Αχηβάδες και κοχύλια, πεταλίδες, στρείδια, μύδια

🕔12/08/2016 09:58
Νίκος Σαραντάκος

Κατακαλόκαιρο και διαπιστώνω ότι δεν έχω κάνει καμιάν αμιγώς θαλασσινή ανάρτηση, με εξαίρεση εκείνην για το καρνάγιο πριν από καμιά εικοσαριά μέρες.

Επανορθώνω λοιπόν με τη σημερινή, που ο τίτλος της πήγε στην αρχή να μιμηθεί το «αραμπάδες και καρούλια» αλλά δεν μπόρεσε να τα βγάλει πέρα στο δεύτερο ημιστίχιο.

Από τις αχηβάδες ξεκινάω γιατί αυτές μου δώσανε το έναυσμα για το σημερινό άρθρο. Την περασμένη βδομάδα, είχα βάλει μια φωτογραφία από ένα παραλιακό εστιατόριο με την ονομασία «Το αχοιβαδάκι», όπου για χάρη της αισθητικής (το όμικρον είχε μορφή κοχυλιού) γινόταν παραβίαση της ορθογραφίας, και είχα γράψει:

Όλος σχεδόν ο κόσμος τη γράφει «αχιβάδα», αλλά τα λεξικά, και η σχολική ορθογραφία υποθέτω, τη γράφουν «αχηβάδα», μια και προέρχεται από το μεσαιωνικό «χηβάδα» και από το «χηβάδιον».

Για να συνεχίσω σήμερα την ετυμολογία της αχηβάδας, να πω ότι στο λεξικό Σουίδα βρίσκουμε το λήμμα: Χήμη, είδος οστρέου, το κοινώς χηβάδιον, και ότι η χήμη συνδέεται με το ρήμα χαίνω, επειδή το οστρακοειδές αυτό είναι ανοιχτό. Από τη χήμη ως τη χηβάδα θα μεσολάβησε ένας αμάρτυρος τύπος *χημάδα, ενώ η χηβάδα έγινε αχηβάδα με την ανάπτυξη προτακτικού α-, που προκύπτει από τη συμπροφορά (μια χηβάδα > μιαχηβάδα > αχηβάδα). Σε παρόμοιο φαινόμενο οφείλονται τύποι όπως αμασχάλη, απαλάμη, αμάχη, αλυγαριά κτλ.

Στα σχόλιά σας είχατε πει, και σωστά, ότι αχηβάδες ή χηβάδες υπάρχουν και στην αρχιτεκτονική. Όπως έγραψε ο φίλος μας ο Νίκιπλος, σε νεοκλασικά σπίτια όπου δούλευε παραγιός μάστορα, «είχαν τυφλά αψιδωτά παράθυρα τα οποία ο μάστορας αποκαλούσε «χιβάδες»». Αλλά και ο Παπαδιαμάντης, στο διήγημά του «Στο Χριστό στο Κάστρο» γράφει, για τον ναό: «Καὶ εἰς τὴν χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὑψηλά, ἐφαίνετο στεφανουμένη ὑπὸ ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα.»

Είναι δηλαδή η (α)χηβάδα μια ημικυλινδρική εσοχή, μια κόγχη, στην οποία τοποθετούνται διακοσμητικά ή, στους δυτικούς ναούς, αγάλματα.

Αλλά βέβαια, οι περισσότεροι γράφουν «αχιβάδα» -κι ας θυμηθούμε και το πρώτο έργο του Μάνου Χατζιδάκι, «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα«.

Κογχη είπαμε παραπάνω για τη χιβάδα. Αν η χιβάδα με την αρχιτεκτονική σημασία είναι κόγχη, η αχιβάδα είναι κοχύλι -και το κοχύλι από την αρχαία λέξη κόγχη προέρχεται (από την οποία και η νεότερη κόχη). Η αρχική σημασία της κόγχης ήταν ‘κοχύλι’, αλλά ήδη στα αρχαία πήρε και τη σημασία ‘κοίλωμα, κοιλότητα’. Και από ένα υποκοριστικό ‘κογχύλη’, δεύτερο υποκοριστικό ‘κογχύλιον’, προέκυψε το σημερινό κοχύλι. Η αρχαία κόγχη συνδέεται ετυμολογικά και με τον κοχλία, τον χοχλιό.

Υποθέτω πως όλα τα παιδιά που πάνε στη θάλασσα σε κάποια φάση της ζωής τους μαζεύουν κοχύλια -τη δική μου τη φάση την πέρασα στα δέκα, με μιαν αναζωπύρωση στα είκοσι όταν ήθελα να προσφέρω περιδέραιο σε κάποιαν, και μια τρίτη στα σαράντα (και) όταν βοηθούσα τα δικά μου παιδια να μαζέψουν «κοχυλάκια». Παίρναμε και κάτι ωραίες γυάλες και τα βάζαμε μέσα -σε κάποιο πατάρι θα σκονίζονται τώρα.

Το κοχύλι μού φέρνει πάντα στο μυαλό το τραγούδι Στου τηλεφώνου το κοχύλι, του Γιάννη Σπανού με την Πόπη Αστεριάδη

Πρόκειται για μελοποιημένο ποίημα. Τους στίχους τους έχει γράψει ο Γεώργιος Αθάνας, ο αποστάτης του 1965, άδικο θα’ναι να τον θυμόμαστε μόνο από τα «Γαργάλα τα», που δεν τα έγραψε άλλωστε.

Βέβαια τα σημερινά τηλέφωνα δεν έχουν κοχύλια, ακόμα και πολλά σταθερά μοντέλα δεν έχουν ακουστικό.

Άλλο είδος όστρακο είναι οι πεταλίδες, που ζουν κολλημένα στα βράχια και θέλεις μαχαίρι για να τα ξεκολλήσεις. Βρήκα ένα βράχο γεμάτο πεταλίδες, βράχο χαμηλό, έγραψε η Νικολακοπούλου και τραγουδάει η Άλκηστη Πρωτοψάλτη σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη, σε έναν από τους καλύτερους δίσκους όλων των εποχών (λέω εγώ), τα Ανθρώπων έργα.

Στα αρχαία ελληνικά η πεταλίδα λεγόταν λεπάς, αλλά υπάρχει και η ελληνιστική λέξη πατελίς, και από το μεσαιωνικό πατελίδα, με παρετυμολογία προς το πέταλο, έγινε πεταλίδα -κι έτσι κόλλησε το πέταλο πάνω στο βράχο. Αυτή η πατελίς είναι υποκοριστικό του «πάτελλα», πιάτο, δάνειο από το λατινικό patella, που μπορεί να ανάγεται στο patina και τελικά στην πατάνη, δηλαδή μπορεί κι η πεταλίδα να είναι αντιδάνειο.

Όστρακο είπαμε. Έτσι λέμε το σκληρό οστεώδες περίβλημα διαφόρων ζώων, ιδίως μαλακίων, κυρίως αλλ’ όχι αποκλειστικά θαλασσινών -το καβούκι, το καύκαλο. Η λέξη είναι αρχαία, όπως και η σημασία, ωστόσο η πρώτη σημασία της αρχαίας λέξης «όστρακον» ήταν τα πήλινα αγγεία και τα θραύσματα από τέτοια αγγεία -σε μια κοινωνία χωρίς πλαστικά, που έκανε τεράστια χρήση πήλινων αγγείων, τα όστρακα αυτά, τα κομμάτια αγγείων, υπήρχαν παντού.

Τα σπασμένα όστρακα, μαζί με άμμο, τα χρησιμοποιούσαν σαν είδος τσιμέντου για το οδόστρωμα· πιο μακάβρια, όταν διαβάζουμε πως ο χριστιανικός όχλος στην Αλεξάνδρεια ξέσκισε με όστρακα τις σάρκες της φιλοσόφου Υπατίας, πρέπει να σκεφτούμε πως χρησιμοποίησαν όχι αχιβάδες αλλά κοφτερά κομμάτια αγγείων.

Όμως η πιο διάσημη χρήση των οστράκων στην αρχαιότητα ήταν σ’ έναν παράξενο θεσμό που καθιέρωσε η αθηναϊκή δημοκρατία την εποχή του Κλεισθένη, όταν ήταν νωπές οι αναμνήσεις από την τυραννία του Πεισίστρατου: κάθε χρόνο η εκκλησία του Δήμου μπορούσε να αποφασίζει τη δεκαετή εξορία κάποιου πολίτη. Ήταν αρχικά μια μέθοδος προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος από επίδοξους τυράννους, αν και αργότερα εξελίχθηκε σε τρόπο απαλλαγής από πολιτικούς αντιπάλους. Οι πολίτες έγραφαν το όνομα του υποψήφιου προς εξορία πάνω σε θραύσματα αγγείων (όστρακα), και είναι γνωστό το ανέκδοτο με τον αγράμματο Αθηναίο που παρακάλεσε τον Αριστείδη τον δίκαιο να γράψει το όνομα «Αριστείδης» πάνω στο όστρακο, χωρίς να τον γνωρίζει. Πολύ λογικά, το έθιμο ονομάστηκε οστρακισμός ή εξοστρακισμός. Όλα αυτά τα πήρα από ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, στο οποίο και σας παραπέμπω για περισσότερα.

Το κατεξοχήν οστρακόδερμο, άμα το πάμε ετυμολογικά εννοώ, είναι το αριστοκρατικό στρείδι. Στα αρχαία ήταν όστρεον ή, στους αττικούς, όστρειον. Από το υποκοριστικό, οστρείδιον, προέκυψε το δικό μας στρείδι.

Η αρχαία ελληνική λέξη περνάει στα λατινικά, ostreum, και από τον πληθυντικό, ostrea, έχουμε το παλιό γαλλικό oistre, απ’ όπου το σημερινό γαλλικό huître αλλά και το αγγλικό oyster. Τα μπλε τα λατρεύουν κάτι ροκάδες.

Τα στρείδια πάνε μαζί με τα μύδια, σε ομοιοκαταληξίες και παιδικά τραγουδάκια. Τα μύδια οι αρχαίοι τα έτρωγαν, αλλά τα είχαν ονοματίσει κατά τρόπο που δεν τον βρίσκω πολύ ορεχτικό, τα λέγανε ποντίκια, επειδή μοιάζουν στο σχήμα ή/και στο χρώμα ή/και στο μέγεθος (ποντίκια λέγανε επίσης τα… ποντίκια, τους μύες, τα μούσκουλα)

Το μύδι λοιπόν ήταν μυς ή μύαξ. «Κόγχοι, μύες, κώστρεια» διαβάζουμε σε ένα απόσπασμα του Αισχύλου, κοχύλια, μύδια και στρείδια (και όστρεια -> κώστρεια). Στην ελληνιστική εποχή, το υποκοριστικό μύδιον έδωσε το σημερινό μύδι.

Παρόμοια διαδικασία και στα λατινικά, όπου από το mus, συγγενικό με το ελληνικό, είχαμε το υποκοριστικό musculus, με τις σημασίες του μυδιού και του μυός. Στα παλιά αγγλικά το μύδι γραφόταν ίδια με τον μυ, muscle, τελικά έγινε mussel. Από τα ιταλικά έχουμε στα ελληνικά τα μούσκλια (είδος βρύου) και τα μούσκουλα, ενώ στα γαλλικά το μύδι γίνεται moule.

Στη Λοθαριγγία όπου θα πάω σε λίγες μέρες, τα μύδια είναι είδος εθνικό φαγητό -les moules sont arrivées, ήρθανε τα μύδια αναγγέλλουν τα εστιατόρια. Έρχονται από τη Ζηλανδία -όχι τη Νέα, αλλά την παλιά, την ολλανδική. Τα μύδια σύμφωνα με την παροιμία τρώγονται τους μήνες που έχουν ρο (στα γαλλικά, που όμως είναι ίδιοι με τα ελληνικά), πράγμα που σημαίνει ότι έρχονται τον Σεπτέμβρη, με το τέλος του λεγόμενου καλοκαιριού, και φέρνουν το φθινόπωρο. Ταιριάζουν λοιπόν για το τέλος του καλοκαιρινού μας άρθρου.

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !