσκήνιο (που το είχε αρχικά φτιάξει η Νίκη Τριανταφυλλίδη και βρίσκεται στην οδό Καπνοκοπτηρίου, έναν πεζοδρομάκο κάθετο στη Στουρνάρα αμέσως πριν από την Αχαρνών) είδα πολύ νεανικό κοινό -αλλά για τη θεατρική άνθιση που παρατηρείται παραδόξως (ή: όχι παραδόξως, αν το καλοσκεφτείς) στην Αθήνα μέσα στην κρίση, αξίζει ιδιαίτερη συζήτηση.

Μια ακόμα Φαύστα; αναρωτιούνται στο πρόγραμμα οι της παράστασης. Και απαντούν:
Ζούμε σε μια μαγική εποχή: Ροζ φλαμίνγκο κατακλύζουν το Ναύπλιο, πλαστικές παντούφλες βγαίνουν σε ιερό προσκύνημα, δισεκατομμυριούχοι καναλάρχες κοιμούνται σε ράντζα, παλλόμενα πέη συγκλονίζουν το πανελλήνιο, δημοφιλής τραγουδιστής βραβεύεται για την προσφορά του στο αρχαίο δράμα και φυσικά, το Όχι γίνεται Ναι.

Η Φαύστα του Μποστ είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουμε την σουρεαλιστική καθημερινότητα που δεν σταματά να μας εκπλήσσει. Η Φαύστα δεν είναι μία γυναίκα ή ένας ρόλος. Δεν είναι τραγωδία ή κωμωδία. Δεν είναι παρωχημένη ή επίκαιρη. Επιφανειακή ή βαθιά. Είναι η καταγραφή της ελληνικής πραγματικότητας σε μία γλώσσα κακοπαθημένη που τόσο αριστοτεχνικά χειρίζεται και ταλαιπωρεί ο συγγραφέας.

Εγώ έγραψα το εξής:

Αυτό που πρώτο προσέχει κανείς στη Φαύστα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η γλώσσα της: επιφανειακά πρόκειται για μια απλή καθαρεύουσα των καλλιεργημένων αστών περασμένης εποχής, αλλά μια καθαρεύουσα υπονομευμένη στα ίδια της τα θεμέλια. Το γλωσσικό ζήτημα έχει σήμερα λυθεί οριστικά, το 1964 όμως η προδικτατορική καθαρεύουσα δέσποζε· αυτή τη γλώσσα διακωμώδησε σοφά ο Μποστ, πριν την αγκαλιάσουν (και την γελοιοποιήσουν ανεπανόρθωτα) ο Παπαδόπουλος και η δικτατορία.

Ο Μποστ χρησιμοποιεί υπονομευτικά τα εκφραστικά μέσα της καθαρεύουσας, π.χ. τις γενικές απόλυτες, τις μετοχές, όπου μπερδεύει κατά βούληση χρόνους, γένη και αριθμούς (η απολεσθείς κόρη, το διασωθείς Ριτσάκι) ή τις αρχαιοπρεπείς αντωνυμίες (λάμπαν όστις κρέμεται)· ταλαιπωρεί την τρίτη κλίση (εις του ιχθέος την γαστήρ) ενώ δεν του φτάνουν τα αυθεντικά τριτόκλιτα παρά φτιάχνει και δικά του (π.χ. εν τω μέσω του σαλώνος · άρα, στη μποστική γραμματική ο τύπος είναι «ο σαλών»!). Κατασκευάζει ανύπαρκτους μεσοπαθητικούς τύπους (γάτα που νιαουρίζεται , οι σύζυγοι αρρωστούνται), ενώ αγαπάει πολύ να συντάσσει τα ρήματα με γενική (μου κόπτει των πόδων· υπάρχουν πεινασμένων) και πάντοτε υπονομεύει τη γραμματική της καθαρεύουσας εφαρμόζοντάς την σε λαϊκές λέξεις (τους μανάβας, τας πατάτας). Δηλαδή, όπως και ο Ροΐδης, έτσι και ο Μποστ καταδίκασε την καθαρεύουσα παρόλο που τη γνώριζε στην εντέλεια, όπως στην εντέλεια γνώριζε και την ορθογραφία της ελληνικής –γιατί μόνο ένας άριστος γνώστης της ορθογραφίας μπορεί να κάνει τα αξεπέραστα ορθογραφικά λογοπαίγνια των σκίτσων του Μποστ, όπως το έξοχο «Σφαγή των υποτών ιππό των Τούρκων».

Βέβαια, από τη Φαύστα οι ανορθογραφίες αναγκαστικά απουσιάζουν, υπάρχει όμως το άλλο κοινό στοιχείο με τα σκίτσα, το παράλογο χιούμορ του Μποστ, που συνδυάζει με απόλυτη σοβαρότητα το μικρό και ασήμαντο με το μεγάλο και σπουδαίο, κι έτσι, για παράδειγμα, αντί ο πατέρας να αναγγείλει στη μητέρα την τρομερή είδηση της εξαφάνισης του κοριτσιού, χρονοτριβούν με λεπτομέρειες και ανταλλάσσουν κοινοτοπίες, ενώ η Φαύστα, που ανάγει σε φοβερό δίλημμα το αν θα ανοίξει την πόρτα, αντιπαρέρχεται αγέρωχα το φάγωμα της κόρης της. Κοντά σε αυτά, μια δόση αναχρονισμών, αφού η υπόθεση υποτίθεται πως εκτυλίσσεται περί το 1860 αλλά στη συνέχεια παρελαύνουν μεταγενέστερα πράγματα και γεγονότα, δίνει μιαν ιδιότυπη επικαιρότητα στο έργο, επικαιρότητα που επιτείνεται από τη διαπίστωση που αναφέρει παρεμπιπτόντως το Ριτσάκι, ότι η μόνη σίγουρη μέθοδος για την οικονομική πολιτική είναι «να τρελάνουν τους φτωχούς με δυσβαστάκτων φόρων».

Αχ, ήταν προφητικός ο Μποστ…

Αλλά βρίσκω θαυμάσιο το κείμενο του Κώστα Μποσταντζόγλου, γι’ αυτό και το αναδημοσιεύω εδώ -αξίζει να κλείσει με αυτό το άρθρο:

ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ

Η “Φαύστα” γράφτηκε το 1962 για να σκηνοθετηθεί από τον κύριο Κάρολο Κουν – τον οποίο ο πατέρας μου θαύμαζε- και να παιχτεί από τους ηθοποιούς του Θεάτρου Τέχνης. Ο πατέρας το έδωσε στον κύριο Κουν και περίμενε. Και περίμενε… Και περίμενε. Ουδέ φωνή, ουδέ ακρόασις.

Ο πατέρας πληγώθηκε, πικράθηκε και απογοητεύτηκε. Κοροϊδεύοντας τον ίδιο του τον εαυτό, έγραψε σε ένα σημείωμά του του 1963: «Δεν στενοχωρηθηκα όμως που δεν παίχτηκε το έργο. Περισσότερο στενοχωρήθηκα ξέροντας πόσο θα στενοχωρήθηκε ο Κάρολος Κουν, ψάχνοντας δικαιολογία για να μην με στεναχωρήσει». Εγώ ξέρω πως κόντεψε να πεθάνει. Ήθελε να σκίσει τη “Φαύστα”. Πίστευε πως είναι αποτυχημένος. Ορκιζόταν πώς δεν θα ξαναέγραφε για το θέατρο. Ευτυχώς, δεν τήρησε τον όρκο του. Το έργο βασίζεται σε ένα πραγματικά τραγικό γεγονός. Ένα κοριτσάκι φαγώθηκε στην Αμφιάλη. Μάλλον από καρχαρία. Οι εφημερίδες της εποχής γράφανε για μέρες. Η “Φαύστα” λοιπόν δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από καθαρόαιμη ιλαροτραγωδία! Μια ιλαροτραγωδία που διέπεται από αδυσώπητη λογική. Σε όλο το έργο, υπάρχει -υπόγεια- μια λογική ακολουθία συλλογισμών στην οποία το ένα συμπέρασμα οδηγεί στο επόμενο. Ακριβώς αυτή η λογική, η τραβηγμένη στα άκρα, δημιουργεί την αίσθηση του παράλογου και το παράλογο παραπέμπει ευθέως στην ιλαρότητα. Γελάμε λοιπόν, γιατί είναι αδύνατον να κλάψουμε μπροστά στην γελοιότητα του παραλογισμού. Η υπόθεση ταυ έργου είναι απλή.

Έχουμε μια κυρία ονόματι Φαύστα η οποία είναι ευτυχής, διότι έτσι. Ζει σε ένα μεγαλοαστικό σπίτι. Δέχεται την επίσκεψη μίας φίλης. Συζητούν περί ανέμων και υδάτων. Κάποια στιγμή, η φίλη ρωτάει τι κάνει η κόρη της Φαύστας. Αναφέρεται, μεταξύ τυριού και αχλαδιού, ότι στην θάλασσα κόβει βόλτες ένα τεράστιο ψάρι και ότι ο πατέρας έχει πάρει το κοριτσάκι του και πήγε για ψάρεμα. Όλα καλά, στρωτά και λογικά. Το κοριτσάκι όμως εξαφανίζεται. Το τρώει το ψάρι. Λογικότατο. Έτσι κάνουν τα ψάρια. Τρώνε κοριτσάκια. Έχουμε προηγούμενο; Βεβαίως. Τον Ιωνά τον έφαγε ένα κήτος. Η οικογένεια πενθεί με τον δικό της ημίτρελο καθώς πρέπει τρόπο, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Περνάνε χρόνια, στα μαλλιά έρχονται χιόνια, ο πατέρας εξακολουθεί να ψαρεύει. Κάποτε ψαρεύει ένα μεγάλο ψάρι. Το πάει σπίτι του. Λογικότατο. Καθώς το ετοιμάζουν για μαγείρεμα, ανακαλύπτουν στην κοιλιά του το χαμένο κοριτσάκι. Το αναγνωρίζουν από το μενταγιόν που φοράει. Λογικότατο. Έτσι γίνεται. Άμα δε φόραγε το μενταγιόν, θα υπήρχαν αμφιβολίες περί τής ταυτότητός του. Και σε μία ταινία που είχα δει, με τον Ξανθόπουλο, έτσι τον αναγνώρισαν, από τον σταυρό που φόραγε και κανένας δεν παραξενεύτηκε. Το κοριτσάκι διηγείται πώς πέρασε τόσα χρόνια μέσα στο ψάρι, ποιες χώρες είδε, τα πολιτικά συστήματα των διαφόρων χωρών και το ναυάγιο του Τιτανικού. Πράγματα δηλαδή καθημερινά που συζητάμε με άλλους όταν έχουμε μείνει μέσα σε ένα ψάρι δέκα χρόνια. Λογικότατο. Δυστυχώς, το δέρμα της κόρης έχει ποτιστεί από ψαρίλα, πράγμα επίσης λογικότατο. Όποιος μείνει σε κοιλιά ψαριού δέκα χρόνια, ψάρι θα μυρίζει. Οπότε οι γάτες της γειτονιάς ξεκοκαλίζουν το κοριτσάκι, νομίζοντας πως είναι ψάρι. Λογικότατο. Περνάνε κι άλλα χρόνια. Έρχονται κάποιοι που βρήκαν ένα αγοράκι μέσα σε ψάρι. Λογικότατο, διότι ό,τι συνέβη μια φορά μπορεί πάντοτε να επαναληφθεί. Αυτό αποτελεί δόγμα στη Φυσική. Αυτοί οι κάποιοι, θέλουν να παντρέψουν το αγοράκι με το χαμένο κοριτσάκι. Λογικότατο, θα ενωθούν δυο χαμένα εις σάρκα μία και εφόσον έχουν κοινές εμπειρίες θα ζουν ευτυχή. Το αγοράκι απαγγέλλει ένα πατριωτικό ποίημα, για να δείξει τα προσόντα του, συζητούν για κάποιον που πούλησε το γιοτ του και καταλήγουν στην αναγγελία του τραγικού θανάτου της κόρης. Λογικότατο. Η Φαύστα και ο ψαράς σύζυγός της δεν θα άφηναν ξένους ανθρώπους να ελπίζουν μάταια σ’ ένα γάμο. Δεν θα ήταν ευγενικό και δεν θα έδειχνε καλούς τρόπους. Για να χρυσώσουν όμως το χάπι, υπόσχονται αν βρουν άλλο κοριτσάκι σε ψάρι να το δώσουν στο αγόρι. Αυτό δείχνει ανθρωπιά και είναι επίσης λογικότατο.

Στο τέλος εμφανίζεται το φάντασμα της κόρης και λέει σε διάφορες γλώσσες την ιστορία που είδαμε. Έτσι κάνει και ο κύριος Κωστάλας και κανένας δεν το βρίσκει παράλογο, διότι αυτό σημαίνει πως σεβόμεθα και ενημερώνουμε τους πάντες. Ακόμα και τους αλλόγλωσσους Ευρωπαίους που μας αγαπούν. Εξ άλλου, κάθε έργο που σέβεται τον εαυτό του έχει ένα φάντασμα μέσα. Ο Άμλετ παραδείγματος χάριν, έχει φάντασμα. Αμφισβήτησε ποτέ κανείς την αξία του;

Το έργο όμως δεν έχει μόνο αυτές τις αρετές. Είναι γραμμένο ολόκληρο σε δεκαπεντασύλλαβο τον εθνικό μας ρυθμό, καταστρέφει ολοκληρωτικά την τότε επίσημη γλώσσα του κράτους, την τιμημένη μας καθαρεύουσα, διαλύει το αστικό αφήγημα του καθωσπρεπισμού, εκφέρει αναρχικές ρήσεις με στόμφο, παραπέμπει σκωπτικά σε έργα του προηγούμενου αιώνα που είναι γεμάτα με απίθανες συμπτώσεις, ακροβατεί σε ιστορικά θέματα, κάνει λογικά άλματα στις εποχές και χοροπηδώντας χαρωπά, λέει όσα πρέπει να πει για την πολιτική κατάσταση και την κυρίαρχη ιδεολογία. Είναι δηλαδή και βαθιά πολιτικό έργο. Ο Μίλτον Φρίντμαν πρέπει να είχε διαβάσει την “Φαύστα”. Είμαι πεπεισμένος πως εμπνεύστηκε τη θεωρία του νεοφιλελευθερισμού που εφάρμοσε στη Χιλή από το Ριτσάκι. Υπήρξε ένας κοινός αντιγραφέας και κλέφτης ιδεών. Δεν του αξίζει καμία τιμή.

Στο πρώτο της ανέβασμα η “Φαύστα” ήταν οικονομική αποτυχία. Έπρεπε να την δείξει στο κοινό ο κύριος Παπαγεωργίου στο Θέατρο Στοά το 1987 – εικοσιτρία ολόκληρα χρόνια μετά το πρώτο της ανέβασμα, για να πάρει τα πάνω της. Έκτοτε η «Φαύστα» που κιτρίνιζε στο συρτάρι και επιφανειακά είναι μια απλή ανώδυνη σάτιρα, έγινε το αγαπημένο έργο ερασιτεχνών και επαγγελματιών ανά την επικράτεια – και εδώ είναι η ειρωνεία- έργο που προτιμούν τα σχολεία και προτείνεται από το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ένα υπουργείο που έχει απαγορεύσει την «Μήδεια» του πατέρα και ο πατέρας πίστευε ακράδαντα – μετά λόγου γνώσεως – πως το μόνο για το οποίο δεν φημίζεται είναι η προώθηση της παιδείας.

Τελικά, το έργο στόχευε ταυτόχρονα σε πολλούς στόχους. Τους πέτυχε όλους. Όταν το είχα πρωτοδιαβάσει, πριν πενήντα τόσα χρόνια, είχα νιώσει περήφανος που ο πατέρας μου μού έμοιασε. Του είχα εκφράσει την ευαρέσκειά μου και τον είχα φιλήσει τρυφερά στο μέτωπο. Ήταν καλός μπαμπάς. Για να μην τον πληγώσω δεν του μίλησα για τις ατέλειες που είχα εντοπίσει και είχε αυτό το πρωτόλειό του. Φαίνεται πως και οι κατά καιρούς κριτικοί δεν ήθελαν να πληγώσουν τον πατέρα, γιατί κανένας δεν έγραψε ποτέ κακό λόγο. Ο πατέρας ήταν ευαίσθητο άτομο κι αυτοί έδειξαν πως ήταν καλοί άνθρωποι πάνω απ’ όλα.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !