Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι

🕔28/08/2016 10:30
Νίκος Σαραντάκος

Κάπως παλιοκαιρίσιος ακούγεται ο τίτλος, δεν βρίσκετε; Αναμενόμενο είναι, μια και το χειρόγραφο που φέρει περίπου αυτόν τον τίτλο γράφτηκε τον προπερασμένον αιώνα.

Λέω «περίπου αυτόν» διότι ολόκληρος ο τίτλος του χειρογράφου είναι «Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) τους 1842», οπότε έχουμε και μια χρονολογική ένδειξη (αν και το χειρόγραφο ολοκληρώθηκε αργότερα). Προσέξτε ότι λέει «τους 1842» και όχι «το 1842» διότι εννοεί «τους 1842 χρόνους» -ακουγόταν αυτό τότε.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το χειρόγραφο για το οποίο σας μιλάω εκδόθηκε πρόσφατα σε βιβλίο από τις εκδόσεις Άγρα, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα και του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για μια ανώνυμη συλλογή δημοτικών τραγουδιών και παροιμιών, που φέρει τον παραπάνω μακροσκελή τίτλο. Ο άγνωστος συλλογέας δεν αρκέστηκε στη συλλογή του υλικού, αλλά προχώρησε και σε σύντομο σχολιασμό του, με σχόλια που έδειχναν άνθρωπο λόγιο, βαθιά καλλιεργημένο και με ποιητική ευαισθησία αλλά και γνώση της μετρικής.

Ο Παπακώστας, γνωρίζοντας την πολύχρονη ενασχόληση του Μπουκάλα με το δημοτικό τραγούδι, του έδειξε τη συλλογή θέλοντας να εξακριβώσει αν είναι πρωτότυπη. Τελικά, η εμπλοκή του φίλου Παντελή στο εγχείρημα ήταν τέτοια που την έκδοση την πραγματοποίησαν και οι δυο από κοινού.

Έμενε να βρεθεί ο ανώνυμος συλλογέας των δημοτικών τραγουδιών. Ύστερα από κοπιαστικές έρευνες που εκτίθενται αναλυτικά στον πρόλογο (το κομμάτι αυτό διαβάζεται σχεδόν σαν αστυνομικό μυθιστόρημα!), κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, πέρα από κάθε αμφιβολία, η συλλογή οφείλεται στον Ανδρέα Λασκαράτο (1811-1901), τον πολύ γνωστό Κεφαλλονίτη (και Ληξουριώτη) λόγιο, ποιητή και πεζογράφο. Αυτό βεβαίως αναβαθμίζει κατακόρυφα την αξία της συλλογής και δικαιολογεί και την έκδοσή της σε βιβλίο από έναν εκδοτικό οίκο που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι μόνο στους ειδικούς. Είναι γνωστό από πολλές πηγές ότι ο Λασκαράτος στα νιάτα του μάζευε δημοτικά τραγούδια, είχε μάλιστα κάνει και ταξίδια για τον σκοπόν αυτό. Η ταύτισή του με τον ανώνυμο συλλογέα είναι απολύτως σίγουρη.

Είχα το βιβλίο με τα «τραγουδάκια» που μάζεψε ο Λασκαράτος συντροφιά μου στο αεροπορικό ταξίδι της επιστροφής από την Ελλάδα πριν από μερικές μέρες. Ξεκίνησα διαβάζοντας το υλικό, δηλαδή τα δημοτικά τραγούδια, ενώ την εισαγωγή τη διάβασα μετά.

Τα «τραγουδάκια» είναι τα περισσότερα ερωτικά, αλλά υπάρχουν και αρκετά «σατιρικά» ή «αστεία». Τα περισσότερα είναι τετράστιχα, σαν τα δίστιχα του ημεροδείκτη (δυο δεκαπεντασύλλαβοι δηλαδή) αλλά υπάρχουν και δίστιχα. Να δώσουμε ένα δείγμα των τραγουδιών (που αρκετά θα σας είναι γνωστά από άλλες συλλογές, αυτούσια ή σε παραλλαγές) και του σχολιασμού.

  1. Μάτια που με σαϊτεύετε
    με την ταπεινοσύνη,
    περικαλώ σας κάνετε
    για μένα ‘λεημοσύνη

Σχόλιο: Εις τούτο το μικρό τραγουδάκι, καθώς και εις τα επίλοιπα, απαντώμεν πάντοτε πνευματικάς ωραιότητας. Και είναι να θαυμάσει κανείς, όταν στοχασθεί ότι τα τραγουδάκια τούτα είναι ποιήματα της υστέρας τάξεως των ανθρώπων της κοινωνίας μας. Εδώ δεν επαινούνται μάγουλα, βυζιά, στήθια και άλλαι παρόμοιαι υλικαί ωραιότητες, αλλά η ταπεινοσύνη και τα ερωτικά μάτια μιας παρθένου είν’ εκείνη που σαϊτεύει την καρδιά του ποιητού μας και τον κάμνει να ζητά μόνον ελεημοσύνην. Πόση λεπτότης, πόση ευγένεια εις τα αισθήματα!

Η έκφρασις της ωραίας τούτης ιδέας είναι εξίσου ευτυχής. Τιποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει. Μία τέλεια κυριολεξία παρασταίνει τα πράγματα (…)

Συνήθως ο σχολιασμός είναι πιο συνοπτικός, παράδειγμα:

20. Ω ουρανέ, μη βρέξεις πλια
και κάμε μου τη χάρι.
Κι εγώ με τα ματάκια μου
ποτίζω το χορτάρι.

Το τραγουδάκι τούτο δεν μας λέγει άλλο παρ’ότι ο ποιητής είναι θλιμμένος και ρίπτει εξακολουθητικά δάκρυα. Είναι όμως αξιοσημείωτο και τούτο διά την ωραίαν απλότητα που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τα εθνικά τούτα τραγουδάκια εις την έκθεσίν τους.

ή και λακωνικός:

76. Σαράντα βρύσες με νερό
εξηνταδυό πηγάδια,
δε μου τη σβηούνε τη φωτιά
πο’χω στα φυλλοκάρδια.

Αξιοσημείωτο μόνο διά την υπερβολήν.

ενώ από ένα σημείο και μετά τα ερωτικά τραγουδάκια παρατίθενται χωρίς σχολιασμό. Ξεχωρίζω ένα που έχει ρίμα με ομώνυμα, και πρέπει να προστεθεί σε εκείνον τον κατάλογο που είχαμε κάνει πριν από μερικούς μήνες σε ένα άρθρο:

100. Κυρά μου τσ’ ομορφάδες σου
μην τις φυλάς του Χάρου,
μ’ εμένα παίξε-γέλασε
και τη ζωή σου χάρου [= να χαίρεσαι]

Ένα δείγμα από τα σατιρικά:

4. Ω γειτονιά περήφανη,
καινούργιο περιβόλι,
πο’χεις μια γλυκολεμονιά
και την ποτίζουν όλοι.

Σχόλιο: Ο σαρκασμός είναι δυνατός. Η ιδέα είναι χοντρή, αλλ’ είναι ενδυμένη με μεγάλην αγχίνοιαν, η οποία κάμνει την ωραιότητά της. Κρίνομεν εύλογον εις τας χοντροειδείς ιδέας να μην δίδομεν πολλάς αναπτύξεις.

Επίσης υπάρχει μια ενότητα με (δίστιχα) «Τσακίσματα» ή, όπως σημειώνει επίσης ο Λασκαράτος, Ritornelli.Refrains, για παράδειγμα

1. Κοίταξέ τη, ανάθεμά τη,
πώς το παιζει εκειό το μάτι.

2. Κοίταξέ τη ομπρός κι οπίσω,
πώς να μην την αγαπήσω!

Ακολουθεί ένα δεύτερο τετράδιο (σταχωμένο, όπως λέγεται στην ορολογία των χειρογράφων, βιβλιοδετημένο δηλαδή πάνω στο πρώτο) πάλι με τετράστιχα ερωτικά και σατιρικά αλλά και με παροιμίες.

27. Εσύ κοιμάσαι ξέγνοιαστα
κι εγώ κακονυχτάω.
Κακονυχτάω γιατί πονώ,
πονώ γιατί αγαπάω.

«Ωραία τούτη η πρόοδος των αισθημάτων», σημειώνει ο Λασκαράτος.

Δεν είναι όλα του τα σχόλια επαινετικά πάντως. Σε μερικά τετράστιχα επισημαίνει ατέλειες στη μετρική ή αδυναμίες στην ποιητική έκθεση. Αλλού:

30. Γειτόνισσες, δαιμόνισσες
π’ ό,τι δε ιδείτε λέτε,
μπορούσετε τον άνθρωπο
μες στη φωτιά τον καίτε.

Σχόλιο: Εδώ η Γραμματική αδικήθηκε· και αδικήθηκε με τρόπο που δεν ήθελε του δώσω τόπον εις την συλλογήν μου, αν δεν ήθελε το κάμω διά την ιδέα, που μου εφάνηκε περίεργη.

Λέει δηλαδή ο Λασκαράτος πως επειδή το τετράστιχο παραβιάζει τους κανόνες της γραμματικής δεν θα το έβαζε στη συλλογή του αν δεν ήταν πρωτότυπη η ιδέα. Και αλλού λέει ότι δεν θα έβαζε το ένα ή το άλλο τετράστιχο επειδή έχει ελαττώματα αλλά τα συμπεριέλαβε επειδή έχουν κάποιο χαρακτηριστικό που τα σώζει. Μας υποβάλλει δηλαδή την ιδέα ότι δεν παραθέτει όλο το υλικό που συνάντησε, ότι πιθανώς να απέρριψε κάποια τραγούδια που τα βρήκε μη ικανοποιητικά. Οι σύγχρονοι συλλογείς βέβαια δεν θα συμφωνούσαν με τη μεθοδολογία -αλλά από την άλλη, το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι ο Λασκαράτος τουλάχιστον δεν «διορθώνει» τους στίχους που του φαίνονται ατελείς, όπως έκαναν άλλοι συλλογείς της εποχής του.

Σταχυολογώ μερικά ακόμα δείγματα:

36. Τι ναν της κάμω τση μικρής
που’ναι μικρή και κλαίει,
κι αν της χαϊδέψω τα βυζιά
τση μάνας της το λέει.

39. Εσύ στο παρεθύρι
κι εγώ στα βάσανα.
Ρίξε μου το μαχαίρι
να μάσω λάχανα.

Σχόλιο: Έως εις το ύστερο προσμένει ν’ ακούσει κανείς κάτι το λυπηρόν, και τότε βγαίνει όξου η αστειότητα, η οποία είναι ωραία.

Ένα αστείο:
90. Ένα καράβι επλάκωσε
μέσ’ από τη Λισμπόνα.
Κάπου άφησες το μάτι σου
και προβατείς με το’να.
[Σχόλιο δικό μου: Προβατείς θα πει περπατείς. Αλλά ότι θα υπήρχε η Λισαβόνα σε δημοτικό τραγούδι, δεν το περίμενα!]

94. Ποιος είδε πράσινο άλογο
και θάλασσα σπαρμένη,
ποιος είδε τούτον τον καιρό
αγάπη ‘μπιστεμένη.
[Σχόλιο δικό μου: Ένα ακόμα παράδειγμα χρήσης της εικόνας του πράσινου αλόγου για δήλωση του αδύνατου -να το βλέπουν όσοι ακόμα πιστεύουν την ανόητη θεωρία για την ανύπαρκτη φράση «πράσσειν άλογα» –δείτε και το άρθρο μας]

68. Άσπρη κατάσπρη δε φελά,
σαν πατημένο χιόνι.

Μελαχρινή και νόστιμη,
γλυκιά σαν το πεπόνι
.

[Σχόλιο δικό μου: Ένα μοτίβο στην Κεφαλονιά, πιθανώς και αλλού, είναι να παινεύουνε τις μελαχρινές σε σύγκριση με τις ξανθές και ανοιχτόχρωμες στο δέρμα. Ίσως υπάρχει υλικό για άρθρο].

Θα μπορούσα να παραθέσω πολλά ακόμη, αλλά ίσως σας κουράζω. Πάντως αξίζουν έπαινο οι επιμελητές του βιβλίου, διότι πέρα από τις πολύ ενδιαφέρουσες εκτενείς εισαγωγές έχουν κάνει καλή επιμέλεια. Για παράδειγμα, έχουν αναζητήσει παράλληλα τετράστιχα σε άλλες γνωστές συλλογές τραγουδιών (όχι βέβαια εξαντλητικά, κάτι τέτοιο θέλει πάρα πολλή δουλειά) ενώ σωστά εξηγούν και τις κάμποσες δύσκολες λέξεις του κειμένου. Επίσης η έκδοση είναι πολύ καλαίσθητη και για τον φιλοπερίεργο αναγνώστη παρατίθενται και καμποσες φωτογραφίες σελίδων του χειρογράφου.

Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ, ίσως και θα έπρεπε, αλλά το επαγγελματικό κουσούρι με σπρώχνει να κάνω 2-3 διορθώσεις στο βιβλίο. Θα ήταν άδικο να θεωρηθούν κάτι περισσότερο από παρωνυχίδες, έστω κι αν αναπόφευκτα χρειάζεται περισσότερη έκταση για να τεκμηριώσεις μιαν αδυναμία ή ένα λάθος παρά για να παινέψεις τα καλά του βιβλίου. Ωστόσο, ίσως οι επιμελητές βρουν χρήσιμες τις παρατηρήσεις, αφού βελτιώνουν το κείμενο σε τρία σημεία.

* Καταρχάς, στη σελ. 161, ο Λασκαράτος παρουσιάζει το σατιρικό τραγουδάκι:

Έχασα τη γυναίκα μου
μ’ ένα βουρλιά στο χέρι.
Όποιος την εύρει ας τη χαρεί,
και το βουρλιά να φέρει.

Σχολιάζει αναλυτικά την αστεία εικόνα που προκύπτει από το ότι ο σύζυγος προτιμάει να του φέρουν πίσω ένα σκοινί από βούρλα (τον βουρλιά) και να κρατήσουν τη γυναίκα του, και καταλήγει: Η ιδέα είναι περιεργότατη και νέα· η έκφρασίς της είναι από τες πλέον επιτυχημένες. … Η στροφή τούτη δεν ήθελε κάμει άδικο μήτε του Béranger, μήτε του P***

Οι επιμελητές εξηγούν ότι πρόκειται για τον δημοφιλή Γάλλο ποιητή και στιχουργό Pierre-Jean de Béranger και σημειώνουν ότι το όνομα Ρ*** είναι δυσανάγνωστο. Λέει δηλαδή ο Λασκαράτος πως ούτε ο διάσημος Μπερανζέ, ούτε ο Ρ*** θα ντρέπονταν να υπογράψουν τέτοιο τετράστιχο.

Κατά σύμπτωση, στο βιβλίο παρατίθεται φωτογραφία της συγκεκριμένης σελίδας του χειρογράφου, και βλέποντάς το συμπεραίνω με βεβαιότητα ότι ο Λασκαράτος γράφει «του Piron». Πράγματι, πρόκειται για τον Alexis Piron (1689-1773), που ήταν πανέξυπνος ποιητής και τραγουδοποιός, και που είχε γράψει και το περίφημο επιτύμβιο επίγραμμα για τον εαυτό του:

Ci-gît Piron
qui ne fut rien,
Pas même académicien.

Το έχω δει να κυκλοφορεί και σε πεζό («Δεν έγινα τίποτα στη ζωή μου, ούτε καν ακαδημαϊκός») αλλά δεν ξέρω αν αποδίδεται και σε άλλον.

Οπότε, αν γίνει δεύτερη έκδοση πρέπει να μπει το όνομα του Piron στο κείμενο. Επίσης, νομίζω ότι η υποσημείωση για τον Béranger θα μπορούσε να συμπληρωθεί και να αναφερθεί ότι πρόκειται για τον δημοφιλέστατο στιχουργό που συνέθεσε μια σειρά φιλελληνικά ποιήματα την εποχή της επανάστασης του 1821 και που για το λόγο αυτό το όνομά του έχει δοθεί στην οδό Βερανζέρου στο κέντρο της Αθήνας.

* Δεύτερον, στην ενότητα με τις παροιμίες, στη σελ. 173, υπάρχει και η παροιμία:

Επόταξ’ ο φτωχός βρακί
κι όπου πάει το φορεί.

Οι επιμελητές σωστά εξηγούν ότι το επόταξε σημαίνει «απέκτησε» (είναι το ρήμα ‘αποτάζω’, στο οποίο έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερο άρθρο), ενώ υπάρχει υποσημείωση στο «φορεί», στην οποία αναφέρουν: Στο χφ. θορεί, πιθανότατα εκ παραδρομής.

Με όλο το θάρρος, διαφωνώ με τη διόρθωση και πιστεύω ότι σωστά ο Λασκαράτος γράφει «θορεί», δηλαδή «θωρεί». Η ανορθογραφία δεν είναι εμπόδιο, διότι όπως εξηγούν οι επιμελητές στο χειρόγραφο έχει πολλά ορθογραφικά λάθη, διοτι ο Λασκαράτος, παρά τη βαθιά καλλιέργειά του, ήταν ανορθόγραφος (γράφει, ας πούμε, νηιότη αντί για νιότη, χίλος αντί για χείλος, Συρίνες αντί για Σειρήνες) Οπότε, η γραφή «θορεί» αντί «θωρεί» δεν είναι απίθανη.

Το θέμα είναι ότι η παροιμία είναι γνωστή και από άλλες πηγές, σε δεκάδες παραλλαγές, που δείχνουν ότι πιθανότατα δεν υπήρξε παραδρομή και όταν ο Λασκαράτος έγραφε «θορεί» εννοούσε «θωρεί» και όχι «φορεί». Είναι και πιο λογικό, ο φτωχός που εδέησε να αποκτήσει καινούργια περισκελίδα (αυτό είναι το βρακί), βγήκε στη γειτονιά και σε κάθε βήμα του την κοιτούσε και τη θαύμαζε.

Στον τρίτο τόμο των Παροιμιών του Νικ. Πολίτη, στο λήμμα «βρακί» (σελ. 232 κ.ε.) βρίσκουμε, ανάμεσα σε άλλες, και τις εξής παραλλαγές της παροιμίας:

  • Αβράκωτος βρακί ‘βαλε σε κάθε πόρτα το ‘δειχνε
  • Άμαθος βρακίν εφόρει, κάθε πάτημα το θώρει [και ζακυνθινή]
  • Ανάξιος έβαλε βρακί, έσκυφτε κι εθώρει το, κι εγελοκακάνιζε
  • Ανάξιος ήβαλε βρακί, σε κάθε πόρτα το ‘δειχνε.
  • Απόχτησε ο άβρακος βρακί, κάθε ώρα και το λει [= το λύνει]
  • Αφύσικος βρακί φορεί, κι όθε πάει το θωρεί [κεφαλονίτικη]
  • Έβαλε ο φτωχός βρακί, κάθε ώρα και το λει
  • Ξεβράκωτος βρακί έβαλε, πόρτα πόρτα το’δειχνε.

Το μοτίβο είναι θαρρώ εμφανές. Νομίζω ότι το «θορεί» του χειρογράφου πρέπει να το εννοήσουμε «θωρεί» και όχι «φορεί».

3. Πάλι στις παροιμίες, σελίδα 176, υπάρχει και η εξής:

Πάρ’ την πομπή, χτύπα τση γούνας.

Οι επιμελητές σωστά εξηγούν ότι πομπή είναι η διαπόμπευση, η ντροπή. Ωστόσο, είμαι βέβαιος και χωρίς να έχω δει το χειρόγραφο ότι κακώς διάβασαν «γούνα» και ότι το σωστό είναι «γάνα».

Γάνα είναι η σκουριά των χάλκινων σκευών, και γι’ αυτό τα πηγαίνουμε στον γανωματή, είναι όμως και η μουτζούρα και, συνεκδοχικά, η διαπόμπευση, διότι αυτούς που διαπόμπευαν τους αποσβόλωναν, τους πασάλειβαν τα μούτρα με κάπνα. Κατ’ επέκταση, όπως λέει και το λεξικό του Δημητράκου, γάνα είναι ο άξιος διαπομπεύσεως, ο ρεζίλης θα λέγαμε σήμερα.

Και αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι πως η έκφραση «πομπή και γάνα» είναι στερεότυπη έκφραση για κάτι το άξιο καταφρονήσεως. Ο Δημητράκος δίνει την παροιμία «ψηλός άντρας σαν άγγελος, κοντός πομπή και γάνα».

Πιο σημαντικό, η έκφραση «πομπή και γάνα» επιχωριάζει στην Κεφαλονιά. Πράγματι, στα «Κεφαλονίτικα γνωμικά» του Λουκάτου βρίσκω «Ο κοντός με την κοντή είναι γάνα και πομπή» (αρ. 297), και «ψηλός άντρας απόστολος, κοντός πομπή και γάνα» (αρ. 367).

Αξίζει άρθρο για τη γάνα, αλλά το βέβαιο είναι πως η σωστή μορφή της παροιμίας που κατέγραψε ο Λασκαράτος είναι «Πάρ’ την πομπή και χτύπα τη γάνα», που είναι μια παραλλαγή της πανελλήνιας «πάρε τον ένα και χτύπα τον άλλον», όταν αναφερόμαστε σε δύο πρόσωπα που είναι εξίσου αχρεία και τα δύο. Άλλωστε, με τη γούνα στη θέση της γάνας δεν βγαίνει καν νόημα.

Ελπίζω κάποιος από τους συντελεστές του βιβλίου να δει το άρθρο ώστε να εξετάσει και το βάσιμο των επισημάνσεων που κάνω. Και μακάρι το βιβλίο να κάνει δεύτερη έκδοση, ώστε να γίνουν αυτές οι τρεις απαραίτητες διορθώσεις. Το αξίζει άλλωστε, είναι πολύ ενδιαφέρον, αφού όχι μόνο το λαογραφικό υλικό έχει ενδιαφέρον αλλά και ο σχολιασμός του Λασκαράτου, που μας λέει πολλά για τον ίδιον, ενώ η εισαγωγή θα γοητεύσει όσους έχουν έφεση στα φιλολογικά.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !