Εγκόσμια γνώση ή κατήχηση;

🕔11/10/2016 22:18
ΕΚΠ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΗΜΑΘΙΑΣ

Του Ευτύχη Μπιτσάκη

Η διαμάχη για τη διδασκαλία των θρησκευτικών συνεχίζεται και θα συνεχιστεί. Στο σημερινό σημείωμα θα αποφύγουμε την παράθεση αντικρουόμενων επιχειρημάτων.

Θα παραθέσουμε μόνο ελάχιστα λόγια από επίσημα στόματα. Θέμα του κειμένου: Η θρησκεία, η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, είναι δυνατόν να αποτελέσει γνωστικό αντικείμενο;

Η συζήτηση ώς τώρα δεν έχει διεξαχθεί σε θεωρητικό επίπεδο. Οι ακραίοι θυμήθηκαν πάλι το πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Αλλοι την αλλοίωση της εθνικής μας ταυτότητας. Και άλλοι, άλλα.

Δύο περιπτώσεις: Ο γνωστός μητροπολίτης Αμβρόσιος αντιμετώπισε τα επιχειρήματα του υπουργού με το ευγενές: «Παχεία γαστήρ, λεπτόν ου τίκτει νόον». Αλλος μητροπολίτης ευχήθηκε στον κ. Φίλη να «σαπίσει το χέρι του».

Γιατί όμως μόνο του Φίλη; Η κυβέρνηση συνολικά είναι συνυπεύθυνη. Λογικό θα ήταν να ευχηθεί ο σεβασμιότατος: Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν. Ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Χριστιανικότατα.

Αυτά από μητροπολίτες. Αλλά και ο ήπιος γενικά αρχιεπίσκοπος κατηγόρησε τον υπουργό Παιδείας ότι «προσπαθεί να στρατεύσει τους μαθητές σε μια εκκοσμικευμένη στάση απέναντι στο θρησκευτικό φαινόμενο». Και ο Τ. Παππάς σημειώνει: «Για την Αριστερά η συγκεκριμένη παρατήρηση είναι έπαινος». Σωστό. Ζούμε σε κοινοβουλευτική δημοκρατία. Οχι σε «κράτος Θεού».

Το πρόβλημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών θα πρέπει συνεπώς να αντιμετωπιστεί στο επίπεδο της εγκόσμιας γνώσης.

Αλλά η «συζήτηση» προχώρησε και σε άλλα θέματα. Ο αρχιεπίσκοπος, π.χ., υποστήριξε ότι κατά την περίοδο μιας δικτατορίας (της χούντας), ο επίσημος ρόλος της Εκκλησίας «ήταν συνεπής και αδιάβλητος για την αποστολή της».

Αλλά τα στοιχεία της «Εφημερίδας των Συντακτών» είναι συντριπτικά: Η σιωπή και οι έπαινοι προς τη χούντα ήταν η αντίδραση των περισσότερων μητροπολιτών. Ως προς την Κατοχή: Σημαντικό μέρος του κατώτερου κλήρου πήρε μέρος στην Αντίσταση. Η ηγεσία της Εκκλησίας; Ο ρόλος της έχει εξωραϊστεί από την επίσημη προπαγάνδα.

Υπήρξαν όμως και χειρότερα από τη σιωπή. Οπως γράφει ο Δ. Ψαρράς, οι Αγιοι Πατέρες του Αγίου Ορους, μία μέρα πριν τα χιτλερικά στρατεύματα μπουν στην Αθήνα, με επιστολή τους προς τον Χίτλερ, «Αρχικαγκελάριο του Ενδόξου Γερμανικού Κράτους», ζητούσαν «όπως αναλάβη υπό την Υψηλήν Προσωπικήν Προστασίαν και Κηδεμονίαν του τον Ιερόν αυτόν τόπον (το Αγιον Ορος)» (Εφ.Συν. 26/9).

Δεν θα εμπλακούμε στη σχετική αντιπαράθεση. Τα συγκεκριμένα, ακριβή στοιχεία υπάρχουν στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Τι θα γίνει λοιπόν με το κεντρικό ερώτημα; Επιστρέφουμε στην εποχή του μακαριστού Χριστόδουλου; Ή κάνουμε ένα βήμα μπροστά;

Ο αρμόδιος υπουργός Παιδείας δήλωσε σχετικά: «Είμαστε προσκολλημένοι στις αξίες της ανεξίθρησκης δημοκρατικής παιδείας» (25/9). Επίσης: «Να μην επιστρέψει η Εκκλησία στην εποχή του Χριστόδουλου» (1-2/10).

Επίσης, ο Αλ. Τσίπρας σε δηλώσεις του τόνισε τους διακριτούς ρόλους κράτους και Εκκλησίας. Γενικά η κυβέρνηση, εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης, θεωρεί ότι μπορούμε «να συζητήσουμε με όρους κοινωνικής ενότητας τους διακριτούς όρους Εκκλησίας-Κράτους». Διάλογος! Σε ποια θεωρητική-επιστημονική βάση; Εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα, το οποίο, απ’ ό,τι διάβασα στην Τύπο, δεν έχει καν τεθεί.

Ερώτημα: Τα θρησκευτικά είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας σε μια μη θεοκρατική Πολιτεία; Οπως είναι γνωστό, οι θρησκευτικοί μύθοι ήταν μία από τις πρώτες μορφές κοσμοθεωρίας, πριν από τις λιγότερο ή περισσότερο φυσιοκρατικές κοσμολογίες των προσωκρατικών και άλλων. Με την κοινωνική εξέλιξη, η γνώση του κόσμου έγινε αντικείμενο της επιστήμης, η οποία υπήρξε η διαλεκτική άρνηση και κληρονόμος της φιλοσοφίας.

Η επιστήμη επιδιώκει, με το μέσον της νόησης, να γνωρίσει, κατά το δυνατόν, στοιχεία από τις πραγματικότητες του εκάστοτε προσιτού μέρους του Σύμπαντος. Πρόκειται για εγκόσμια γνώση, η οποία επιβεβαιώνεται, επαληθεύεται ή διαψεύδεται με το πείραμα και γενικά τώρα με βάση την κοινωνική πράξη.

Οι φιλοσοφικές προτάσεις αντίστοιχα, παρά την καταστατική διαφορά τους από τις επιστημονικές, μπορεί να επιβεβαιωθούν ή να διαψευσθούν από εξωφιλοσοφικά πεδία (π.χ.: Θαλής: Αρχή του κόσμου το νερό. Διαψεύστηκε από τη νεότερη χημεία. Δημόκριτος: Η ύλη αποτελείται από άτομα. Επαληθεύτηκε κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα).

Οι απόψεις της χριστιανικής θρησκείας: Ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός. Ο άνθρωπος είναι φορέας άυλης, αθάνατης ψυχής, δωρεάς του δημιουργού. Τα περί Κολάσεως και Παραδείσου κ.λπ. είναι δυνατόν να επαληθευτούν ή να διαψευσθούν; Να αποκτήσουν κάποια «τιμή αλήθειας» και αντιστοίχως να αποτελέσουν στοιχεία της εγκόσμιας γνώσης και αντικείμενο διδασκαλίας; Η απάντηση είναι αρνητική.

Η αρνητική απάντηση δεν δίδεται μόνο από τη φυσιοκρατική-υλιστική φιλοσοφία. Κατά τον ευσεβή, μεγάλο φιλόσοφο, Ιμ. Καντ, η νόηση γνωρίζει μόνο τα φαινόμενα. Αλλά το πρόβλημα του Θεού, της αθανασίας της ψυχής, η απειρότητα του Σύμπαντος κ.λπ. ανήκουν στον κόσμο των νοουμένων, τα οποία είναι απρόσιτα στη νόηση.

Ομως ο Λόγος, ανώτερη μορφή της Διάνοιας, μπορεί να τα πλησιάζει, να τα φωτίζει με το φως του, αλλά αδυνατεί να τα γνωρίσει. Το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού κατά τον Καντ βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητες της νόησης. Εν τέλει, ο ευσεβής Καντ, με μια «κοπερνίκεια αναστροφή», επιχείρησε και θεμελίωσε την ύπαρξη του Θεού μέσω του «Πρακτικού Λόγου» (της Ηθικής).

Ο Καντ ήταν ένας από τους φιλοσόφους του αστικού διαφωτισμού. Ομως δεν ήταν ο πρώτος που αμφισβήτησε τη δυνατότητα της νόησης να θεμελιώσει τα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας. Πολύ πριν από αυτόν, ορισμένοι από τους θεωρητικούς της Ορθοδοξίας είχαν αμφισβητήσει τη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τα κατηγορήματα του Θεού.

Κατά τον Μέγα Αθανάσιο, π.χ. «ο Θεός υπάρχει υπεράνω πάσης ανθρωπίνης επινοίας και είναι αδιανόητος», επίσης κατά τον Ι. Δαμασκηνό, «ο Θεός είναι αόριστος και αδιάγνωστος. Αγνοούμε την ουσίαν του, και λέγειν ου δυνάμεθα». Από την άλλη πλευρά, ο Αυγουστίνος υποστήριζε ότι ο Θεός, το άπειρο Ον, εδημιούργησε τον κόσμο ουχί εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου. Και κατά τον Ιερό Αυγουστίνο, το πρόβλημα του Θεού και της Δημιουργίας βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητες της Νόησης.

Δεν θα παραθέσουμε άλλες παρόμοιες απόψεις. Θα αναφερθούμε μόνο στον Ξενοφάνη, τον ιδρυτή της Σχολής της Ελέας, κατά τη διδασκαλία του οποίου οι άνθρωποι εδημιούργησαν την έννοια του Θεού και τον προίκισαν με μερικές από τις ανθρώπινες ιδιότητες (ψεύτες, μοιχοί κ.λπ.).

Κατά τον Ξενοφάνη, αν οι βόες είχαν θεούς θα τους παρομοίαζαν με βόες, οι ίπποι με ίππους, οι Θράκες τους φαντάζονταν ξανθούς και με ίσια μύτη κ.λπ.

Λοιπόν: Πού θεμελιώνονται τα δόγματα της δημιουργίας, της αθάνατης ψυχής κ.λπ.; Στην πραγματικότητα πρόκειται για εξ αποκαλύψεως αλήθειες, απρόσιτες στην ανθρώπινη νόηση. Συνεπώς: Επιστήμη σημαίνει μελέτη του ειδικού. Φιλοσοφία (εγκόσμια, θύραθεν φιλοσοφία), μελέτη των πρώτων αρχών και αιτίων (Αριστοτέλης) με τη βοήθεια της νόησης.

Θεολογία, εξ αποκαλύψεως αλήθεια; Δεν πρόκειται για επιστήμη. Δεν πρόκειται για φιλοσοφία. Πρόκειται για υπερβατική, εξ αποκαλύψεως «αλήθεια», ούτε επαληθεύσιμη, ούτε διαψεύσιμη. Πρόκειται για δόγμα πέρα από τα πεδία της έλλογης επιστήμης και της εγκόσμιας φιλοσοφίας.

Η κυβέρνηση επιδιώκει διάλογο με την ηγεσία της Εκκλησίας. Διάλογο σε ποια έλλογη βάση; Κατάργηση λοιπόν των θρησκευτικών;

Αυτό που θα ήταν το σωστό, θα ήταν η κατάργηση του προσηλυτισμού σε εξ αποκαλύψεως «αλήθειες» και η εισαγωγή ενός μαθήματος θρησκειολογίας, ενός μαθήματος επιστημονικής διαπραγμάτευσης του φαινομένου της θρησκείας, ως στοιχείου του ανθρώπινου πολιτισμού.

Η θρησκεία δεν είναι ιδεαλιστική φιλοσοφία, υποκειμενικός ή αντικειμενικός ιδεαλισμός. Είναι δόγμα. Ως δόγμα δεν ασκεί κάποια γνωστική λειτουργία. Η εγκόσμια γνώση είναι πεπερασμένη. Το ανθρωπίνως εφικτό εντούτοις είναι μεγαλειώδες. Θα το τολμήσει η σημερινή κυβέρνηση;

Το κείμενο αυτό ήταν έτοιμο την Τρίτη. Την Τετάρτη το πρωί διάβασα για τις δηλώσεις του αρχιεπισκόπου για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας και ειδικά για το μάθημα των θρησκευτικών.

Στο αρχικό κείμενο είχα σημειώσει την εντύπωσή μου για τον ήπιο τρόπο που αντιμετωπίζει ο αρχιεπίσκοπος τις διαφορετικές ή και αντίθετες απόψεις. Αυτή ήταν η εντύπωσή μου από την παρακολούθηση διαφόρων δηλώσεών του, αλλά και από μια θεωρητική συζήτηση που είχαμε παλαιότερα στην τηλεόραση.

Δεν θα κρίνω την πρόσφατη στάση του αρχιεπισκόπου. Θα τον ερωτήσω όμως, με τον απαιτούμενο σεβασμό, για το βασικό πρόβλημα που σχετίζεται με τη διδασκαλία των θρησκευτικών, παράλληλα με τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών.

Ο μαθητής θα διδαχτεί ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε από τον Θεό. Η κοσμολογία (ή μια σχολή της κοσμολογίας) διδάσκει ότι το Σύμπαν είναι άπειρο στον χώρο και στον χρόνο.

Η θρησκεία διδάσκει ότι ο Θεός «λαβών χουν» έπλασε τον άνθρωπο. Η επιστήμη διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν της μακράς πορείας της εξέλιξης των έμβιων όντων (της φυλογένεσης). Η θρησκεία διδάσκει ότι ο Θεός «ενεφύσησεν» εις τον άνθρωπο «ψυχήν ζώσαν».

Η επιστήμη διδάσκει ότι η ψυχή, η νόηση, η πνευματικότητα είναι «προϊόντα» των δυνατοτήτων της ύλης η οποία έφτασε σε υψηλό βαθμό περιπλοκότητας και της κοινωνικής ζωής. Κατά τη θρησκεία υπάρχει κόλαση και παράδεισος. Η επιστήμη αποδεικνύει το αντίθετο. Επιπλέον: εάν υπάρχει κόλαση, αυτό σημαίνει ότι ο θεός δεν είναι πανάγαθος.

Πώς θα αντιδράσει ο μαθητής, αντιμέτωπος με αυτή τη σχιζοφρενική κατάσταση; Μία από τις τρεις δυνατές αντιδράσεις είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης στο σχολείο, ο γνωσιολογικός και ο ηθικός σχετικισμός. Αλλο κατήχηση, άλλο εγκόσμια γνώση. Ποια από τις δύο θεμελιώνει την αξιοπρέπεια και την περηφάνια του ανθρώπου;

ΠΗΓΗ: efsyn

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !