Απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη Δημ. Τσελεγγίδη: Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, μία Σύνοδος με έλλειμμα συνοδικότητος και ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας

🕔05/03/2016 09:57

«ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»
Μία Σύνοδος μέ ἔλλειμμα συνοδικότητος
καί ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας
Συ­νέν­τευ­ξη
τοῦ Κα­θη­γη­τῆ κ. Δη­μη­τρί­ου Τσε­λεγ­γί­δη
στόν κ. Λυκοῦργο Μαρκούδη, Διευθυντή Προγράμματος
τοῦ Ρα­δι­ο­φω­νι­κοῦ Σταθ­μοῦ τῆς Πει­ρα­ϊ­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας
Ἀ­πο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νο Κεί­με­νο


ΠΡΩΤΟΜΕΡΟΣ
(24-2-2016)

* Στή γρα­πτή ἀ­πό­δο­ση τῆς συ­νεν­τεύ­ξε­ως ἔ­γι­ναν μι­κρές λε­κτι­κές δι­ορ­θώ­σεις

Γε­νι­κά γιά τή Με­γά­λη Σύ­νο­δο

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ὅ­πως ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε, τό πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ πι­στός λα­ός οὐ­σι­α­στι­κά ἀ­γνο­εῖ τά σχε­τι­κά μέ αὐ­τό, πού ἀ­κοῦ­με συ­νε­χῶς νά λέ­γε­ται: τήν μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί M­ε­γά­λη Σύ­νο­δο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας.

Θά μπο­ρού­σα­τε κ. Κα­θη­γη­τά, ὡς Κα­θη­γη­τής Δογ­μα­τι­κῆς πού εἶ­στε, νά μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­σε­τε πού, πό­τε καί για­τί πρό­κει­ται να συ­νέλ­θει αὐ­τή ἡ Με­γά­λη Σύ­νο­δος;
Κα­θη­γη­τής: Πο­λύ εὐ­χα­ρί­στως, ἀ­φοῦ κα­τ’ ἀρ­χήν σᾶς εὐ­χα­ρι­στή­σω θερ­μά γιά τήν δυ­να­τό­τη­τα, πού μοῦ δί­νε­τε μέ­σῳ τοῦ ρα­δι­ο­φω­νι­κοῦ σταθ­μοῦ σας, νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­σω μέ τούς ἐ­κλε­κτούς ἀ­κρο­α­τές αὐ­τοῦ τοῦ σταθ­μοῦ, οἱ ὁ­ποῖ­οι, στό μέ­τρο πού τούς γνώ­ρι­σα ἀ­νά τήν Ἑλ­λά­δα, ἔ­χουν ἔν­το­να πνευ­μα­τι­κά ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καί ὑ­γι­ές ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα. Στήν καλ­λι­έρ­γεια αὐ­τοῦ τοῦ φρο­νή­μα­τος συ­νέ­βα­λε καί συμ­βάλ­λει ση­μαν­τι­κά ὁ ἐ­ξαί­ρε­τος ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα σταθ­μός σας. Καί τώ­ρα ἀ­παν­τῶ στό ἐ­ρώ­τη­μά σας.
Ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὅ­πως ὀ­νο­μά­στη­κε ἀ­πό τού ἐμ­πνευ­στές της, θά συ­νέλ­θει στό Κο­λυμ­πά­ρι τῶν Χα­νί­ων τῆς Κρή­της, κα­τά τήν Πεν­τη­κο­στή τοῦ τρέ­χον­τος ἔ­τους. Καί ἐ­νῶ τό γε­γο­νός αὐ­τό εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό, ὑ­πάρ­χει με­γά­λο ἔλ­λειμ­μα ἐ­νη­με­ρώ­σε­ως, ὄ­χι μό­νον τῶν ἁ­πλῶν λα­ϊ­κῶν καί κλη­ρι­κῶν, ἀλ­λά καί πολ­λῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων τῶν Το­πι­κῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Μό­λις πρίν λί­γες ἡ­μέ­ρες ἔ­γι­νε γνω­στή ἡ θε­μα­το­λο­γί­α, πού θά ἀ­πα­σχο­λή­σει τήν Σύ­νο­δο καί «ὁ Κα­νο­νι­σμός Ὀρ­γα­νώ­σε­ως καί Λει­τουρ­γί­ας τῆς Συ­νό­δου». Ἀ­πό τήν με­λέ­τη τῶν δη­μο­σι­ο­ποι­η­μέ­νων κει­μέ­νων, προ­κύ­πτουν πολ­λά καί καί­ρια ἐ­ρω­τή­μα­τα, ἀλ­λά καί ἔν­το­νος προ­βλη­μα­τι­σμός γιά τόν χα­ρα­κτῆ­ρα καί τόν σκο­πό τῆς Με­γά­λης αὐ­τῆς Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας μας.

Για­τί Με­γά­λη καί Ἁ­γί­α Σύ­νο­δος καί ὄ­χι Οἰ­κου­με­νι­κή

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά πο­λύ ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τό, πού προ­σπα­θοῦ­με νά μά­θου­με κ. Κα­θη­γη­τά, καί κρα­τῶ αὐ­τό πού μᾶς εἴ­πα­τε: «ὀ­νο­μά­στη­κε ἔ­τσι ἀ­πό τούς ἐμ­πνευ­στές της». Για­τί ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Σύ­νο­δος ὀ­νο­μά­στη­κε Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη; Καί για­τί δέν ὀ­νο­μά­στη­κε Οἰ­κου­με­νι­κή ἤ Πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος; Εἴ­χα­με κά­ποι­α ἐ­πί­ση­μη ἑρ­μη­νεί­α ἀ­πό τούς δι­ορ­γα­νω­τές της; Καί τί ση­μαί­νει στήν πρά­ξη αὐ­τή ἡ ὀ­νο­μα­σί­α Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη;

Κα­θη­γη­τής: Δέν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἐ­πί­ση­μη ἑρ­μη­νεί­α, ἀλ­λά μπο­ρεῖ νά εἰ­κά­σει κα­νείς καί, κυ­ρί­ως ὡς ἐ­πι­στή­μων, νά ἀ­να­ζη­τή­σει τήν σκο­πι­μό­τη­τα, μέ τήν ὁ­ποί­α τῆς δό­θη­κε ὁ τί­τλος αὐ­τός. Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς μελ­λού­σης νά συ­νέλ­θει Συ­νό­δου ὡς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης εἶ­ναι μιά προ­βλη­μα­τι­κή καί δι­φο­ρού­με­νη δι­α­τύ­πω­ση. Μέ ἄλ­λα λό­για ἐ­πι­δέ­χε­ται δι­πλῆ ἀ­νά­γνω­ση, ὅ­πως συ­νή­θως σή­με­ρα λέ­γε­ται. Καί τοῦ­το, για­τί δι­α­βά­ζον­τας τά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε, ὅ­τι ἡ ὀ­νο­μα­σί­α Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος ἀ­πε­δί­δε­το στίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ὅ­σα δι­α­τυ­πώ­νον­ται στούς Κα­νό­νες συγ­κε­κρι­μέ­νων Συ­νό­δων, ὅ­πως ἔ­χω ὑ­πό­ψιν μου αὐ­τή τήν στιγ­μή, τῆς Α΄ καί τῆς Δ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ὅ­που γί­νε­ται μνεί­α τοῦ γε­γο­νό­τος, ὅ­τι αὐ­τοί οἱ Κα­νό­νες προ­ῆλ­θαν ἀ­πό αὐ­τή τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο. Αὐ­τό ση­μαί­νει στήν πρά­ξη, ὅ­τι τό κῦ­ρος τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων μιᾶς τέ­τοι­ας Συ­νό­δου εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­το καί ὑ­πο­χρε­ω­τι­κό γιά ὅ­λους τούς πι­στούς, -ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν πρό­κει­ται γιά τόν Ὅ­ρο, γιά τήν ἀ­πό­φα­ση δη­λα­δή, ἤ τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ὅ­πως εἶ­ναι στήν Α΄ καί τήν Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κή-, ἀλ­λά καί γιά τούς Κα­νό­νες αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου.
Μή ὀ­νο­μά­ζου­σα ὅ­μως τόν ἑ­αυ­τό της Οἰ­κου­με­νι­κή ἡ μέλ­λου­σα Σύ­νο­δος, ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς νά φο­βᾶ­ται κά­τι. Καί αὐ­τό εἶ­ναι κά­τι, πού σχε­τί­ζε­ται ὄ­χι μέ μᾶς τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, ἀλ­λά, πάν­τα κα­τά τήν γνώ­μη μου, μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους καί μά­λι­στα τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς. Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ὑ­πάρ­χει ἡ ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη, ὅ­τι γιά νά συγ­κλη­θεῖ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, θά πρέ­πει νά συμ­πε­ρι­λά­βει καί τίς ἄλ­λες λε­γό­με­νες «ἐκ­κλη­σί­ες», πού βρί­σκον­ται στήν αἵ­ρε­ση, ὅ­πως εἶ­ναι κυ­ρί­ως ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός καί ὁ Προ­τε­σταν­τι­σμός. Αὐ­τό, ὅ­μως, δέν συ­νέ­βη πο­τέ στήν ἱ­στο­ρί­α τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Πο­τέ δέν ἔ­λα­βαν μέ­ρος στίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους ὅ­σοι ἀ­πέ­κλι­ναν ἀ­πό τήν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­σοι δη­λα­δή ἦ­σαν αἱ­ρε­τι­κοί.
Τά λέ­με αὐ­τά, ἐ­πει­δή σέ ἕ­να δογ­μα­τι­κό θέ­μα καί εἰ­δι­κό­τε­ρα ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό τῆς μέλ­λου­σας Με­γά­λης Συ­νό­δου, οἱ πα­ρα­πά­νω αἱ­ρε­τι­κοί ὀ­νο­μά­ζον­ται «ἐκ­κλη­σί­ες». Ἀλ­λά σ’ αὐ­τό τό θέ­μα θά πρέ­πει νά ἐ­πα­νέλ­θου­με εἰ­δι­κό­τε­ρα, για­τί εἶ­ναι καί τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρο καί τό σο­βα­ρό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα τά ἄλ­λα θέ­μα­τα.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Καί εἶ­ναι, νο­μί­ζω κ. Κα­θη­γη­τά, καί τό θέ­μα πού μέ­χρι στιγ­μῆς ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει καί τίς πρῶ­τες ἀν­τι­δρά­σεις ἀ­πό Ἐ­πι­σκό­πους τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας. Κι ὄ­χι ἄ­δι­κα, προ­φα­νῶς, ἀ­π’ ὅ,τι ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε. Μᾶς εἴ­πα­τε κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε ἱ­στο­ρι­κά στίς με­γά­λες αὐ­τές Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους συμ­με­τεῖ­χαν οἱ αἱ­ρε­τι­κοί. Καί νο­μί­ζω, ὅ­τι θά μπο­ρού­σα­με νά το­νί­σου­με, ὅ­τι στήν Δ΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο δέν συμ­με­τέ­χουν οἱ «ἐκ­κλη­σί­ες» πού ἀ­πο­σχί­στη­καν, πχ. οἱ Ἀν­τι­χαλ­κη­δό­νιοι.

Κα­θη­γη­τής: Ἀ­κρι­βῶς, αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να τεκ­μή­ριο. Ἤ καί νω­ρί­τε­ρα, σέ ἄλ­λες Συ­νό­δους, δέν συμ­με­τεῖ­χαν Ἀ­ρεια­νοί, Νε­στο­ρια­νοί, Μο­νο­φυ­σῖ­τες κ.τ.λ.

Εἶ­ναι Σύ­νο­δος Πα­νορ­θό­δο­ξη; Ποι­οί με­τέ­χουν;

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἄ­ρα, βλέ­που­με μί­α, ἴ­σως ἐκ τοῦ πο­νη­ροῦ, δι­ά­θε­ση νά μή θέ­λου­με νά τήν ὀ­νο­μά­σου­με Οἰ­κου­με­νι­κή, για­τί θά ἀν­τι­δρά­σου­νε οἱ «ἀ­δελ­φές ἐκ­κλη­σί­ες». Εἶ­ναι τε­λι­κῶς αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος Πα­νορ­θό­δο­ξη; Θά πα­ρευ­ρε­θοῦν δη­λα­δή ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας;

Κα­θη­γη­τής: Ἄλ­λο ἕ­να πρό­βλη­μα, πού κα­θι­στᾶ αὐ­τή τήν Σύ­νο­δο κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά προ­βλη­μα­τι­κή. Στήν Σύ­νο­δο αὐ­τή θά ἀν­τι­προ­σω­πευ­θοῦν ὅ­λες οἱ Το­πι­κές Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες, τυ­πι­κά. Καί λέ­με ὅ­τι θά ἀν­τι­προ­σω­πευ­θοῦν, για­τί πε­ρι­έρ­γως δέν θά προ­σκλη­θοῦν ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι τῆς κά­θε, Το­πι­κῆς δη­λα­δή, Ἐκ­κλη­σί­ας. Κά­θε Το­πι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α θά ἀ­πο­στεί­λει 23 Ἐ­πι­σκό­πους, μέ 24ο τόν ἡ­γέ­τη καί Προ­κα­θή­με­νό της. Δέν εἶ­ναι γνω­στό ἀ­κό­μη μέ ποι­ά κρι­τή­ρια θά ἐ­κλε­γοῦν αὐ­τοί οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, πού θά συμ­με­τά­σχουν. Ἔ­τσι, ὅ­μως, ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή δέν εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά Πα­νορ­θό­δο­ξη, ἀ­φοῦ κά­ποι­οι Ἐ­πί­σκο­ποι ἀ­πο­κλεί­ον­ται. Μέ ἄλ­λα λό­για, δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη. Γι’ αὐ­τό εἶ­πα εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή αὐ­τή ἡ ὀ­νο­μα­σί­α, ἐν σχέ­σει μέ τήν με­θο­δο­λο­γί­α τῆς συγ­κλή­σε­ώς της.
Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, γιά νά ποῦ­με τά πράγ­μα­τα μέ τό ὄ­νο­μά τους, εἶ­ναι μί­α δι­ηυ­ρυ­μέ­νη Σύ­νο­δος Προ­κα­θη­μέ­νων. Δη­λα­δή εἶ­ναι οἱ Προ­κα­θή­με­νοι καί κά­ποι­οι Ἐ­πί­σκο­ποι. Βέ­βαι­α, ὑ­πάρ­χουν μι­κρές Ἐκ­κλη­σί­ες ἀ­ριθ­μη­τι­κά, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ Κύ­προς, ὅ­που θά πᾶ­νε ὅ­λοι. Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως καί με­γά­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, ὅ­πως εἶ­ναι π.χ. ἡ Ρω­σι­κή, μέ πά­νω ἀ­πό 350 Ἐ­πι­σκό­πους καί θά πᾶ­νε 24. Δη­λα­δή οἱ ἄλ­λοι Ἐ­πί­σκο­ποι τί γί­νον­ται; Εἶ­ναι δευ­τέ­ρας κα­τα­νο­μῆς; Ἐκ­φρά­ζον­ται ἀ­πό αὐ­τούς τούς 24; Εἶ­ναι καί­ρια αὐ­τά τά ἐ­ρω­τή­μα­τα. Ὁ θε­σμός αὐ­τός, τῶν Συ­νό­δων, δη­λα­δή, τῶν Προ­κα­θη­μέ­νων, θά πρέ­πει νά ποῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι νε­ω­τε­ρι­στι­κός καί τε­λεί­ως ἄ­γνω­στος στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­γι­νε γνω­στός, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε, ἀ­πό τόν ση­με­ρι­νό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη καί μέ τήν ὀ­νο­μα­σί­α «Σύ­νο­δος Προ­κα­θη­μέ­νων», ὅ­πως εἶ­πα, εἶ­ναι ἀ­μάρ­τυ­ρος καί ἄ­γνω­στος τε­λεί­ως στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Θάμπο­ροῦ­σαν ἐν­δε­χο­μέ­νως κά­ποι­οι νάμᾶςποῦνἐ­δῶ, κ. Κα­θη­γη­τά, ὅ­τι καίκα­τά τόπα­ρελ­θόν, στούςπρο­η­γου­μέ­νους αἰ­ῶ­νες, εἶ­χαν γί­νει κά­ποι­ες Σύ­νο­δοι τῶνΠα­τρια­ρχῶν, τῶνἈ­να­το­λι­κῶν Πα­τρι­αρ­χεί­ων του­λά­χι­στον.­στό­σο, ­μως, κα­τα­λα­βαί­νου­μεαὐ­τόπούμᾶςεἴ­πα­τε, ­τι­πάρ­χειμιάμι­κρήἘκ­κλη­σί­απ.χ. Κύ­προςἘκ­κλη­σί­αΤσε­χί­αςκαίΣλο­βα­κί­ας, οἱ­ποῖ­εςδέν­χουντό­σους­πι­σκό­πους, ­νῶμιάἀν­τί­στοι­χηἘκ­κλη­σί­αμε­γά­λη, ­πωςΡω­σι­κή, ­χειπά­ραπολ­λούςκαίδένμπο­ροῦννάσυμ­με­τέ­χουν­λοι. Καίπρο­φα­νῶςκά­θε­πί­σκο­πος, ­χον­ταςκαίτόποί­μνιότου, δένπαύ­εινάεἶ­ναικαίφο­ρέ­αςτοῦφρο­νή­μα­τοςτοῦπλη­ρώ­μα­τοςτῆςἘκ­κλη­σί­ας.

Κα­θη­γη­τής: Αὐ­τό εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό πού λέ­τε, για­τί τό πρᾶγ­μα δέν εἶ­ναι κα­θα­ρά ἀ­ριθ­μη­τι­κό. Κά­θε Ἐ­πί­σκο­πος κα­λεῖ­ται νά φέ­ρει τό φρό­νη­μα τῆς Το­πι­κῆς του Ἐκ­κλη­σί­ας. Ποι­ός μπο­ρεῖ αὐ­τό τό φρό­νη­μα νά τό ὑ­πο­τι­μή­σει, νά τό πα­ρα­βλέ­ψει ἤ νά τό ἀ­κυ­ρώ­σει καί ταυ­τό­χρο­να νά μι­λᾶ γιά Με­γά­λη Σύ­νο­δο; Ὅ­πως σω­στά εἴ­πα­τε, προ­η­γου­μέ­νως, ὑ­πῆρ­ξαν καί Σύ­νο­δοι, καί στήν Τουρ­κο­κρα­τί­α ἔ­χου­με τέ­τοι­ες Συ­νό­δους, κά­ποι­ων Πα­τρια­ρχῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι συ­νῆλ­θαν καί ἀ­πο­φά­σι­σαν κά­τι, ἀλ­λά ἔ­χου­με στή συ­νέ­χεια ἀ­πο­δο­χή αὐ­τῶν τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων, πρίν νά γνω­στο­ποι­η­θοῦν εὐ­ρύ­τε­ρα γιά τό κοι­νό, καί ἀ­πό Πα­τρι­αρ­χεῖ­α, πού δέν συμ­με­τεῖ­χαν, ἐν­δε­χο­μέ­νως, σ’ αὐ­τήν τήν συ­νάν­τη­ση, γιά λό­γους τε­χνι­κούς τῆς ἐ­πο­χῆς καί ἀ­πε­δέ­χθη­σαν ἤ ἀ­πέρ­ρι­ψαν αὐ­τήν τήν ἀ­πό­φα­ση. Δη­λα­δή, συν­θῆ­κες ἱ­στο­ρι­κές μπο­ρεῖ νά πε­ρι­ο­ρί­ζουν κά­πως τά πράγ­μα­τα, ἀλ­λά πάν­το­τε πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χουν τά κρι­τή­ρια. Μπο­ροῦ­με σή­με­ρα νά ἐ­πι­κα­λε­στοῦ­με τέ­τοι­ες συν­θῆ­κες, ὅ­ταν τήν ἐ­πο­χή τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων ἡ δυ­να­τό­τη­τα τῆς με­τα­κί­νη­σης εἶ­χε πά­ρα πολ­λές δυ­σκο­λί­ες, ἐ­νῶ σή­με­ρα ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­τό­τη­τα στό δι­ά­στη­μα μιᾶς ἡ­μέ­ρας ἤ ὀ­λί­γων ὡ­ρῶν νά συγ­κεν­τρω­θοῦν οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι ἀ­π’ ὅ­λο τόν κό­σμο;
Αὐ­τό προ­φα­νῶς δέν γί­νε­ται ἐ­ξαι­τί­ας κά­ποι­ων σκο­πι­μο­τή­των, οἱ ὁ­ποῖ­ες σκο­πι­μό­τη­τες ὅ­μως δέν ὁ­μο­λο­γοῦν­ται, εἶ­ναι ἀ­νο­μο­λό­γη­τες. Ὁ κα­θέ­νας ὅ­μως πι­στός, ὡς σκε­πτό­με­νος καί εὐ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νος ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά, μπο­ρεῖ νά κά­νει τίς σκέ­ψεις του, νά βγά­ζει τά συμ­πε­ρά­σμα­τά του. Μπο­ρεῖ κά­ποι­α ἀ­π’­αὐ­τά νά εἶ­ναι ἐ­σφαλ­μέ­να ἀλ­λά κά­τι πλα­νᾶ­ται, τό ὁ­ποῖ­ο δέν εἶ­ναι δι­α­φα­νές. Ἕ­να πρᾶγ­μα, πού θέ­λω νά πῶ ἐ­π’ αὐ­τοῦ καί θε­ω­ρῶ ὅ­τι εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό, εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­γράμ­μι­ση αὐ­τή πού εἶ­πα, ὅ­τι πρώ­τη φο­ρά στήν ἱ­στο­ρί­α, ἀ­π’ ὅ­σο εἶ­μαι σέ θέ­ση νά γνω­ρί­ζω, θά ἀ­γνο­η­θεῖ ἡ συν­τρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας γιά μιά τέ­τοι­α Με­γά­λη Σύ­νο­δο. Ἔμ­με­σα πλήν σα­φῶς, μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται στήν πρά­ξη ἡ θε­με­λι­ώ­δης ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἀρ­χή, ὅ­τι ὁ κά­θε Ἐ­πί­σκο­πος ἔ­χει μί­α ἰ­σό­κυ­ρη ψῆ­φο, ὄ­χι μό­νο μέ τούς συ­νε­πι­σκό­πους του ἀ­νά τόν κό­σμο, ἀλ­λά καί μέ τόν Προ­κα­θή­με­νό του, τῆς Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά καί μέ τόν πρῶ­το στά «πρε­σβεῖ­α τι­μῆς», δη­λα­δή τόν Πρό­ε­δρο αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου.
Αὐ­τό εἶ­ναι τό Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό Συ­νο­δι­κό Σύ­στη­μα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Κά­θε ἄλ­λο πα­ρα­πέμ­πει στό πα­πι­κό, συγ­κεν­τρω­τι­κό καί ἀ­πνευ­μά­τι­στο σύ­στη­μα, θά μπο­ρo­ῦ­σα νά τό πῶ με­τά λό­γου γνώ­σε­ως, τοῦ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ.

Ἀ­κύ­ρω­ση τῆς Συ­νο­δι­κό­τη­τας,
τῆς Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κῆς Πα­ρά­δο­σης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο πέ­στε μας λί­γο, πῶς θά γί­νει ἡ ψη­φο­φο­ρί­α, γιά νά λη­φθοῦν οἱ ἀ­πο­φά­σεις σ’ αὐ­τή τήν μέλ­λου­σα Με­γά­λη Σύ­νο­δο;

Κα­θη­γη­τής: Στό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νά ἔρ­θου­με με­τά, ἀ­πό πλευ­ρᾶς δι­α­δι­κα­σί­ας, για­τί ἐ­κεῖ­νο τό ὁ­ποῖ­ο δέν πρέ­πει νά ἀν­τι­πα­ρέλ­θου­με αὐ­τή τήν στιγ­μή εἶ­ναι, ὅ­τι ὁ τρό­πος αὐ­τός κα­τ’ ἀρ­χήν τῆς ψη­φο­φο­ρί­ας, μέ τήν ἐ­πι­λο­γή ὁ­ρι­σμέ­νων Ἐ­πι­σκό­πων, ὡς ἐκ­φρα­στῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­κυ­ρώ­νει οὐ­σι­α­στι­κά στήν πρά­ξη τόν Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό καί ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς συ­νο­δι­κό­τη­τας. Δη­λα­δή, μι­λᾶ­με ὄ­χι γιά κά­τι πε­ρι­θω­ρια­κό, ἀλ­λά κα­τε­ξο­χήν πνευ­μα­τι­κό, χω­ρίς τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­κυ­ρώ­νε­ται ἐ­κεῖ­νο πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­κυ­ρώ­νε­ται μέ ἄλ­λα λό­για, ἄν θέ­λε­τε νά σᾶς τό πῶ καί δι­α­φο­ρε­τι­κά, ἡ Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι καί Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀν­τι­λαμ­βά­νε­στε, ποῦ προ­σκρού­ει μί­α τέ­τοι­α μέ­θο­δος στήν πρά­ξη.

Μί­μη­ση Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ-Προ­τε­σταν­τι­σμοῦ

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό, ἔ­τσι ὅ­πως μᾶς τό το­πο­θε­τεῖ­τε κ. Κα­θη­γη­τά, ὅ­τι ἀ­κυ­ρώ­νε­ται ἡ Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή καί Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί πραγ­μα­τι­κά, αὐ­τό πού ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε εἶ­ναι, ὅ­τι στήν οὐ­σί­α ἀν­τι­γρά­φου­με αὐ­τό, πού τό­σα χρό­νια κα­τη­γο­ροῦ­με, ὅ­τι κά­νει ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός.

Κα­θη­γη­τής: Ναί, αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς ἔ­χει καί τήν ἐ­ξή­γη­σή του. Δη­λα­δή, τά τε­λευ­ταῖ­α ἑ­κα­τό χρό­νια, -καί θά πρέ­πει νά ἔρ­θου­με καί σ’ αὐ­τό τό θέ­μα-, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α φαί­νε­ται στήν πρά­ξη νά ἐ­κτρέ­πε­ται ἀ­πό τόν τρό­πο τῆς δι­κῆς της Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς καί νά μι­μεῖ­ται τόν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό, καί κα­τά πε­ρί­πτω­ση τόν Προ­τε­σταν­τι­σμό. Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, τό ἱ­ε­ρα­τεῖ­ο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μι­μεῖ­ται τόν τρό­πο τόν συγ­κεν­τρω­τι­κό, τόν ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κό τοῦ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ. Καί τοῦ­το ἐ­πει­δή, ὅ­ταν κά­ποι­ος χά­σει τήν Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή αὐ­τή βί­ω­ση, δέν ἔ­χει πλέ­ον τήν βε­βαι­ό­τη­τα γι’ αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί τό­τε ἐ­ξαν­τλεῖ ἀν­θρω­πί­νως αὐ­τές τίς δυ­να­τό­τη­τες σέ μιά πει­θαρ­χί­α, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι κα­θα­ρά ἐ­ξω­τε­ρι­κή καί ἀν­θρώ­πι­νη. Γι’ αὐ­τό καί ἡ πει­θαρ­χί­α αὐ­τή θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι σπου­δαί­α, ἀ­φοῦ εἶ­ναι και­σα­ρι­κοῦ τύ­που. Καί αὐ­τό συμ­βαί­νει πρα­κτι­κῶς σέ ὑ­παρ­ξια­κό ἐ­πί­πε­δο, ὅ­ταν ἐ­κλεί­ψει ἡ χα­ρι­σμα­τι­κή πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὅ­ταν δη­λα­δή δέν βι­οῦ­ται αὐ­τό, τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος ψά­χνει γιά ὑ­πο­κα­τά­στα­τα. Καί τό τρα­γι­κό εἶ­ναι, ὅ­τι αὐ­τό ἔ­γι­νε θε­σμι­κά στή Δύ­ση, στόν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό. Ἀ­να­ζη­τή­θη­κε δη­λα­δή ὁ Καί­σα­ρας στό πρό­σω­πο τοῦ Πά­πα γιά τήν ἐ­πι­βο­λή μιᾶς κο­σμι­κοῦ τύ­που πει­θαρ­χί­ας.
Σή­με­ρα θαυ­μά­ζε­ται αὐ­τό εὐ­ρύ­τε­ρα, ἀλ­λά θαυ­μά­ζε­ται ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πού ἔ­χα­σαν τήν χα­ρι­σμα­τι­κή σχέ­ση μέ τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας, τό Ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ὁ ἐγ­γυ­η­τής αὐ­τῆς τῆς Ἀ­λη­θεί­ας, κα­τά τήν ὑ­πό­σχε­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Λη­σμο­νεῖ­ται ὅ­μως ἀ­κό­μη, ὅ­τι κε­φα­λή καί φε­ρέγ­γυ­α Ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ Ὑ­πο­στα­τι­κή Ἀ­λή­θεια, δη­λα­δή ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Αὐ­τά τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι στήν πρά­ξη πο­λύ σο­βα­ρά, καί φα­νε­ρώ­νουν ἕ­να ἔλ­λειμ­μα ὄ­χι ἁ­πλῶς γνω­σι­ο­λο­γι­κοῦ - θε­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα, ἀλ­λά τῆς ἴ­διας τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Βε­βαί­ως, ἱ­στο­ρι­κά θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά δώ­σει τήν ἑρ­μη­νεί­α: Ναί. Τόν προ­η­γού­με­νο αἰ­ῶ­να οἱ θε­ο­λό­γοι καί μελ­λον­τι­κοί ἡ­γέ­τες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἴ­χα­νε πά­ει στή Δύ­ση γιά νά μορ­φω­θοῦν-πα­ρα­μορ­φω­θοῦν- θε­ο­λο­γι­κά καί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά καί, κα­τά τό λα­ϊ­κό, «μ’ ὅ­ποι­ον δά­σκα­λο κα­θί­σεις, τέ­τοι­α γράμ­μα­τα θά μά­θεις», προ­σπά­θη­σαν αὐ­τοί οἱ ἡ­γέ­τες κα­τά και­ρούς νά κά­νου­νε, θε­σμι­κά, μί­α σύν­θε­ση με­τα­ξύ τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ως καί Πνευ­μα­τι­κό­τη­τας καί τῆς Δυ­τι­κῆς αὐ­τῆς ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νης ζω­ῆς. Καί αὐ­τή τήν στιγ­μή δέν μι­λῶ κα­θό­λου θε­ω­ρη­τι­κά. Γι’ αὐ­τά, τά ὁ­ποῖ­α λέ­γω, μι­λοῦν τά ἴ­δια τά κεί­με­να τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τά τόν 20όαἰ­ῶ­να. Καί μπο­ροῦ­με νά μι­λή­σου­με πιό συγ­κε­κρι­μέ­να ἐ­π’ αὐ­τοῦ, για­τί φαί­νε­ται ἀ­πό τίς δι­α­κη­ρύ­ξεις τῶν προ­σώ­πων αὐ­τῶν, ὅ­τι κά­θε ἄλ­λο πα­ρά ἐκ­φρα­στές τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Θε­ο­λο­γί­ας καί τῆς θε­σμι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῆς Ἀ­να­το­λῆς εἶ­ναι.

Τρό­πος ψη­φο­φο­ρί­ας-Ποῦ βρί­σκε­ται ἡ Ἀ­λή­θεια

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Πραγ­μα­τι­κά ἡἀ­λή­θεια πο­νά­ει κ. Κα­θη­γη­τά, καίεἶ­ναι μιάἀ­λή­θεια πούμᾶςπρο­βλη­μα­τί­ζει.Για­τί ἄνἀ­π’ αὐ­τόν τόνλό­γο ξε­κι­νή­σα­με καίσι­γά σι­γά φθά­σα­με ἐ­δῶ πούφθά­σα­με σή­με­ρα, τό­τε πρέ­πει νάθλι­βό­μα­στε, για­τί πραγ­μα­τι­κά ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη τῆςβι­ω­μα­τι­κῆς Χά­ρι­τος, ὅ­πως μᾶςεἴ­πα­τε. Καί νο­μί­ζω, ὅ­τι ἀ­πό ἐ­κεῖ ξε­κι­νᾶ­νε καί τε­λει­ώ­νουν τά πάν­τα. Ὅ­μως, ἐ­μεῖς θά συ­νε­χί­σου­με τά ἐ­ρω­τή­μα­τα, για­τί πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι πο­λύ­τι­μη ἡ δι­κή σας ση­με­ρι­νή βο­ή­θεια πρός ὅ­λους.
Ξε­κι­νά­ει λοι­πόν ἡ δι­α­δι­κα­σί­α - ἡ τε­λι­κή εὐ­θεί­α τῆς Συ­νό­δου. Μᾶς εἴ­πα­τε νω­ρί­τε­ρα, ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή τήν ἔλ­λει­ψη πού θά ὑ­πάρ­χει στή συμ­με­το­χή ὅ­λων τῶν Ἐ­πι­σκό­πων. Καί ταυ­τό­χρο­να θά ὑ­πάρ­χουν ἐ­πι­λεγ­μέ­νοι -δέν ξέ­ρω μέ ποι­όν τρό­πο θά ἀ­πο­φα­σί­σει ἡ κά­θε Ἐκ­κλη­σί­α, ποι­οί θά εἶ­ναι αὐ­τοί οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, πού θά συμ­με­τέ­χουν μέ τόν Προ­κα­θή­με­νο. Αὐ­τοί θά ἔ­χουν λό­γο στή Σύ­νο­δο; Θά ψη­φί­σουν τε­λι­κά αὐ­τοί οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, ὅ­ταν θά βρε­θοῦ­νε στή Σύ­νο­δο; Πῶς θά γί­νει ἡ ψη­φο­φο­ρί­α στά θέ­μα­τα, πού θά πρέ­πει νά συ­ζη­τη­θοῦν; Σ’ αὐ­τά τά θέ­μα­τα πού ἔ­χουν, μέ­χρι στιγ­μῆς του­λά­χι­στον, δεῖ τό φῶς τῆς δη­μο­σι­ό­τη­τας;

Κα­θη­γη­τής: Ὅ­πως κι ἐ­σεῖς τό θέ­σα­τε ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, δέν ἔ­χει ἀ­να­κοι­νω­θεῖ καί δέν ὑ­πάρ­χει ἐ­νη­μέ­ρω­ση σέ κά­ποι­ο Κεί­με­νο ἐ­πί­ση­μο ἀ­πό τήν Ε΄ αὐ­τή Προ­συ­νο­δι­κή Πα­νορ­θό­δο­ξη Δι­ά­σκε­ψη, πού ἔ­γι­νε στό Σαμ­πε­ζύ τῆς Γε­νεύ­ης ἀ­πό 10-17/10/2015. Δέν ἔ­χουν δο­θεῖ ἀρ­χές καί κρι­τή­ρια καί προ­ϋ­πο­θέ­σεις, ἐ­πί τῇ βά­σει τῶν ὁ­ποί­ων θά γί­νει αὐ­τή ἡ ἐ­πι­λο­γή, γιά νά γί­νει ἡ ψη­φο­φο­ρί­α. Ἡ ψη­φο­φο­ρί­α θά γί­νει πα­ρα­δό­ξως, καί αὐ­τό εἶ­ναι πρω­το­τυ­πί­α στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α, μό­νον ἀ­πό τούς Προ­κα­θη­μέ­νους. Δη­λα­δή, εἴ­μα­στε 15 Ἐκ­κλη­σί­ες; Θά ὑ­πάρ­χουν 15 ψῆ­φοι, οἱ ὁ­ποῖ­ες θά συ­νο­ψί­ζουν τήν θε­τι­κή ἤ ἀρ­νη­τι­κή θέ­ση τῶν 24 Ἐ­πι­σκό­πων τῆς κά­θε Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας – κα­τά πλει­ο­νο­ψη­φί­α, βε­βαί­ως. Καί τό ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρο βέ­βαι­α: Για­τί γί­νε­ται ἔ­τσι καί για­τί δέν ἐκ­φρά­ζον­ται ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, ὅ­πως εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως;
Νο­μί­ζω ὅ­τι, με­τά ἀ­πό ὅ­σα εἶ­πα, μπο­ρεῖ νά κα­τα­λά­βει κα­νείς τήν ὑ­πο­τί­μη­ση, πού γί­νε­ται ἐκ μέ­ρους τοῦ ἑ­κά­στο­τε Πρώ­του, ὡς Προ­κα­θη­μέ­νου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά τήν ἔκ­φρα­ση τῶν Ἐ­πι­σκό­πων. Θε­ω­ρεῖ­ται δη­λα­δή, ὅ­τι ἡ ψῆ­φος αὐ­τῶν πού μει­ο­ψή­φι­σαν, πού ἦ­ταν λι­γό­τε­ροι δη­λα­δή, δέν με­τρά­ει. Κι αὐ­τό εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά φρι­κα­λέ­ο, για­τί, ὅ­πως γνω­ρί­ζε­τε, ἔ­χω γρά­ψει δύ­ο Ἐ­πι­στο­λές, ὅ­που συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἔ­χω μί­α ἀ­πο­τί­μη­ση τῶν κει­μέ­νων. Θά ἐ­πα­νέλ­θου­με ὅ­μως καί σ’ αὐ­τά. Στίς Ἐ­πι­στο­λές ὅ­μως αὐ­τές λέ­ω λοι­πόν, ὅ­τι ἡ ψῆ­φος αὐ­τή τοῦ κά­θε Ἐ­πι­σκό­που ἔ­χει βα­ρύ­νου­σα ση­μα­σί­α καί δέν μπο­ρεῖ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά νά ἀ­γνο­η­θεῖ καί νά θε­ω­ρη­θεῖ ὡ­ςἐ­πι­μέ­ρους θέ­μα τῆς Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Σ’ αὐ­τό ὅ­μως θέ­λω νά ἐ­πα­νέλ­θου­με στή συ­νέ­χεια.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Καί θά ἐ­πα­νέλ­θου­με σί­γου­ρα. Ἄ­ρα, λοι­πόν, κά­θε Ἐκ­κλη­σί­α μί­α ψῆ­φος, ὅ­σες Το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες, τό­σες θά εἶ­ναι οἱ ψῆ­φοι.

Κα­θη­γη­τής: Στήν πε­ρί­πτω­ση βέ­βαι­α πού, προ­σέξ­τε, ἐ­πί τῇ βά­σει τοῦ Κα­νο­νι­σμοῦ, μί­α Το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­χει ἀρ­νη­τι­κή ψῆ­φο ὡς πρός ἕ­να θέ­μα πού θά τε­θεῖ, -για­τί θά τί­θεν­ται ξε­χω­ρι­στά τά θέ­μα­τα-, τό­τε αὐ­τό τό θέ­μα δέν θά περ­νά­ει, ἐ­πει­δή πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὁ­μο­φω­νί­α. Καί ἡ δι­κή μου ἡ λο­γι­κή λέ­ει τό ἑ­ξῆς: Για­τί ἡ μί­α ψῆ­φος, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­φρά­ζε­ται διά τοῦ Προ­κα­θη­μέ­νου, ὡς ψῆ­φος τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας, ὅ­ταν εἶ­ναι ἀρ­νη­τι­κή, ἀ­κυ­ρώ­νει τό θέ­μα, καί δέν τό ἀ­κυ­ρώ­νει ἡ ψῆ­φος ἑ­νός Ἐ­πι­σκό­που; Δη­λα­δή, γιά νά πᾶ­με λί­γο πί­σω στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α, ἡ ψῆ­φος τοῦ Μ. Ἀ­θα­να­σί­ου τό­τε, ἄς τό ποῦ­με ἔ­τσι, πού ἐ­ξέ­φρα­ζε τόν Πα­τριά­ρχη του, ἄν ὑ­πο­τε­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἡ σω­στή καί ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἦ­ταν λά­θος, δέν θά ἔ­πρε­πε νά λη­φθεῖ ὑ­πό­ψη, δι­ό­τι δέν ἀ­πη­χοῦ­σε τήν πλει­ο­ψη­φί­α; Αὐ­τή ἡ με­θο­δο­λο­γί­α εἶ­ναι τε­λεί­ως κο­σμι­κή, καί αὐ­τά πού λέ­γω τά ἐν­νο­ῶ, ἐ­πει­δή ἡ ἀ­λή­θεια στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι, ὅ­πως στόν κό­σμο, ὑ­πό­θε­ση τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας – τί θά ποῦν οἱ πολ­λοί. Αὐ­τό τό λέ­ει ἡ Δη­μο­κρα­τί­α.
Στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως, ἡ ἴ­δια ἡ Ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φι­κή. Δη­λα­δή καί ἕ­νας ὅ­ταν τήν ἐκ­φρά­ζει, αὐ­τή πλει­ο­ψη­φεῖ ἔ­ναν­τι τῶν ἑ­κα­το­μυ­ρί­ων καί δι­σε­κα­το­μυ­ρί­ων ἄλ­λων ψή­φων, πού εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τες. Γιά ποι­ό λό­γο; Για­τί ἡ Ἀ­λή­θεια στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι ἰ­δέ­α, δέν εἶ­ναι ἄ­πο­ψη. Εἶ­ναι Ὑ­πο­στα­τι­κή. Εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Ἄ­ρα, ὑ­πο­τί­θε­ται, ὅ­τι οἱ με­τέ­χον­τες Ἐ­πί­σκο­ποι ἔ­χουν «νοῦν Χρι­στοῦ» καί ὡς ἔ­χον­τες «νοῦν Χρι­στοῦ» εἶ­ναι σέ θέ­ση, νά δι­α­κρί­νουν τό ὀρ­θό ἀ­πό τό ἐ­σφαλ­μέ­νο. Για­τί, ἔ­τσι εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά. Γι’ αὐ­τό ἡ Α΄ Ἀ­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δος εἶ­πε: «Ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καί ἡ­μῖν». Καί τό «ἡ­μῖν», φυ­σι­κά -νά τό προ­σέ­ξου­με καί αὐ­τό- δέν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μό­νον οἱ Ἀ­πό­στο­λοι, ἀλ­λά καί «οἱ σύν αὐ­τοῖς», δη­λα­δή οἱ Πρε­σβύ­τε­ροι, «σύν ὅ­λῃ τ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ», οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­χουν ἀ­κυ­ρω­θεῖ τώ­ρα, δέν φαί­νον­ται που­θε­νά.
Καί ἀ­να­φέ­ρον­ται κά­ποι­οι ἀ­πό τόν χῶ­ρο αὐ­τόν, οἱ ὁ­ποῖ­οι συ­νέ­λα­βαν καί ἐ­ξέ­φρα­σαν τό πῶς θά γί­νει αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, στόν Ἅ­γιο Ἰ­γνά­τιο τόν Θε­ο­φό­ρο. Ὁ Ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος ὁ Θε­ο­φό­ρος ὅ­μως λέ­ει, ὅ­τι ὁ Ἐ­πί­σκο­πος μέ τούς Πρε­σβυ­τέ­ρους βρί­σκον­ται σέ μιά ἁρ­μο­νί­α -ὅ­πως εἶ­ναι οἱ χορ­δές σέ μιά κι­θά­ρα-, προ­κει­μέ­νου νά ὑ­πάρ­ξει συμ­φω­νί­α. Ἄ­ρα, δέν μπο­ρεῖ ὁ Ἐ­πί­σκο­πος νά ἀ­γνο­εῖ τούς πρε­σβυ­τέ­ρους καί τό πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στήν Α΄ Ἀ­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο ἐκ­φρά­στη­κε ἡ Συ­νο­δι­κή Ἀ­λή­θεια «σύν ὅ­λῃ τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ». Καί ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι καί ὁ ἁ­πλός λα­ός. Ποῦ καί πό­τε ἐκ­φρά­ζε­ται πλή­ρως ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κά αὐ­τός ὁ λα­ός;
Προ­σω­πι­κά, ἔ­κα­να ἕ­να γκά­λοπ καί ρώ­τη­σα κά­ποι­ους ἀν­θρώ­πους, καί ὄ­χι τυ­χαί­ους, καί δι­α­πί­στω­σα, ὅ­τι δέν γνω­ρί­ζουν οὔ­τε ποῦ, οὔ­τε πό­τε, οὔ­τε για­τί, οὔ­τε πῶς θά ψη­φί­σουν οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, οὔ­τε ποι­ά εἶ­ναι ἡ θε­μα­το­λο­γί­α αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου. Για­τί ὅ­λα αὐ­τά τά πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ἐν κρυ­πτῷ καί για­τί γί­νον­ται τό­σο βε­βι­α­σμέ­να; Για­τί δέν γνω­στο­ποι­ή­θη­καν, ὅ­πως γνω­στο­ποι­οῦν­ται ἄλ­λα πράγ­μα­τα; Για­τί δέν δό­θη­κε αὐ­τός ὁ χρό­νος, πρίν ἤ κα­θο­ρι­στεῖ ὁ τρό­πος, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο θά γί­νει; Καί τό πλη­ρο­φο­ροῦν­ται αὐ­τό τό γε­γο­νός, ὅ­πως τό βλέ­που­με, καί Ἐ­πί­σκο­ποι καί ἐ­πί­ση­μοι ἀν­τι­πρό­σω­ποι ἀ­πό κά­ποι­ο κέν­τρο, πού ἀ­πο­φαί­νε­ται τό πῶς θά γί­νει ἡ ψη­φο­φο­ρί­α; Δέν ἦ­ταν δη­λα­δή μιά συλ­λο­γι­κή ἀ­πό­φα­ση τῆς βά­σης; Καί τό πιό ἁ­πλό: Γνω­ρί­ζου­με, ὅ­τι ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι ἔ­χουν ἰ­σό­τι­μο ψῆ­φο. Ἄν ἔ­χουν ἰ­σό­τι­μο ψῆ­φο, δέν μπο­ροῦν νά κλη­θοῦν αὐ­τοί ἐ­ρή­μην τοῦ ὅ­λου προ­βλη­μα­τι­σμοῦ, νά ψη­φί­σουν ἤ νά μήν ψη­φί­σουν. Ἄ­ρα, δέν ἔ­γι­ναν μέ τρό­πο δι­α­φα­νῆ οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες μέ­χρι τώ­ρα.

Ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση ἡ Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή

Καί, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζω καί στίς Ἐ­πι­στο­λές μου, δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη πο­λύ ἀρ­γά. Τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἰ­ά­σι­μα. Πῶς; Ἐ­φό­σον τώ­ρα ἐ­νη­με­ρω­θοῦν ὅ­λοι, καί ὅ­ταν λέ­ω ὅ­λοι, ἐν­νο­ῶ τό πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δη­λα­δή κλῆ­ρος καί λα­ός ἀ­πό κοι­νοῦ. Δι­ό­τι, ὅ­ταν θά πά­ρουν αὐ­τές τί­ς ἀ­πο­φά­σεις οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νοι αὐ­τοί Ἐ­πί­σκο­ποι, ἤ ἄν θέ­λε­τε ἡ ἐ­λίτ αὐ­τή πού θά κλη­θεῖ ἐ­κεῖ, νο­μί­ζε­τε ὅ­τι στήν πρά­ξη μπο­ρεῖ νά τίς ἐ­φαρ­μό­σει ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο μέ­σα του τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο; Δέν μπο­ρεῖ νά δε­χθεῖ πράγ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α δέν εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να, πού «πάν­το­τε ὑ­πό πάν­των ἐ­πι­στεύ­θη­σαν» στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Δη­λα­δή, ἔ­χουν «νοῦν Χρι­στοῦ» κι αὐ­τοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι κε­κα­θαρ­μέ­νοι. Καί μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἕ­νας ἁ­πλός μο­να­χός, μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­σκη­τής, μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἕ­νας ἁ­πλός πι­στός, καί νά πεῖ, πώς αὐ­τά δέν στοι­χοῦν στήν Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἄ­ρα ὁ κά­θε πι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι «ἑ­πό­με­νος τοῖς Ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», ὁ ὁ­ποῖ­ος ­θά βλέ­πει δι­α­χρο­νι­κά τί «ὑ­πό πάν­των ἐ­πι­στεύ­θη», ἀν­τι­στοί­χως, θά δε­χθεῖ τό ὀρ­θό καί θά ἀ­πορ­ρί­ψει τό ἐ­σφαλ­μέ­νο. Καί αὐ­τό δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να μεῖ­ζον θέ­μα, ἕ­να μεῖ­ζον πρό­βλη­μα γιά τήν σκο­πι­μό­τη­τα τοῦ νά συ­νέλ­θει αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος καί νά πά­ρει κά­ποι­ες ση­μαν­τι­κές ἀ­πο­φά­σεις. Γιά ποι­ό λό­γο; Φυ­σι­κά γιά τό κα­λό.
Δέν εἶ­ναι ὅ­μως θέ­μα δι­α­κη­ρύ­ξε­ων αὐ­τά. Εἶ­ναι θέ­μα πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καί ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ ἐν­τός ἡ­μῶν -χω­ρίς ἐ­ξαί­ρε­ση- τῶν βε­βα­πτι­σμέ­νων πι­στῶν ὑ­πάρ­χει. Ἡ ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση, ὅ­μως, τῆς Χά­ρι­τος αὐ­τῆς ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν τή­ρη­ση τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν αὐ­τῆς τῆς Βα­σι­λεί­ας, πού εἶ­ναι οἱ ἐν­το­λές τοῦ Θε­οῦ. Κι αὐ­τό δέν εἶ­ναι προ­νό­μιο κα­νε­νός πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­ποι­ον ἄλ­λο στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Δη­λα­δή, μί­α Σύ­νο­δος θά μι­λή­σει ὄ­χι σέ ὑ­πη­κό­ους, ἀλ­λά σέ ὁ­μό­τι­μα μέ­λη τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Προ­σέξ­τε, μή θε­ω­ρη­θεῖ αὐ­τό προ­τε­σταν­τι­κῷ τῷ τρό­πῳ. Δέν κα­ταρ­γοῦ­με τήν ἱ­ε­ραρ­χι­κή δο­μή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δέν ἀμ­φι­σβη­τοῦ­με, ὅ­τι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι θά πά­ρουν τίς ἀ­πο­φά­σεις αὐ­τές, δι­ό­τι αὐ­τοί εἶ­ναι ἐν­τε­ταλ­μέ­νοι ἐκ­φρα­στές της. Ἀλ­λά, εἶ­ναι ἐκ­φρα­στές της στήν πρά­ξη, ὅ­ταν ζοῦν αὐ­τή τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τήν προ­σφέ­ρουν στήν ση­με­ρι­νή συγ­κυ­ρί­α μέ τά συγ­κε­κρι­μέ­να προ­βλή­μα­τα. Ὅ­ταν δι­α­βά­σει ὅ­μως κα­νείς τήν θε­μα­το­λο­γί­α, στήν ὁ­ποί­α πρέ­πει νά ἐ­πα­νέλ­θου­με, βλέ­πει ἐ­ξ ἀν­τι­κει­μέ­νου τί κεῖ­ται. Δη­λα­δή, ὅ­τι αὐ­τοί ὄ­χι μό­νο ἐκ­φρα­στές τῆς Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δέν εἶ­ναι σέ κά­ποι­α ση­μεῖ­α, ἀλ­λά εἶ­ναι ἐκ­φρα­στές τοῦ ἀλ­λο­τρί­ου πνεύ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ο θά ἔ­πρε­πε νά κα­τα­δι­κά­ζε­ται μέ τόν πλέ­ον σα­φῆ τρό­πο. Καί ὄ­χι νά γί­νε­ται εἰ­σή­γη­σις ὑ­πέρ αὐ­τοῦ. Θά γί­νω πιό συγ­κε­κρι­μέ­νος, ὅ­ταν τά ἐ­ρω­τή­μα­τα θά ὁ­δη­γή­σου­νε σ’ αὐ­τό τό θέ­μα.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Σᾶς ἀ­κοῦ­με, κ. Κα­θη­γη­τά, τό­ση ὥ­ρα νά μᾶς μι­λᾶ­τε, καί ἡ σκέ­ψη μας, θέ­λον­τας καί μή, πά­ει ὄ­χι στούς Κα­νό­νες τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά στούς κα­νό­νες τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης. Πῶς παίρ­νον­ται δη­λα­δή οἱ ἀ­πο­φά­σεις, πῶς συ­νε­δριά­ζει τό Συμ­βού­λιο τῶν Ὑ­πουρ­γῶν ἤ τῶν ἡ­γε­τῶν μέ τήν εἰ­δι­κή πλει­ο­ψη­φί­α ἤ τήν ὁ­μο­φω­νί­α -για­τί νο­μί­ζω, ὅ­τι τε­λι­κά αὐ­τό ἀν­τέ­γρα­ψαν στήν οὐ­σί­α. Για­τί ἀν­τί νά πᾶ­με πί­σω καί νά δοῦ­με τί ἔ­κα­ναν οἱ Σύ­νο­δοι τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, πή­γα­με ἕ­να βῆ­μα πιό μπρο­στά. Καί θαρ­ρῶ, πώς ξε­πε­ρά­σα­με καί τό Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό -πά­νω στό θέ­μα τῆς ψη­φο­φο­ρί­ας πού εἴ­πα­τε.
Καί ἀ­πό τή­ν ἄλ­λη, μᾶς εἴ­πα­τε μό­λις τώ­ρα, κ. Κα­θη­γη­τά, ὅ­τι ἡ ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­ναι αὐ­τή ἀ­κρι­βῶς, ὅ­τι ὅ­λοι μας λά­βα­με ἐ­ξί­σου τήν Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­πό τήν ὥ­ρα πού βα­πτι­στή­κα­με καί ὅ­τι ὅ­λοι εἴ­μα­στε φο­ρεῖς αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί μπο­ροῦ­με νά εἴ­μα­στε ἐκ­φρα­στές του. Αὐ­τό μοιά­ζει νά ἀ­γνο­εῖ­ται δυ­στυ­χῶς, τρα­γι­κά, ἀ­πό τούς Ἐ­πι­σκό­πους σή­με­ρα. Καί μά­λι­στα βλέ­που­με στίς ἀ­πο­φά­σεις αὐ­τές, ἔ­τσι πώς δη­μο­σι­εύ­τη­καν, νά ὑ­πάρ­χει καί μί­α δή­λω­ση-το­πο­θέ­τη­ση, ὅ­τι, προ­σέξ­τε, για­τί αὐ­τό πού θά πά­ρει ὡς ἀ­πό­φα­ση ἡ Με­γά­λη καί Ἁ­γί­α Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δέν θά χω­ρᾶ ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἀ­πό κα­νέ­ναν.

Κα­θη­γη­τής: Ναί. Στό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό ἔ­χω ἀ­παν­τή­σει ἤ­δη σέ Ἐ­πί­στο­λή μου, λέ­γον­τας ὅ­τι τό πρᾶγ­μα αὐ­τό δέν πι­στο­ποι­εῖ­ται οὔ­τε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής. Καί δέν εἶ­ναι ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση· εἶ­ναι καί ὁ Ἅ­γιος Μάρ­κος ὁ Εὐ­γε­νι­κός στήν ψευ­δο­σύ­νο­δο τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἐ­κεῖ, πώς ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­δω­σε τήν ἀ­πάν­τη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τόν δι­καί­ω­σε ἡ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α καί ἁ­γί­α­σε σέ σχέ­ση μέ ὅ­λους τούς ἄλ­λους, τόν Αὐ­το­κρά­το­ρα, τόν Πα­τριά­ρχη καί ὅ­λους τούς ἄλ­λους πού συμ­με­τεῖ­χαν, καί οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν τήν ἐ­ξέ­θε­σαν. Ἄ­ρα, ὅ­πως εἶ­πα καί προ­η­γου­μέ­νως, δέν εἶ­ναι θέ­μα ἀ­ριθ­μοῦ, ἀλ­λά εἶ­ναι θέ­μα Ἀ­λη­θεί­ας ἤ μή Ἀ­λη­θεί­ας. Αὐ­τό τό πρᾶγ­μα δέν πρέ­πει νά τό ξε­χνοῦ­με, για­τί μιά ἄλ­λη πα­ρά­με­τρος αὐ­τῆς τῆς ἀ­πει­λῆς, τῆς ἔμ­με­σης ἀ­πει­λῆς, πού εἴ­πα­τε προ­η­γου­μέ­νως καί ὑ­πάρ­χει πράγ­μα­τι στό κεί­με­νο, δέν λαμ­βά­νει ὑ­πό­ψη τό γε­γο­νός, ὅ­τι στήν Ἐκ­κλη­σί­α -καί ὅ­ταν λέ­ω Ἐκ­κλη­σί­α ἐν­νο­ῶ πάν­τα τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α- τά πράγ­μα­τα δέν λει­τουρ­γοῦν πα­πι­κά. Δέν εἶ­ναι ὁ πά­πας ὑ­πε­ρά­νω καί τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὅ­πως ἐ­κεῖ, οὔ­τε φυ­σι­κά ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ἐ­πι­μέ­ρους πά­πας, πού νά το­πο­θε­τη­θεῖ πά­νω ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
Ὅ­μως, τό θέ­μα δέν εἶ­ναι αὐ­τό. Τό θέ­μα εἶ­ναι τί λέ­γει αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, ὅ­ταν συ­νέρ­χε­ται. Καί ἡ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α μᾶς πα­ρα­πέμ­πει καί σέ Λη­στρι­κές Συ­νό­δους. Ἄ­ρα, κρι­τή­ριο στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι, ὅ­τι συ­νῆλ­θε ὅ­λη ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­στω καί μέ τόν ἐ­πι­λε­κτι­κό αὐ­τό τρό­πο. Θά σᾶς ἔ­λε­γα, ὅ­τι θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι θε­ω­ρη­τι­κά καί ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, καί ἕ­νας, δύ­ο, τρεῖς ἤ ἐ­λά­χι­στοι ἀ­πό αὐ­τούς νά λέ­γα­νε κά­τι τό ἀν­τί­θε­το. Δέν ση­μαί­νει, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο πού θά πεῖ ἡ συν­τρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Ἐ­πι­σκό­πων, αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­χέγ­γυ­ο τῆς Ἀ­λη­θεί­ας, καί ὅ­τι θά ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε αὐ­τό νά τό ἀ­πο­δε­χτεῖ τό πλή­ρω­μα. Ὄ­χι, δέν εἶ­ναι ἔ­τσι τά πράγ­μα­τα. Κρι­τή­ριο τῆς Ἀ­λη­θεί­ας εἶ­ναι, ἐ­άν τά λε­γό­με­να αὐ­τά εἶ­ναι «ἑ­πό­με­να τοῖς Ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι».

Με­θο­δο­λο­γί­α

Προ­κει­μέ­νου νά μι­λή­σου­με γιά τήν «νο­μι­μό­τη­τα» τοῦ κύ­ρους αὐ­τῶν τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων, θά ποῦ­με λί­γα πράγ­μα­τα γιά τήν με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ὥ­στε νά δοῦ­με πῶς λει­τούρ­γη­σαν οἱ Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι. Ὅ­σα βλέ­που­με στή με­θο­δο­λο­γί­α αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου, μᾶς πα­ρα­πέμ­πουν σί­γου­ρα στόν πα­πι­σμό. Τό ζη­τού­με­νο εἶ­ναι, ἄν ὅ­σα ἀ­πο­φα­σί­ζον­ται, ἔ­χουν τήν ἀ­να­φο­ρά τους σέ ὅ­σα δι­α­χρο­νι­κά ὑ­πε­στη­ρί­χθη­σαν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι ὀ­φεί­λουν ἀ­πό πλευ­ρᾶς με­θο­δο­λο­γί­ας, γιά νά τό πῶ τώ­ρα, πρῶ­τα νά ἀ­να­φερ­θοῦν σ’ αὐ­τή τήν Ἀ­λή­θεια δι­α­χρο­νι­κά, καί με­τά νά ποῦν αὐ­τό, πού θά ποῦν. Καί ὄ­χι νά θέ­τουν αὐ­θαί­ρε­τα ἕ­να θέ­μα, ὡς νά προ­έ­κυ­ψε διά παρ­θε­νο­γεν­νή­σε­ως γιά πρώ­τη φο­ρά στήν ἱ­στο­ρί­α, τό ὁ­ποῖ­ο δέν ἔ­χει καμ­μί­α σχέ­ση μέ τό πα­ρελ­θόν, γιά τό ὁ­ποῖ­ο μά­λι­στα νά εἶ­ναι κε­κλημ­μέ­νοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, ὡς νῦν Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά ἀ­πο­φαν­θοῦν ἐ­π’ αὐ­τοῦ. Τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση δέν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Θά γί­νω ὅ­μως πιό σα­φής στή συ­νέ­χεια τοῦ λό­γου.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νο­μί­ζω πώς τώ­ρα εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή, κ. Κα­θη­γη­τά, νά ἀ­να­φερ­θοῦ­με λί­γο στά θέ­μα­τα πού πρό­κει­ται νά συ­ζη­τη­θοῦν, ἤ μᾶλ­λον –γιά νά τό ποῦ­με πιό σω­στά- στά θέ­μα­τα πού πρό­κει­ται νά ψη­φι­στοῦν, για­τί μᾶς λέ­νε, ὅ­τι τά θέ­μα­τα αὐ­τά τά ἔ­χουν προ­συ­ζη­τή­σει τίς προ­η­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες, ἔ­χουν κα­τα­στα­λά­ξει σέ κεί­με­να, πού εἶ­ναι κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτά. Ἄ­ρα, ἀ­πο­μέ­νει νά τά ψη­φί­σουν.

Κα­θη­γη­τής: Ναί. Κα­ταρ­χήν νά ποῦ­με, ὅ­τι δέν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι. Δι­ό­τι αὐ­τοί πού τά προ­α­πε­φά­σι­σαν, εἶ­ναι οἱ «δι­ο­ρι­σμέ­νοι» ἀν­τι­πρό­σω­ποι τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Καί λέ­ω «δι­ο­ρι­σμέ­νοι», μέ τήν ἑ­ξῆς νο­η­μα­το­δό­τη­ση: ὅ­τι δέν λει­τούρ­γη­σαν κα­τά συ­νο­δι­κό τρό­πο, ὅ­πως ἁρ­μό­ζει στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Δη­λα­δή νά συ­νέλ­θουν οἱ κα­τά Τό­πους Ἱ­ε­ραρ­χί­ες, νά ἀ­πο­φα­σί­σουν καί νά ἐγ­χει­ρί­σουν στόν ἀν­τι­πρό­σω­πό τους τήν ἀ­πό­φα­ση τῆς Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­π’ αὐ­τοῦ, γιά νά τήν δι­α­κο­μί­σει στήν Προ­συ­νο­δι­κή Δι­ά­σκε­ψη, πού γί­νε­ται ἡ συ­ζή­τη­ση καί με­τά νά φέ­ρει πί­σω τήν ὅ­ποι­α συ­νο­λι­κή ἀ­πό­φα­ση, γιά νά τήν ἀ­πο­τι­μή­σει καί πά­λι ἡ Το­πι­κή Ἱ­ε­ραρ­χί­α, προ­κει­μέ­νου νά δι­α­κο­μι­στεῖ στή συ­νέ­χεια στό συν­το­νι­στι­κό κέν­τρο, πού εἶ­ναι τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο.
Μί­λη­σα γιά «δι­ο­ρι­σμέ­νους» Ἐ­πι­σκό­πους. Θά μοῦ πεῖ­τε, ἐ­κλεγ­μέ­νοι δέν εἶ­ναι ἀ­πό τήν Σύ­νο­δο; Ναί, ἐ­κλεγ­μέ­νοι, ἀλ­λά δέν λει­τουρ­γοῦν μέ­σα στό συ­νο­δι­κό πνεῦ­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Πῆ­γαν δη­λα­δή στήν Ε’ Προ­συ­νο­δι­κή Πα­νορ­θό­δο­ξη Συν­δι­ά­σκε­ψη ἀ­πό 10-17 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ ΄15 στό Σαμ­πε­ζύ τῆς Γε­νεύ­ης, μα­ζί μέ τούς Προ­κα­θη­μέ­νους, καί ὅ­λοι μα­ζί, τρό­πον τι­νά, νο­μι­μο­ποί­η­σαν αὐ­τό, πού εἶ­παν οἱ ἀν­τι­πρό­σω­ποί τους, χω­ρίς ὅ­μως νά ἔ­χουν ἐ­ξου­σι­ο­δό­τη­ση οἱ ἴ­διοι ἀ­πό τίς Ἱ­ε­ραρ­χί­ες τους. Αὐ­τή ἡ μέ­θο­δος θυ­μί­ζει Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό καί θά ἔ­λε­γα καί γε­νι­κώ­τε­ρα, τώ­ρα, ἀ­φο­ρι­στι­κά, ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­ορ­γά­νω­ση ἀ­κο­λού­θη­σε τήν πρα­κτι­κή με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Β΄ Βα­τι­κα­νῆς Συ­νό­δου. Ἄλ­λω­στε, δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο τό γε­γο­νός, ὅ­τι καί ὁ ση­με­ρι­νός πά­πας ἐκ­φρά­στη­κε μέ τά κα­λύ­τε­ρα λό­για καί ἔ­χει τίς κα­λύ­τε­ρες προσ­δο­κί­ες ἀ­πό τήν μέλ­λου­σα αὐ­τή Σύ­νο­δο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Καί ὅ­ταν ἀ­κού­ει κα­λά λό­για ἀ­πό τόν πά­πα ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α, πρέ­πει τό λι­γό­τε­ρο νά προ­βλη­μα­τί­ζε­ται γιά τήν σκο­πι­μό­τη­τα αὐ­τῶν τῶν λό­γων του. Νά ὑ­πάρ­χει του­λά­χι­στον ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους μιά ἐ­πι­φύ­λα­ξη, ὅ­τι μᾶλ­λον δέν πά­ει κα­λά ἡ ὑ­πό­θε­ση αὐ­τή. Για­τί ἄν πά­ει κα­λά καί ὅ­πο­τε πά­ει κα­λά κά­τι ὀρ­θό­δο­ξο, κά­θε ἄλ­λο πα­ρά ἐ­παί­νους εἶ­χε στό πα­ρελ­θόν, καί τό εἴ­δα­με αὐ­τό στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν Φλω­ρεν­τί­α. Μέ ρω­τή­σα­τε ὅ­μως, ποι­ά εἶ­ναι τά θέ­μα­τα, πού ἐ­πι­σή­μως ὁ­ρί­στη­καν ἀ­πό τήν Ε’ Προ­συ­νο­δι­κή Πα­νορ­θό­δο­ξη Δι­ά­σκε­ψη.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Καί νά μᾶς πεῖ­τε κι­ό­λας, κ. Κα­θη­γη­τά, ἄν θά εἶ­ναι μό­νο αὐ­τά τά θέ­μα­τα ἤ ὥ­σπου νά γί­νει ἡ Σύ­νο­δος, θά μποῦν καί ἄλ­λα.

Κα­θη­γη­τής: Ἐ­πι­σή­μως, ὑ­πῆρ­ξε αὐ­τή ἡ με­θο­δο­λο­γί­α τῆς ἡ­με­ρη­σί­ας δι­α­τά­ξε­ως. Ἀλ­λά, σ’ ἕ­να ζων­τα­νό σῶ­μα ὑ­πο­τί­θε­ται, ὅ­τι μπο­ρεῖ νά προ­κύ­ψει κά­τι, τό ὁ­ποῖ­ο νά εἶ­ναι σο­βα­ρό­τα­το ὡς θέ­μα. Π.χ. νά τε­θεῖ κα­τ’ ἀρ­χήν κά­τι πο­λύ λο­γι­κό καί, ἐ­φ’ ὅ­σον γί­νει ἀ­πο­δε­κτό ἀ­πό τήν πλει­ο­ψη­φί­α, μπο­ρεῖ νά συ­ζη­τη­θεῖ. Τό νά ἀ­πο­κλεί­ον­ται ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ὅ­μως σ’ ἕ­να ζων­τα­νό σῶ­μα αὐ­τές οἱ δυ­να­τό­τη­τες, νο­μί­ζω, ὅ­τι δέν θυ­μί­ζει ὀρ­θό­δο­ξη ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Τό πα­ρα­κάμ­πτου­με ὅ­μως αὐ­τό τό θέ­μα καί ἐρ­χό­μα­στε στήν θε­μα­το­λο­γί­α. Αὐ­τά πού δη­μο­σι­ο­ποι­ή­θη­καν ὡς θέ­μα­τα, συ­ζη­τοῦν­ταν συ­στη­μα­τι­κῶς ἐ­δῶ καί πε­νήν­τα πέν­τε χρό­νια, ἀ­πό τό ’61 καί ἑ­ξῆς. Ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τές οἱ προ­συ­νο­δι­κές κ.λπ., καί ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν­ταν αὐ­τά τά θέ­μα­τα καί ὄ­χι μό­νο. Ὑ­πῆρ­χαν καί ἄλ­λα θέ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α δέν ἦρ­θαν σ’ αὐ­τόν τόν κα­τά­λο­γο, ἐ­πει­δή ἀ­πορ­ρί­φθη­καν ἀ­πό τίς Το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες. Ὅ­μως κά­τω ἀ­πό ποι­ούς ὅ­ρους; Πῶς τέ­θη­καν; Πῶς ἔ­φθα­σαν νά γί­νουν ἀ­πο­δε­κτά τε­λι­κῶς τά θέ­μα­τα, πού γνω­ρί­ζου­με; Δέν μᾶς εἶ­ναι γνω­στά τά Πρα­κτι­κά τῶν συ­ζη­τή­σε­ων αὐ­τῶν. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν ἀ­πόρ­ρη­τα. Μοῦ θυ­μί­ζει καί αὐ­τό κά­τι, τό ὁ­ποῖ­ο μό­νον ὀρ­θό­δο­ξο δέν εἶ­ναι. Δέν θέ­λω νά τό σχο­λιά­σω αὐ­τό. Δεί­χνου­νε πάν­τως, ὅ­τι δέν ἀ­κο­λου­θοῦ­νε τήν δι­α­φά­νεια καί τήν κα­θα­ρό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Αὐ­τό, ἁ­πλῶς, γιά νά μᾶς προ­βλη­μα­τί­σει. Τή στιγ­μή αὐ­τήν, δέν θέ­λω νά γί­νω ἐ­γώ ἕ­νας ἀ­ξι­ο­λο­γη­τής καί νά μεμ­φθῶ πρό­σω­πα καί πράγ­μα­τα, ἀλ­λά ἡ αὐ­το­γνω­σί­α δέν θά μᾶς κά­νει κα­κό. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὅ­ταν δέν ἀ­κο­λου­θεῖ­ται αὐ­τή ἡ δι­α­φά­νεια, γεν­νῶν­ται ἐ­ρω­τή­μα­τα. Για­τί ἀ­κο­λου­θεῖ­ται αὐ­τή ἡ με­θο­δο­λο­γί­α, ὅ­ταν μά­λι­στα εἶ­ναι γνω­στό, ὅ­τι ἐ­φαρ­μό­ζε­ται στήν πρά­ξη ἀ­πό κο­σμι­κούς φο­ρεῖς ἤ ἀ­πό θρη­σκευ­τι­κούς πα­ρά­γον­τες, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός, ἀλ­λά μέ κο­σμι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό;

Θέ­μα­τα τῆς Συ­νό­δου

Τό πρῶ­το ἀ­πό τά θέ­μα­τα αὐ­τά εἶ­ναι «τό Αὐ­τό­νο­μο καί ὁ τρό­πος ἀ­να­κη­ρύ­ξε­ώς του».
Ἕ­να ἄλ­λο εἶ­ναι «τό Ζή­τη­μα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Δι­α­σπο­ρᾶς».
Ἕ­να τρί­το θέ­μα εἶ­ναι οἱ «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον». Καί αὐ­τό εἶ­χε ἄλ­λες πε­ρί­ερ­γες δι­α­τυ­πώ­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­δει­χναν τόν πραγ­μα­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό του καί γιά λό­γους εὐ­νο­ή­τους, δη­λα­δή γιά νά μή προ­κα­λοῦν του­λά­χι­στον οἱ δι­α­τυ­πώ­σεις ἐ­ξω­τε­ρι­κά, ἦρ­θε τε­λι­κά σέ αὐ­τή τήν μορ­φή, ἐ­νῶ τό πε­ρι­ε­χό­με­νο, ὅ­πως θά δοῦ­με στήν συ­νέ­χεια, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τό ξέ­νο, τό ἀλ­λό­τριο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας μας.
Ἕ­να τέ­ταρ­το θέ­μα εἶ­ναι «ἡ Ἀ­πο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἐν τῷ συγ­χρό­νῳ κό­σμῳ». Εἶ­ναι ἕ­να κοι­νω­νι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα, θά λέ­γα­με, θέ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Τό θέ­μα τῆς Νη­στεί­ας

Ἕ­να πέμ­πτο θέ­μα εἶ­ναι «ἡ Σπου­δαι­ό­της τῆς νη­στεί­ας καί ἡ τή­ρη­σις αὐ­τῆς σή­με­ρον», ἕ­να πε­ρί­ερ­γο θέ­μα, θά ἔ­λε­γα. Για­τί, ποι­ός ἀμ­φι­σβη­τεῖ τήν σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς νη­στεί­ας καί τήν τή­ρη­σή της σή­με­ρα; Μό­νον κά­ποι­οι, οἱ ὁ­ποῖ­οι μᾶλ­λον δέν ἔ­χουν τό φρό­νη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀλ­λά ἔ­χω τήν προ­σω­πι­κή ἄ­πο­ψη, ὅ­τι αὐ­τά εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­τα πράγ­μα­τα καί δέν θά ἔ­πρε­πε νά πά­ρου­με ἀ­πο­φά­σεις γιά τά αὐ­το­νό­η­τα. Ὅ­μως, ἴ­σως δέν εἶ­ναι τό­σο αὐ­το­νό­η­το. Καί φαί­νε­ται αὐ­τό πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­ταν γνω­ρί­ζει κα­νείς, πῶς φτά­σα­με σέ αὐ­τό τό θέ­μα, σέ κά­ποι­ες ἄλ­λες δι­α­τυ­πώ­σεις, σέ κά­ποι­ες ἄλ­λες προ­τά­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες τε­λι­κά ἀ­περ­ρί­φθη­σαν, γιά νά λε­χθεῖ τε­λι­κῶς, σχε­δόν τό αὐ­το­νό­η­το.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νο­μί­ζω, ὅ­τι στό συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα ἡ ἀρ­χι­κή το­πο­θέ­τη­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῆς νη­στεί­ας καί ἔ­φτα­σε στα­δια­κά νά γί­νει ἡ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς νη­στεί­ας.

Κα­θη­γη­τής: Ἔ­τσι. Χαί­ρο­μαι τε­λι­κά πού τό λέ­τε ἐ­σεῖς, για­τί κά­ποι­α πράγ­μα­τα δέν θέ­λω νά τά πῶ, ὡς ἕ­να ση­μεῖ­ο. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη ὅ­μως δη­μι­ουρ­γοῦν­ται εὔ­λο­γα ἐ­ρω­τή­μα­τα. Μά, τί θά μᾶς πεῖ­ ἡ Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος; Ὅ­τι ἡ νη­στεί­α ἦ­ταν ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο ἀ­κό­μη, ὅ­τι ἡ νη­στεί­α κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τόν Χρι­στό ἤ ὅ­τι ὅ­λοι οἱ Κα­νό­νες μι­λοῦν γι’ αὐ­τό; Ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή σή­με­ρα εἶ­ναι γνω­στή. Ἐ­μεῖς οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι ἔ­χου­με τόν οἰ­κο­νό­μο, τόν πνευ­μα­τι­κό μας ὁ­δη­γό, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τά πε­ρί­πτω­ση, ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά, μέ τήν δι­ά­κρι­ση τῶν πνευ­μά­των πού ἔ­χει, θά μᾶς πεῖ τό σω­στό. Τό ἄλ­λο κεῖ­ται ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς. Ἐ­ξ ἀν­τι­κει­μέ­νου ἰ­σχύ­ει γιά ὅ­λους… Ναί, γεν­νῶν­ται ἐ­ρω­τή­μα­τα ἐ­δῶ. Ἔ­τσι, γιά νά ἔ­χου­με θέ­μα­τα ἤ θέ­λου­με νά πε­ρά­σου­με κά­τι ἄλ­λο τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή; Αὐ­τά τά πράγ­μα­τα μό­νο κο­σμι­κά μπο­ρεῖ νά θε­ω­ρή­σει κα­νείς, ὅ­τι θά εἶ­ναι ἐ­πι­τυ­χί­α, ἄν λε­χθεῖ δη­λα­δή κά­τι σέ μιά κα­τεύ­θυν­ση νε­ω­τε­ρι­στι­κή. Θά πέ­σει, τό­τε, ἀ­πό μό­νο του. Καί τό χει­ρό­τε­ρο, φο­βοῦ­μαι, μή­πως ἐ­ξευ­τε­λι­στεῖ ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α μας μέ μί­α λη­στρι­κή Σύ­νο­δο. Μέ μί­α Σύ­νο­δο δη­λα­δή, πού νά μήν ἐκ­φρά­ζει τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α, δι­α­χρο­νι­κά, τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας.

Τό θέ­μα τοῦ Γά­μου

Καί νά τε­λει­ώ­σω μέ ἕ­να ἕ­κτο θέ­μα, πού εἶ­ναι τά κω­λύ­μα­τα τοῦ γά­μου...

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Τοῦ γά­μου τῶν ἱ­ε­ρέ­ων ἤ τοῦ γά­μου γε­νι­κά;

Κα­θη­γη­τής: Ὄ­χι, τοῦ γά­μου γε­νι­κά, πού συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει βέ­βαι­α καί τῶν ἱ­ε­ρέ­ων καί τῶν μο­να­χῶν. Καί ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χει μιά ὁ­λό­κλη­ρη φι­λο­λο­γί­α, πρίν κα­τα­λή­ξου­με ἐ­δῶ. Ἀλ­λά καί πά­λι στήν Ἐ­πι­στο­λή μου κά­νω μί­α κρι­τι­κή γιά κά­ποι­α εἰ­σή­γη­ση, πού ἐ­πι­τρέ­πει, δη­λα­δή κά­νει μιά πρό­τα­ση, νά ἐ­πι­τρέ­πε­ται ὁ μι­κτός γά­μος, ἐ­νό­σω, νω­ρί­τε­ρα τί­θε­ται ὁ Κα­νό­νας, σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι τε­λεί­ως ξε­κά­θα­ρο, ὅ­τι δέν ἱ­ε­ρο­λο­γεῖ­ται ὁ μι­κτός γά­μος. Δη­λα­δή, δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει γά­μος ὀρ­θο­δό­ξου μέ ἑ­τε­ρό­δο­ξο. Καί λέ­ει ἐ­κεῖ κά­ποι­ο «ἀλ­λά», τό ὁ­ποῖ­ο «ἀλ­λά» εἶ­ναι καί προ­σβλη­τι­κό ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῶς, δι­ό­τι ἄν ὁ Κα­νό­νας εἶ­ναι αὐ­τός, τί «ἀλ­λά»; Σέ με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις λέ­ει ἡ πρό­τα­ση, ὅ­ταν δη­λώ­σει ὁ ἑ­τε­ρό­δο­ξος ὅ­τι τά παι­διά του θά βα­πτι­στοῦν καί τά λοι­πά, τό­τε μπο­ρεῖ νά ἱ­ε­ρο­λο­γη­θεῖ αὐ­τός ὁ γά­μος. Κι ἐ­γώ ρω­τῶ, ἔ­τσι, ρη­το­ρι­κά: κι ἄν αὐ­τός ὁ ἑ­τε­ρό­δο­ξος δέν θέ­λει νά κά­νει παι­διά, ἔ­χει νο­μι­μο­ποι­η­θεῖ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά τό μυ­στή­ριο; Ἔ­χει γί­νει δη­λα­δή μυ­στή­ριο εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν; Ἑ­νός ἑ­τε­ρο­δό­ξου; Ἐ­άν δέν κά­νει παι­διά, πα­ρ’ ὅ­τι θέ­λει νά κά­νει, πά­λι, ἐ­νῶ πα­ρα­μέ­νει τό πρό­βλη­μα, αὐ­τός θά ἔ­χει ὡς κοι­νό πα­ρα­νο­μα­στή τήν νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ γά­μου του; Καί αὐ­τό μπο­ρεῖ νά τό λέ­ει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α; Αὐ­τό εἶ­ναι τρίκ. Κι αὐ­τά νο­μί­ζω, ὅ­τι μπο­ροῦν νά τά εἰ­ση­γοῦν­ται δι­κη­γό­ροι. Ὄ­χι ὅ­μως ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α, τήν στιγ­μή κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὡς προ­με­τω­πί­δα τί­θε­ται ὁ Κα­νό­νας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί μά­λι­στα Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.
Ἀλ­λά τό πρό­βλη­μα βρί­σκε­ται καί στό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ Κει­μέ­νου. Δέν εἶ­ναι ἔ­τσι, ἐ­πει­δή τό λέ­ει ἁ­πλῶς ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, ὅ­τι δη­λα­δή δέν εἶ­ναι νο­η­τό, ἀλ­λά τό κα­τα­λα­βαί­νου­με καί θε­ο­λο­γι­κά καί ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά. Ἀ­φοῦ ὁ γά­μος εἶ­ναι εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν, γεν­νᾶ­ται τό ἐ­ρώ­τη­μα: πῶς θά γί­νει αὐ­τή ἡ ἀ­να­φο­ρά στόν Χρι­στό καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­φοῦ αὐ­τός εἶ­ναι ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς ἑ­τε­ρό­δο­ξος; Πῶς μπο­ρεῖ νά εἰ­σέρ­χε­ται δι’ ἄλ­λης ὁ­δοῦ στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί νά γί­νε­ται τό μυ­στή­ριο; Μυ­στή­ρια ἐ­κτός Ἐκ­κλη­σί­ας δέν γί­νον­ται. Ἐν­τός Ἐκ­κλη­σί­ας γί­νον­ται γιά τούς πι­στούς. Δέν γί­νον­ται γιά τούς μή πι­στούς. Δη­λα­δή, ἄν τέ­τοι­α πράγ­μα­τα πε­ρά­σουν, σᾶς λέ­γω, ὅ­τι αὐ­τά τά πράγ­μα­τα δέν μπο­ροῦν νά ἰ­σχύ­σουν στήν πρά­ξη.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Φο­βοῦ­μαι, κ. Κα­θη­γη­τά, ὅ­τι αὐ­τή ἡ δι­α­τύ­πω­ση γί­νε­ται -καί μα­κά­ρι ἐ­γώ νά μήν κα­τα­λα­βαί­νω σω­στά- γιά νά ἀ­μνη­στεύ­σει τήν πρα­κτι­κή, πού εἴ­χα­με μέ­χρι τώ­ρα στόν Δυ­τι­κό Ὀρ­θό­δο­ξο χρι­στι­α­νι­κό κό­σμο.

Κα­θη­γη­τής: Ἔ­τσι. Πο­λύ εὔ­στο­χα τό εἴ­πα­τε αὐ­τό. Δη­λα­δή, αὐ­τή τή στιγ­μή με­τα­ξύ τῶν πι­στῶν γί­νον­ται κά­ποι­α κα­κῶς, ὡς ἔ­κτρο­πα καί γί­νον­ται ἀ­νε­κτά σέ κά­ποι­ο βαθ­μό. Αὐ­τό πράγ­μα­τι συμ­βαί­νει. Δέν μπο­ροῦ­με νά τό ἀρ­νη­θοῦ­με. Ἀλ­λά εἶ­ναι φο­βε­ρό, νά νο­μι­μο­ποι­εῖς αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο δέν εἶ­ναι σω­στό. Εἶ­ναι σάν νά λέ­με, ὅ­τι σ’ ἕ­να γά­μο χρι­στι­α­νι­κό ὑ­πάρ­χει καί μιά παλ­λα­κί­δα, ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή μί­α μοι­χεί­α. Δέν ὑ­πάρ­χουν χρι­στι­α­νι­κοί γά­μοι, πού τούς συμ­βαί­νει αὐ­τό; Ναί, συμ­βαί­νει, ἀλ­λά κα­τά πα­ρέκ­κλι­ση, καί οὐ­σι­α­στι­κά ἀ­κυ­ρώ­νει τό γά­μο μιά τέ­τοι­α πρά­ξη. Νά ἔρ­θου­με, τώ­ρα, νά ποῦ­με ἐ­μεῖς, ὅ­τι ἐ­πει­δή ἡ ἐ­πο­χή μας εἶ­ναι ἔ­τσι κι ἔ­τσι, θά νο­μι­μο­ποι­ή­σου­με αὐ­τό γιά με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις; Ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις πού ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά πα­ρα­βι­ά­ζε­ται ἡ ἐν­το­λή τοῦ Χρι­στοῦ «οὐ μοι­χεύ­σεις» καί «πᾶς ὁ βλέ­πων... ἤ­δη ἐ­μοί­χευ­σε»;
Ἔ­τσι, μέ αὐ­τή τή λο­γι­κή, φτά­σα­με καί στό θέ­μα τῶν ὁ­μο­φυ­λο­φί­λων. Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, ὅ­τι συ­ζη­τή­θη­κε κι αὐ­τό τό θέ­μα. Για­τί εἶ­ναι τε­λεί­ως ξε­κά­θα­ρο τό γε­γο­νός, ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ κά­τι πα­ρά τήν φύ­ση. Ὁ Θε­ός δέν δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ­μο­φυ­λό­φι­λους. Δέν δη­μι­ούρ­γη­σε τρί­το φύ­λο, κα­τά τό κοι­νῶς λε­γό­με­νο. Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν ἔ­χει καμ­μί­α νο­μι­μο­ποί­η­ση θε­σμι­κή αὐ­τό τό πρᾶγ­μα. Ἄλ­λο πρᾶγ­μα εἶ­ναι ἡ συμ­πά­θεια, ἡ βο­ή­θεια τήν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νά πα­ρά­σχει κα­νείς πνευ­μα­τι­κῶς, νά τούς δεῖ ὡς ἀ­σθε­νεῖς, καί στόν γά­μο δη­λα­δή καί σέ ἄλ­λα τέ­τοι­α θέ­μα­τα. Ἀλ­λά αὐ­τό ἤ­δη γί­νε­ται μέ­σω τῶν Κα­νό­νων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δη­λα­δή ἡ θε­ρα­πευ­τι­κή πρό­σβα­ση στόν πνευ­μα­τι­κῶς ἀ­σθε­νῆ. Σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση ὅ­μως νά μή νο­μι­μο­ποι­οῦ­με τήν πε­ρί­πτω­ση τῆς ἀ­σθέ­νειας αὐ­τῆς, ἡ ὁ­ποί­α δέν ἔ­χει βι­ο­λο­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, ἀλ­λά πνευ­μα­τι­κό. Δη­λα­δή, εἶ­ναι δυ­να­τό νά φέ­ρου­με τό πνεῦ­μα τῆς πο­νη­ρί­ας νά συ­ζευ­χθεῖ μέ τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο; Εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δύ­να­το αὐ­τό τό πρᾶγ­μα. Ποι­ά σχέ­ση «Χρι­στοῦ πρός Βε­λί­αρ»; Ποι­ά σχέ­ση «φω­τός πρός σκό­τος;» Μά, γι’ αὐ­τό εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τό φῶς τοῦ κό­σμου, τό ἁ­λά­τι τῆς γῆς... Καί φυ­σι­κά, ὅ­πως λέ­ει εὔ­στο­χα ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, τό ἁ­λά­τι δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιά τά σά­πια, γιά τίς σά­πι­ες τρο­φές, ἀλ­λά γιά τίς ὑ­γι­εῖς. Ὁ νο­ῶν νο­εί­τω.

«Βα­πτι­σμα­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α»

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, ἐν­δέ­χε­ται σ’ αὐ­τήν τήν το­πο­θέ­τη­ση γιά τά κω­λύμ­μα­τα τοῦ γά­μου καί γιά τό πῶς μπο­ροῦν νά γί­νον­ται μι­κτοί γά­μοι, νά ἔ­χου­με ἐμ­μέ­σως ἀλ­λά σα­φῶς τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς «Βα­πτι­σμα­τι­κῆς» πλέ­ον πε­ρί­φη­μης «Θε­ο­λο­γί­ας»; Ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τήν minimumπλή­ρω­ση τῶν προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων, ὅ­τι ἔ­χου­νε βα­πτι­στεῖ ἀ­κό­μα καί οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι;

Κα­θη­γη­τής: Κοι­τᾶξ­τε, ἐ­πει­δή μι­λή­σα­τε γιά minimum, θά σᾶς πῶ ὅ­τι στήν Ἐκ­κλη­σί­α, κυ­ρί­ως στά δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα, τό minimumεἶ­ναι πο­λύ. Δέν εἶ­ναι ὅ­πως εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πό αὐ­τήν. Δη­λα­δή μέ τό νά πεῖς στόν ἄλ­λον, ὅ­τι εἶ­ναι βα­πτι­σμέ­νος, ἔ­χεις πεῖ τό μέ­γι­στο πρᾶγ­μα, δη­λα­δή ὅ­τι αὐ­τός ἔ­χει τήν ὑ­ψί­στη τι­μή νά εἶ­ναι μέ­λος τοῦ μυ­στη­ρια­κοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Δη­λα­δή ἔ­χει μυ­στή­ριο, για­τί μό­νο διά τοῦ μυ­στη­ρί­ου μπο­ρεῖς νά ἐν­τα­χθεῖς ἐ­κεῖ. Ἀ­πό κεῖ καί πέ­ρα ὅ­λα εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­τα. Με­τά, πῶς τόν ἀ­πο­κλεί­εις αὐ­τόν ἀ­πό τήν με­το­χή τοῦ Σώ­μα­τος καί Αἵ­μα­τος; Τό βλέ­που­με στό μυ­στή­ριο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, πῶς τά ἔ­χου­με ἐ­μεῖς στήν Πα­ρά­δο­σή μας συγ­κεν­τρω­μέ­να. Βα­πτί­ζε­σαι, μυ­ρώ­νε­σαι, παίρ­νεις τήν Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί κοι­νω­νεῖς. Ἔ­λη­ξε τό θέ­μα τῆς ζω­ῆς. Ἔ­χεις τήν πλη­ρό­τη­τα τοῦ πράγ­μα­τος. Ἐ­πι­λε­κτι­κά δέν γί­νε­ται στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, νά εἶ­ναι κα­νείς καί νά μήν εἶ­ναι.
Τά ὅ­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι πο­λύ σα­φῆ καί συμ­πί­πτουν τά κα­νο­νι­κά της ὅ­ρια μέ τά χα­ρι­σμα­τι­κά της ὅ­ρια. Δέν μπο­ρεῖ νά ἔ­χει κα­νείς λί­γο Πνεῦ­μα Ἅ­γιο. Πολ­λές φο­ρές, ὅ­ταν κά­νω δι­α­λέ­ξεις, μέ ρω­τοῦν αὐ­τό: Οἱ Δυ­τι­κοί δέν ἔ­χουν λί­γη Χά­ρη; Καί ἀ­παν­τῶ ἐ­γώ, ὅ­τι λί­γη Χά­ρη ἔ­χου­με ἐ­μεῖς, οἱ πι­στοί, κα­τά τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μᾶ. Τό πλή­ρω­μα τῆς Θε­ό­τη­τος σω­μα­τι­κῶς ὑ­πάρ­χει μό­νο στό Χρι­στό. Ἐ­μεῖς «ἐκ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος Αὐ­τοῦ ἐ­λά­βο­μεν...». Αὐ­τό τό λί­γο τῆς Χά­ρι­τος εἶ­ναι τό λί­γο φῶς, πού παίρ­νου­με ἀ­πό τό Χρι­στό, τό ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως εἶ­ναι ἄ­κτι­στο φῶς. Τό ὅ­τι τώ­ρα λέ­γω, ὅ­τι δέν ἔ­χουν τήν Χά­ρη, καί τό λέ­γω ὡς δογ­μα­το­λό­γος με­τά βε­βαι­ό­τη­τος, τό λέ­ω, ἐ­κτός τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των μου, καί ἐ­πί πρα­κτι­κοῦ πε­δί­ου. Οἱ ἴ­διοι οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι δη­λα­δή βε­βαι­ώ­νουν, ὅ­τι ἡ Χά­ρη αὐ­τή, λί­γη ἤ πολ­λή, δέν μέ ἀ­πα­σχο­λεῖ, εἶ­ναι κτι­στή. Οἱ Δυ­τι­κοί λέ­νε ἀ­λή­θεια σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση, γιά τό τί εἶ­ναι αὐ­τό πού ἔ­χουν, δη­λα­δή ὅ­τι εἶ­ναι κτι­στό. Καί τό λέ­νε αὐ­τό ὄ­χι ὡς ἔ­τυ­χε, ἀλ­λά δογ­μα­τι­κά δι­α­τυ­πω­μέ­νο· πού ση­μαί­νει σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ὅ­τι δέν ἔ­χουν ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἀ­κτί­στου Χά­ρι­τος, δη­λα­δή δέν ἔ­χουν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ μυ­στη­ρί­ου. Για­τί αὐ­τό εἶ­ναι πού μᾶς κά­νει κοι­νω­νούς ἄ­με­σα καί προ­σω­πι­κά μέ τόν Θε­ό, δη­λα­δή μέ τήν ἄ­κτι­στη Θε­ό­τη­τα, τήν ὁ­ποί­α δέν τήν παίρ­νου­με, ἐ­πει­δή εἴ­μα­στε κα­λοί ἤ ἐ­πει­δή κά­νου­με κα­λές πρά­ξεις, ἀλ­λά για­τί με­τέ­χου­με στή ζω­ή τοῦ Θε­οῦ μέ μυ­στη­ρια­κό τρό­πο. Καί τό πρῶ­το εἰ­σα­γω­γι­κό μυ­στή­ριο εἶ­ναι τό Βά­πτι­σμα.
Δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­α «Βα­πτι­σμα­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α». Λέ­τε τώ­ρα γιά τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς, ἄν ἔ­χουν βά­πτι­σμα ἤ ὄ­χι. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, θά ποῦ­με, ὅ­τι δέν ἔ­χουν τόν τύ­πο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος. Ἔ­χουν ράν­τι­σμα ἤ ἐ­πί­χυ­ση νε­ροῦ οἱ ἄν­θρω­ποι. Ψε­κα­σμό ἔ­χουν. Δη­λα­δή, δέν ἔ­χουν τήν τρι­πλῆ κα­τά­δυ­ση καί ἀ­νά­δυ­ση, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως μᾶς λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, εἶ­ναι ὁ θά­να­τος, ἡ μαρ­τυ­ρί­α, ἡ ὁ­μο­λο­γί­α ὅ­τι πε­θαί­νου­με ἐ­μεῖς κα­τά τήν ἁ­μαρ­τί­α καί ἀ­νι­στά­με­θα μέ τήν ἀ­να­στη­μέ­νη ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ. Δέν τη­ροῦν, δη­λα­δή, οἱ Δυ­τι­κοί ἀ­κό­μη καί τόν ἐ­ξω­τε­ρι­κό τύ­πο.
Ἡ δέ ἀ­να­φο­ρά στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα εἶ­ναι σέ ἄλ­λο Θε­ό. Τό F­i­l­i­o­q­ue, κα­τά τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, μι­λῶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά αὐ­τή τή στιγ­μή, εἶ­ναι κα­τα­τε­θει­μέ­νο στήν πί­στη τῶν Δυ­τι­κῶν. Τό F­i­l­i­o­q­ueἀ­κυ­ρώ­νει τόν ἄ­κτι­στο χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί κα­θί­στα­ται κτίσμα. Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν θέ­λω νά τό ἀ­να­λύ­σω αὐ­τό πε­ρισ­σό­τε­ρο, για­τί δέν εἶ­ναι τοῦ πα­ρόν­τος. Ἤ­δη ἔ­χου­νε εἰ­σά­γει τό κτι­στό μέ­σα στό ἄ­κτι­στο. Ἄλ­λω­στε, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας οἱ Δυ­τι­κοί, ὅ­τι ἡ Χά­ρη τοῦ Βα­πτί­σμα­τος εἶ­ναι κτι­στή, πά­λι τό ἴ­διο πρᾶγ­μα κά­νουν, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀν­τι­φα­τι­κό. Ὑ­πο­στη­ρί­ζουν, ὅ­τι ἐ­ξέρ­χε­ται ἀ­πό μιά ἄ­κτι­στη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κτι­στή ἐ­νέρ­γεια. Για­τί ἡ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι κά­τι, πού ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μᾶς μό­νο· εἶ­ναι κα­θε­αυ­τήν φυ­σι­κή ἐ­νέρ­γεια τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ.
Πῶς λοι­πόν νά δε­χτοῦ­με τήν «Βα­πτι­σμα­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α»; Γιά πα­ρά­δειγ­μα, κα­θέ­νας πού πι­στεύ­ει σ’ ἕ­να Θε­ό, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο λέ­ει, ὅ­τι εἶ­ναι τρί­α πρό­σω­πα, δέν ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι καί Ὀρ­θό­δο­ξος. Οὔ­τε κα­θέ­νας, πού μι­μεῖ­ται με­ρι­κῶς τό μυ­στή­ριο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με, ὅ­τι τε­λεῖ ἕ­να μυ­στή­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἐ­κτός Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἀ­πο­δέ­χε­ται ὅ­λες τίς ἄλ­λες αἱ­ρε­τι­κές ἀ­πο­κλί­σεις, τά ἄλ­λα δόγ­μα­τα δη­λα­δή, πού τόν ἀ­πο­κό­πτουν οὕ­τως ἤ ἄλ­λως ἀ­πό Αὐ­τήν. Δέν γί­νον­ται αὐ­τά. Για­τί; Για­τί στά μυ­στή­ρια τε­λε­τουρ­γός εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ὡς Αὐ­το­α­λή­θεια. Ὅ­ταν ἐ­σύ κό­πτεις κά­τι ἀ­πό τήν Ἀ­λή­θεια, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­πε­ρί­τμη­τος κα­θ’ ἑ­αυ­τήν, εἶ­σαι ἐ­κτός τῆς Ἀ­λη­θεί­ας καί κα­τά συ­νέ­πεια ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί αὐ­τό δέν τό λέ­ω ἐ­γώ, τό λέ­νε τά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Κά­θε αἱ­ρε­τι­κός αὐ­τό τό πρᾶγ­μα ἔ­κα­νε.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νο­μί­ζω, κ. Κα­θη­γη­τά, ὅ­τι ἀρ­κε­τές πλη­ρο­φο­ρί­ες πή­ρα­με σή­με­ρα, ἀλ­λά ἔ­χου­με ἀ­φή­σει πά­ρα πολ­λά ση­μαν­τι­κά στοι­χεῖ­α, πού πρέ­πει νά τά κου­βεν­τι­ά­σου­με, για­τί εἶ­μαι σί­γου­ρος, ὅ­τι τά ἐ­ρω­τή­μα­τα εἶ­ναι ἀ­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ εἰ­σα­γω­γή σή­με­ρα. Καί θά σᾶς πα­ρα­κα­λέ­σου­με νά μᾶς κά­νε­τε αὐ­τήν τήν τι­μή, ἀλ­λά καί τήν με­γά­λη χά­ρη, νά συ­νε­χί­σου­με αὐ­τήν τήν συ­ζή­τη­ση πρός χά­ριν ὅ­λων μας.

Κα­θη­γη­τής: Νο­μί­ζω, ὅ­τι δέν εἶ­ναι χά­ρη, ἀλ­λά ὑ­πο­χρέ­ω­ση, για­τί ἀ­φή­σα­με πά­ρα πολ­λά πράγ­μα­τα χω­ρίς ἀ­παν­τή­σεις. Καί εἶ­ναι εὔ­λο­γο, νά ἀ­να­μέ­νε­ται αὐ­τό ἀ­πό τό κοι­νό, τοῦ ὁ­ποί­ου μᾶλ­λον ἀ­νοί­ξα­με τήν ὄ­ρε­ξη.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Σᾶς εὐ­χα­ρι­στοῦ­με.



ΔΕΥ­ΤΕ­ΡΟ ΜΕ­ΡΟΣ
(25-2-2016)

Εἰ­σα­γω­γι­κά γιά τά θέ­μα­τα τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς λέ­γα­με καί στήν προ­η­γού­με­νη ρα­δι­ο­φω­νι­κή μας συ­νάν­τη­ση, ἀ­νοί­ξα­με τήν ὄ­ρε­ξη τοῦ κοι­νοῦ. Καί πο­λύ κα­λά κά­να­με, θε­ω­ρῶ, για­τί εἶ­ναι πολ­λά τά ἐ­ρω­τή­μα­τα καί πο­λύ με­γά­λο τό ἐν­δι­α­φέ­ρον. Για­τί μέ­χρι στιγ­μῆς, ὅ­λοι ζού­σα­με στό ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι. Ἐ­μεῖς προ­σπα­θοῦ­με, λοι­πόν, μέ αὐ­τήν τήν εὐ­και­ρί­α πού μᾶς δί­νε­τε ἐ­σεῖς, ν’ ἀ­νά­ψου­με μι­κρές σπί­θες. Καί μα­κά­ρι αὐ­τές οἱ μι­κρές σπί­θες νά μᾶς φω­τί­σουν μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί νά λάμ­ψει στό τέ­λος ἡ ἀ­λή­θεια, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως μᾶς λέ­γα­τε στήν προ­η­γού­με­νη ρα­δι­ο­φω­νι­κή μας συ­νάν­τη­ση, εἶ­ναι πάν­το­τε ἡ πλει­ο­ψη­φοῦ­σα, για­τί εἶ­ναι ἡ Ὑ­πο­στα­τι­κή Ἀ­λή­θεια, εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός μας.
Μι­λᾶ­με λοι­πόν γιά τή Μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Κά­να­με ἀρ­κε­τές ἀ­να­φο­ρές στήν προ­η­γού­με­νη ρα­δι­ο­φω­νι­κή μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α γιά τή Σύ­νο­δο αὐ­τή, γιά τό πῶς προ­έ­κυ­ψε, τί θά συ­ζη­τή­σει, ποι­ά εἶ­ναι τά θέ­μα­τά της. Κι ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς εἴ­χα­με στα­μα­τή­σει. Στά θέ­μα­τα πού πρό­κει­ται νά συ­ζη­τη­θοῦν. Ἦ­ταν ἕ­ξι αὐ­τά τά θέ­μα­τα, ὅ­πως μᾶς εἴ­πα­τε: α) Τό Αὐ­τό­νο­μο καί ὁ τρό­πος ἀ­να­κη­ρύ­ξε­ώς του, β) Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πό χρι­στι­α­νι­κό κό­σμο, γ) Ἡ ἀ­πο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας στό σύγ­χρο­νο κό­σμο, δ) Ἡ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς Νη­στεί­ας καί ἡ τή­ρη­σή της σή­με­ρα, ε) Τά κω­λύ­μα­τα τοῦ Γά­μου καί στ) Τό ζή­τη­μα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Δι­α­σπο­ρᾶς. Αὐ­τά λοι­πόν εἶ­ναι τά συμ­φω­νη­μέ­να θέ­μα­τα, πού πρό­κει­ται νά συ­ζη­τη­θοῦν ἔ­τι πε­ραι­τέ­ρω καί νά ψη­φι­σθοῦν.

Σχέ­ση τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου
μέ τίς προ­η­γού­με­νες Οἰ­κου­με­νι­κές

Ὅ­μως αὐ­τό, πού μᾶς μέ­νει, καί πού οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, ἀ­πό τό λί­γο πού μπο­ρεῖ νά ἔ­χουν ἀ­σχο­λη­θεῖ, γνω­ρί­ζουν, εἶ­ναι ὅ­τι πάν­το­τε, ὅ­ταν συ­νερ­χό­ταν μιά Με­γά­λη Σύ­νο­δος, κα­λοῦν­ταν, ὅ­πως μᾶς λέ­γα­τε καί σεῖς στήν προ­η­γού­με­νη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μας, νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ὅ­λες τίς προ­η­γού­με­νες­Συ­νό­δους, γιά νά μπο­ρέ­σει στή συ­νέ­χεια νά προ­χω­ρή­σει ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα. Αὐ­τή λοι­πόν ἡ Σύ­νο­δος, ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει, θά μπο­ροῦ­σε νά κα­το­νο­μά­σει μέ κά­θε ἀ­κρί­βεια καί νά ἀ­πο­δε­χθεῖ τήν πί­στη τῶν προ­η­γού­με­νων Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων; Καί ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ὀ­φεί­λει νά κα­το­χυ­ρώ­σει τόν πα­νορ­θό­δο­ξο χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς πί­στε­ώς μας, ὅ­πως αὐ­τός ἐκ­φρά­στη­κε σ’ αὐ­τές πού ὀ­νο­μά­ζον­ται σή­με­ρα -ἔ­στω καί ἀ­νε­πι­σή­μως – ὀ­γδό­η καί ἐ­νά­τη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας;

Κα­θη­γη­τής: Εἶ­ναι πο­λύ ὡ­ραῖ­ες οἱ ἐ­ρω­τή­σεις σας καί εὐ­χα­ρί­στως θά ἀ­παν­τή­σω. Ἄν ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη αὐ­τή Σύ­νο­δος ἔρ­θει πραγ­μα­τι­κά, ἔ­στω καί μέ αὐ­τή τή σύν­θε­ση, τήν ὁ­ποί­α κρι­τι­κά­ρα­με προ­η­γου­μέ­νως, νά δι­εκ­δι­κή­σει, δί­και­α ὅ­μως, τόν τί­τλο τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου, θά πρέ­πει νά κά­νει καί τά δύ­ο αὐ­τά πράγ­μα­τα, στά ὁ­ποῖ­α ἀ­να­φερ­θή­κα­τε. Θά πρέ­πει δη­λα­δή προ­η­γου­μέ­νως νά φα­νεῖ στήν πρά­ξη –κι αὐ­τό θά κρι­θεῖ ἀ­πό τίς ἀ­πο­φά­σεις της - σύμ­φω­νη ἀ­πο­λύ­τως μέ τίς προ­η­γού­με­νες Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Κά­τι, πού ση­μαί­νει στήν πρά­ξη, ὅ­τι θά πρέ­πει νά ἀ­να­φερ­θεῖ μί­α πρός μί­α στίς Συ­νό­δους αὐ­τές καί στό τί ἔ­χουν ἀ­πο­φα­σί­σει, καί νά δεί­ξει τήν κα­τά­φα­σή της σ’ αὐ­τές τίς ἀ­πο­φά­σεις καί νά κα­τα­κυ­ρώ­σει στή συ­νέ­χεια καί θε­σμι­κά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Πί­στη, πού ἐ­ξέ­φρα­σε οὕ­τως ἤ ἄλ­λως ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 879-80 ἐ­πί Με­γά­λου Φω­τί­ου. Πρέ­πει νά ποῦ­με, ὅ­τι ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή, ἐ­πι­σή­μως, μέ τήν πα­ρου­σί­α καί τῶν Δυ­τι­κῶν Ἐ­πι­σκό­πων, κα­τα­δί­κα­σε ἀ­πε­ρί­φρα­στα τό f­i­l­i­o­q­ue. Ἀλ­λά αὐ­τό τό κα­τα­δί­κα­σε καί ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 1351, ἡ ὁ­ποί­α δι­καί­ω­σε τόν ἡ­συ­χα­σμό καί τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πε­ρα­μύν­θη­κε τοῦ ἀ­κτί­στου χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ θεί­ου Φω­τός καί τῆς θε­ο­ποι­οῦ Χά­ρι­τος, γιά τήν ὁ­ποί­α μι­λή­σα­με προ­η­γου­μέ­νως, καί τῆς ὁ­ποί­ας τόν χα­ρα­κτῆ­ρα ἀμ­φι­σβη­τοῦν συ­νο­δι­κῶς οἱ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί μέ ἀ­πό­φα­ση τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.
Δη­λα­δή, γιά νά μι­λή­σου­με πιό ἁ­πλά. Δέν γί­νε­ται ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή νά εἶ­ναι καί νά θέ­λει νά εἶ­ναι Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη ἔ­τσι αὐ­τό­νο­μα, ἐ­πει­δή ἔ­τσι αὐ­το­ο­νο­μά­στη­κε. Θά πρέ­πει νά δι­και­ώ­σει τό ὄ­νο­μά της, πι­στο­ποι­ών­τας αὐ­τήν τήν ταυ­τό­τη­τά της μέ τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, ἀλ­λά καί μέ ἐ­κεῖ­νες, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν Οἰ­κου­με­νι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, Πα­νορ­θό­δο­ξο. Καί λέ­γω μέ ἔμ­φα­ση, ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει σή­με­ρα οὔ­τε μί­α Το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε ἕ­νας Ἐ­πί­σκο­πος -ἐ­γώ του­λά­χι­στον που­θε­νά δέν τό ἄ­κου­σα αὐ­τό ἀ­νά τήν Οἰ­κου­μέ­νη- πού νά ἀμ­φι­σβη­τεῖ τίς ἀ­πο­φά­σεις αὐ­τές τοῦ 879-80 ἐ­πί Με­γά­λου Φω­τί­ου, πού ἀ­φο­ροῦν τό f­i­l­i­o­q­ue, ἤ τίς ἀ­πο­φά­σεις, πού ἔ­λα­βε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πό τό 1341-51. Καί κυ­ρί­ως ἡ τε­λευ­ταί­α αὐ­τή Σύ­νο­δος ἔ­δω­σε θε­σμι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς ἀ­λή­θειας, πού βί­ω­νε ὁ Ἡ­συ­χα­σμός τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη, ἡ ὁ­ποί­α βε­βαί­ως ἀ­λή­θεια ἐ­βι­οῦ­το καί στό πα­ρελ­θόν καί βι­οῦ­ται καί σή­με­ρα. Κα­τά συ­νέ­πεια, θά κά­νει κά­τι τό αὐ­το­νό­η­το, ὅ­ταν τήν ἐ­πι­κυ­ρώ­σει. Δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­γνο­ή­σει τίς Συ­νό­δους αὐ­τές, για­τί, ἄν τίς ἀ­γνο­ή­σει, γεν­νᾶ­ται τό ἐ­ρώ­τη­μα, μή­πως δέν τίς ἀ­πο­δέ­χε­ται, ὡς πρός τήν πί­στη. Ἄν ἀ­να­φερ­θεῖ στήν πί­στη καί αὐ­τῶν τῶν Συ­νό­δων, οἱ ὁ­ποῖ­ες ση­μά­δε­ψαν τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῶν νε­ω­τέ­ρων χρό­νων, δη­λα­δή με­τά τίς γνω­στές ἑ­πτά Οἰ­κου­με­νι­κές, θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με, ὅ­τι καί μέ αὐ­τή τήν προ­βλη­μα­τι­κή της σύν­θε­ση ἐ­ξέ­φρα­σε τήν συ­νεί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δι­α­χρο­νι­κά.





«Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας
πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον»

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Αὐ­τό θά ἦ­ταν πο­λύ πα­ρή­γο­ρο γιά ὅ­λους μας καί ἐν­δε­χο­μέ­νως θά ἔ­παυ­αν καί πολ­λά ἄλ­λα ἐ­ρω­τή­μα­τα, προ­βλη­μα­τι­κοί συλ­λο­γι­σμοί, ἀλ­λά καί κρι­τι­κή, πού δέ­χε­ται αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος. Νά ἐ­πα­νέλ­θου­με, λοι­πόν, ἀ­κρι­βῶς στά θέ­μα­τα αὐ­τῆς τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου. Μί­α Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος, μᾶς τό το­νί­ζε­τε ἰ­δι­αι­τέ­ρως, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, πού δι­εκ­δι­κεῖ τόν χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου, δη­λα­δή τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς, δέν θά πρέ­πει νά ἀ­σχο­λη­θεῖ καί μέ κά­ποι­ο σο­βα­ρό θέ­μα τῆς πί­στε­ώς μας; Για­τί ἀ­πό τά θέ­μα­τα αὐ­τά πού ἔ­χου­με, ποι­ό θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με, ὅ­τι εἶ­ναι τό σο­βα­ρό θέ­μα τῆς πί­στε­ώς μας; Ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ο δογ­μα­τι­κό πρό­βλη­μα στά θέ­μα­τα, πού τέ­θη­καν στή Σύ­νο­δο, ἡ ὁ­ποί­α πρό­κει­ται νά συ­νέλ­θει;

Κα­θη­γη­τής: Ναί, ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ο δογ­μα­τι­κό ζή­τη­μα καί αὐ­τό τί­θε­ται στό θέ­μα, πού ἔ­χει τί­τλο: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον». Ἐ­δῶ, τί­θε­ται ἕ­να κα­τε­ξο­χήν δογ­μα­τι­κό θέ­μα, πού ἔ­χει ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Ἀ­να­φέ­ρε­ται, δη­λα­δή, στήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στό τί εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α κα­θε­αυ­τήν. Καί στό θέ­μα αὐ­τό, εἰ­δι­κῶς, ἀ­να­φέρ­θη­κα ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα στήν πρώ­τη μου Ἐ­πι­στο­λή, πρός τήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, μέ κοι­νο­ποί­η­σή της σέ ὅ­λους τούς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς τῆς χώ­ρας, μέ τήν ἡ­με­ρο­μη­νί­α 3/2/16, δη­λα­δή πρίν ἀ­πό λί­γες μέ­ρες, ἡ ὁ­ποί­α δη­μο­σι­ο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πό κά­ποι­ους καί στό δι­α­δί­κτυ­ο. Τήν Ἐ­πι­στο­λή μου αὐ­τή τήν ἔ­χω μπρο­στά μου καί μπο­ρῶ νά σᾶς δι­α­βά­σω τά κύ­ρια ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά μου καί τήν τε­λι­κή ἀ­πο­τί­μη­σή μου, πού εἶ­ναι νά ἀ­πο­συρ­θεῖ πλή­ρως τό κεί­με­νο αὐ­τό, ἐ­πει­δή εἰ­ση­γεῖ­ται τήν θε­σμι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νο­μί­ζω, ὅ­τι ἀ­ξί­ζει νά μᾶς τό δι­α­βά­σε­τε. Θά ἐν­δι­έ­φε­ρε πά­ρα πο­λύ, για­τί ὄν­τως ἔ­χουν προ­κλη­θεῖ καί οἱ πρῶ­τες ἀν­τι­δρά­σεις ἀ­κρι­βῶς σ’ αὐ­τό τό κεί­με­νο, πού πά­σχει ἀ­πό δογ­μα­τι­κῆς ἀ­πό­ψε­ως.

Κα­θη­γη­τής: Ναί. Καί τά σχό­λια καί οἱ ἀν­τι­δρά­σεις, στίς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­φέ­ρε­σθε, πρέ­πει νά σᾶς πῶ, ὅ­τι ἔ­φτα­σαν καί στά δι­κά μου αὐ­τιά, εὐ­ή­χως. Δη­λα­δή, ἐ­κτι­μή­θη­κε θε­τι­κά αὐ­τή ἡ πα­ρέμ­βα­ση. Συγ­κε­κρι­μέ­να, γρά­φω στήν Ἐ­πι­στο­λή αὐ­τή, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως εἶ­πα, δη­μο­σι­ο­ποι­ή­θη­κε, ὁ­πό­τε δέν ἀ­πο­τε­λεῖ κά­τι τό ἀ­πόρ­ρη­το:«Τό κεί­με­νο αὐ­τό», γρά­φω, «ἐμ­φα­νί­ζει κα­τά συρ­ρο­ή τήν θε­ο­λο­γι­κή ἀ­συ­νέ­πεια, ἀλ­λά καί τήν ἀν­τί­φα­ση.Ἔ­τσι, στό ἄρ­θρο 1 δι­α­κη­ρύσ­σει τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, θε­ω­ρών­τας αὐ­τήν –πο­λύ σω­στά– ὡς τήν «Μί­α, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α». Ὅ­μως, στό ἄρ­θρο 6 πα­ρου­σιά­ζει μιά ἀν­τι­φα­τι­κή πρός τό πα­ρα­πά­νω ἄρ­θρο (1) δι­α­τύ­πω­ση. Ση­μει­ώ­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­τι «ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἱ­στο­ρι­κήν ὕ­παρ­ξιν ἄλ­λων Χρι­στι­α­νι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν μή εὑ­ρι­σκο­μέ­νων ἐν κοι­νω­νί­ᾳ με­τ’ αὐ­τῆς». Στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, τό κεί­με­νο ὑ­παι­νίσ­σε­ται τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς καί τήν παν­σπερ­μί­α τῶν Προ­τε­σταν­τῶν.
«Ἐ­δῶ γεν­νᾶ­ται τό εὔ­λο­γο θε­ο­λο­γι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Ἄν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι «ΜΙΑ», κα­τά τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως καί τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας (Ἄρ­θρο 1), τό­τε, πῶς γί­νε­ται λό­γος γιά ἄλ­λες Χρι­στι­α­νι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες; Εἶ­ναι προ­φα­νές, ὅ­τι αὐ­τές οἱ ἄλ­λες Ἐκ­κλη­σί­ες εἶ­ναι ἑ­τε­ρό­δο­ξες». Ἡ λέ­ξη ‘‘ἑ­τε­ρό­δο­ξο­ς’’ εἶ­ναι μί­α κομ­ψή, εὐ­γε­νι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ ‘‘αἱ­ρε­τι­κό­ς’’. Για­τί, ἑ­τέ­ρα δό­ξα γιά τόν Θε­ό εἶ­ναι ἡ αἵ­ρε­ση.
«Οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξες ὅ­μως «ἐκ­κλη­σί­ες» δέν μπο­ροῦν νά κα­το­νο­μά­ζον­ται κα­θό­λου ὡς «ἐκ­κλη­σί­ες» ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, ἐ­πει­δή δογ­μα­τι­κῶς θε­ω­ρού­με­να τά πράγ­μα­τα, δέν μπο­ρεῖ νά γί­νε­ται λό­γος γιά πολ­λό­τη­τα «ἐκ­κλη­σι­ῶν», μέ δι­α­φο­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα καί μά­λι­στα σέ πολ­λά θε­ο­λο­γι­κά θέ­μα­τα. Κα­τά συ­νέ­πεια, ἐ­νό­σω οἱ «ἐκ­κλη­σί­ες» αὐ­τές πα­ρα­μέ­νουν ἀ­με­τα­κί­νη­τες στίς κα­κο­δο­ξί­ες τῆς πί­στε­ώς τους, δέν εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά ὀρ­θό νά τούς ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα –καί μά­λι­στα θε­σμι­κά– ἐ­κτός τῆς «Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας».
Στό ἴ­διο ἄρ­θρο (6) ὑ­πάρ­χει καί δεύ­τε­ρη σο­βα­ρή θε­ο­λο­γι­κή ἀν­τί­φα­ση. Στήν ἀρ­χή τοῦ ἄρ­θρου αὐ­τοῦ ση­μει­ώ­νε­ται τό ἑ­ξῆς: «Κα­τά τήν ὀν­το­λο­γι­κήν φύ­σιν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ ἑ­νό­της αὐ­τῆς εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά δι­α­τα­ρα­χθῇ». Στό τέ­λος, ὅ­μως, τοῦ ἴ­διου ἄρ­θρου γρά­φε­ται, ὅ­τι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μέ τήν συμ­με­το­χή της στήν Οἰ­κου­με­νι­κή Κί­νη­ση ἔ­χει ὡς «ἀν­τι­κει­με­νι­κόν σκο­πόν τήν προ­λεί­αν­σιν τῆς ὁ­δοῦ τῆς ὁ­δη­γού­σης πρός τήν ἑ­νό­τη­τα».
Ἐ­δῶ, τί­θε­ται τό ἐ­ρώ­τη­μα: Ἐ­φό­σον ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι δε­δο­μέ­νη, τό­τε τί εἴ­δους ἑ­νό­τη­τα Ἐκ­κλη­σι­ῶν ἀ­να­ζη­τεῖ­ται στό πλαί­σιο τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς Κι­νή­σε­ως; Μή­πως ὑ­πο­νο­εῖ­ται ἡ ἐ­πι­στρο­φή τῶν Δυ­τι­κῶν χρι­στια­νῶν στή ΜΙΑ καί μό­νη Ἐκ­κλη­σί­α; Κά­τι τέ­τοι­ο, ὅ­μως, δέν δι­α­φαί­νε­ται ἀ­πό τό γράμ­μα καί τό πνεῦ­μα σύ­νο­λου τοῦ Κει­μέ­νου. Ἀν­τί­θε­τα, μά­λι­στα, δί­νε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει δε­δο­μέ­νη δι­αί­ρε­ση στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί οἱ προ­ο­πτι­κές τῶν δι­α­λε­γο­μέ­νων ἀ­πο­βλέ­πουν στήν δι­α­σπα­σθεῖ­σα ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Θε­ο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση προ­κα­λεῖ μέ τήν ἀ­σά­φειά του καί τό ἄρ­θρο 20, τό ὁ­ποῖ­ο λέ­γει: «Αἱ προ­ο­πτι­καί τῶν θε­ο­λο­γι­κῶν δι­α­λό­γων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας με­τά τῶν ἄλ­λων χρι­στι­α­νι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται πάν­το­τε ἐ­πί τῇ βά­σει τῶν κα­νο­νι­κῶν κρι­τη­ρί­ων τῆς ἤ­δη δι­α­μορ­φω­μέ­νης ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως (κα­νό­νες 7 τῆς Β΄ καί 95 τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων)­».
Ὅ­μως, οἱ Κα­νό­νες 7 τῆς Β΄ καί 95 τῆς Πεν­θέ­κτης κά­νουν λό­γο γιά τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων αἱ­ρε­τι­κῶν, πού ἐκ­δη­λώ­νουν ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά προ­σχώ­ρη­ση στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀλ­λά, ἀ­πό τό γράμ­μα καί τό πνεῦ­μα τοῦ θε­ο­λο­γι­κῶς κρι­νο­μέ­νου κει­μέ­νου ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε, ὅ­τι δέν γί­νε­ται κα­θό­λου λό­γος γιά ἐ­πι­στρο­φή τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων στήν Ὀρ­θό­δο­ξη καί μό­νη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀν­τί­θε­τα, στό κεί­με­νο θε­ω­ρεῖ­ται τό Βά­πτι­σμα τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων ἐκ προ­οι­μί­ου –καί χω­ρίς Πα­νορ­θό­δο­ξη ἐ­π’ αὐ­τοῦ ἀ­πό­φα­ση– ὡς δε­δο­μέ­νο. Μέ ἄλ­λα λό­για, τό Κεί­με­νο υἱ­ο­θε­τεῖ τήν «βα­πτι­σμα­τι­κή θε­ο­λο­γί­α». Ταυ­τό­χρο­να, ἀ­γνο­εῖ­ται σκο­πί­μως τό ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ὅ­τι οἱ σύγ­χρο­νοι ἑ­τε­ρό­δο­ξοι τῆς Δύ­σε­ως (Ρ/λι­κοί καί Προ­τε­στάν­τες) ἔ­χουν ὄ­χι ἕ­να, ἀλ­λά σω­ρεί­α δογ­μά­των, πού δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται ἀ­πό τήν πί­στη τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας (ἐ­κτός τοῦ f­i­l­i­o­q­ue, κτι­στή Χά­ρη τῶν μυ­στη­ρί­ων, πρω­τεῖ­ο, ἀ­λά­θη­το, ἄρ­νη­ση τῶν εἰ­κό­νων καί τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων κ.ἄ.­).
Εὔ­λο­γα ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά ἐ­γεί­ρει καί τό ἄρ­θρο 21, ὅ­που ση­μει­ώ­νε­ται, ὅ­τι «ἡ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­α.­.. ἐ­κτι­μᾶ θε­τι­κῶς τά ὑ­π’ αὐ­τῆς (ἐνν. τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς «Πί­στις καί Τά­ξις») ἐκ­δο­θέν­τα θε­ο­λο­γι­κά κεί­με­να.­.. διά τήν προ­σέγ­γι­σιν τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν». Ἐ­δῶ, θά πρέ­πει νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ὅ­τι τά Κεί­με­να αὐ­τά δέν κρί­θη­καν ἀ­πό τίς Ἱ­ε­ραρ­χί­ες τῶν Το­πι­κῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν». Αὐ­τό εἶ­ναι θε­με­λια­κό, δι­ό­τι ἀ­κυ­ρώ­νει στήν οὐ­σί­α τό Συ­νο­δι­κό Σύ­στη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Τά Κοι­νά Κεί­με­να τοῦ Π.Σ.Ε.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἀ­να­φέ­ρε­σθε στά Κεί­με­να πού ἦ­ταν στούς Δι­α­λό­γους τοῦ Π.Σ.Ε.

Κα­θη­γη­τής: Ἀ­κρι­βῶς. Τά Κεί­με­να αὐ­τά εἶ­ναι με­τέ­ω­ρα. Τά δι­α­χει­ρί­ζον­ταν κά­ποι­οι ἀν­τι­πρό­σω­ποι, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­παν τίς ἀ­πό­ψεις τους, ὑ­πέ­γρα­ψαν τά Κεί­με­να ἐξ ὀ­νό­μα­τος τῶν Το­πι­κῶν βέ­βαι­α Ἐκ­κλη­σι­ῶν, πλήν ὅ­μως οἱ Ἱ­ε­ραρ­χί­ες τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν αὐ­τῶν δέν εἶ­χαν ἰ­δέ­α, ποι­ές ἦ­ταν οἱ ἀ­πο­φά­σεις, πού πάρ­θη­καν μέ τίς ὑ­πο­γρα­φές τῶν ἀν­τι­προ­σώ­πων τους. Καί σᾶς τό λέ­ω αὐ­τό, ἐ­πει­δή ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σα πολ­λές φο­ρές, ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το γιά τέ­τοι­α Κεί­με­να, μέ τούς Ἐ­πι­σκό­πους τῆς Ἑλ­λά­δος. Καί αὐ­τοί δέν ἐ­γνώ­ρι­ζαν κἄν τήν προ­βλη­μα­τι­κή τῶν συ­ζη­του­μέ­νων θε­μά­των.
Ἀ­κού­γον­ται αὐ­τά πο­λύ πα­ρά­δο­ξα σή­με­ρα, σέ μιά ἐ­πο­χή τῆς πλη­ρο­φό­ρη­σης. Ἀλ­λά καί αὐ­τοί οἱ ἴ­διοι οἱ ἀν­τι­πρό­σω­ποι ἐ­νο­χλή­θη­καν πο­λύ, ὅ­ταν δη­μο­σι­ο­ποι­ή­θη­καν τά Κεί­με­να, ἐ­πει­δή δη­μο­σι­ο­ποι­ή­θη­καν οἱ ὑ­πο­γρα­φές τους. Αὐ­τοί οἱ ἀν­τι­πρό­σω­ποι εἶ­παν καί ἔ­κα­ναν πράγ­μα­τα τε­λεί­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτα ἐξ ἐ­πό­ψε­ως Ὀρ­θο­δό­ξου αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας. Θε­ω­ρή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­φε­λῶς, ἀ­πό πολ­λούς Ἐ­πι­σκό­πους μας, ὅ­τι αὐ­τά γί­νον­ται στό πλαί­σιο τῶν κοι­νω­νι­κῶν, δι­πλω­μα­τι­κῶν καί ἄλ­λων σχέ­σε­ων, καί νό­μι­σαν, ὅ­τι ἔ­τσι θά δι­αι­ω­νί­ζον­ται συ­νε­χῶς.
Νά, τώ­ρα ὅ­μως, πού ἦρ­θαν στό πιά­το μας. Εἶ­ναι ἀ­πο­φά­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­γρά­φη­καν στό πα­ρελ­θόν μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο. Ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λες ἀ­πο­φά­σεις, καί χει­ρό­τε­ρες ἀ­πό αὐ­τές, πού ἔ­χουν παρ­θεῖ στό πλαί­σιο τοῦ Π.Σ.Ε., πού κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­τε­λῶς ὡς ἀ­πό­ψεις καί τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­φοῦ ἔ­χει τίς ὑ­πο­γρα­φές κά­ποι­ων Ἐ­πι­σκό­πων της, πλήν ὅ­μως εἶ­ναι κα­θα­ρά αἱ­ρε­τι­κές, για­τί δέν ἐκ­φρά­ζουν τήν Ὀρ­θό­δο­ξη αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α. Δέν τέ­θη­καν ἐ­πί τά­πη­τος, δέν ἦρ­θαν πρός συ­ζή­τη­ση στίς Το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες. Καί αὐ­τό δέν ἔ­γι­νε μό­νο, ἐ­πει­δή τό Ὀρ­γα­νω­τι­κό Κέν­τρο δέν τίς ἔ­φε­ρε. Εἶ­ναι καί εὐ­θύ­νη, δέν μέμ­φο­μαι, λέ­ω τά πράγ­μα­τα ἐ­δῶ ὅ­πως εἶ­ναι, τῶν Το­πι­κῶν μας Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ἱ­ε­ραρ­χῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν ἀ­παί­τη­σαν, ὡς ὄ­φει­λαν, τήν συ­ζή­τη­ση ἐ­π’ αὐ­τῶν καί τήν ἀ­πό­φαν­σή τους θε­τι­κῶς ἤ ἀρ­νη­τι­κῶς. Δέν θά πῶ, τί ἔ­πρε­πε νά ἀ­πο­φα­σί­σουν, ἀλ­λά τί ἔ­πρε­πε θε­σμι­κῶς, ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῶς νά πρά­ξουν. Για­τί ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Ἐ­πι­σκό­που εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νη ἀρ­ρή­κτως μέ τή συ­νο­δι­κό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει χρι­στο­λο­γι­κό καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα.

Εἶ­ναι δε­σμευ­τι­κά αὐ­τά τά Κεί­με­να;

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, πά­νω σέ αὐ­τό πού μᾶς λέ­τε, αὐ­τά τά Κεί­με­να, ἔ­τσι ὅ­πως υἱ­ο­θε­τή­θη­καν ἤ μᾶλ­λον ὅ­πως ὑ­πο­γρά­φη­καν, για­τί δέν υἱ­ο­θε­τή­θη­καν τε­λι­κά, ἀ­φοῦ δέν συ­ζη­τή­θη­καν, εἶ­ναι δε­σμευ­τι­κά γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α;

Κα­θη­γη­τής: Πο­λύ ὡ­ραῖ­ο τό ἐ­ρώ­τη­μά σας. Δι­α­βά­ζον­τας κα­νείς Κεί­με­να, πού κυ­κλο­φο­ροῦν στόν λε­γό­με­νο οἰ­κου­με­νι­κό χῶ­ρο, ἀ­πό τούς οἰ­κου­με­νι­στές ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἐκ­πλήσ­σε­ται μέ μᾶς τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, για­τί δέν κά­νου­με τίς ἀ­να­με­νό­με­νες ἀ­πό αὐ­τούς προ­ό­δους -μέ ἀρ­νη­τι­κό πρό­ση­μο βε­βαί­ως ἐ­δῶ οἱ πρό­ο­δοι- μέ βά­ση τίς ὑ­πο­γρα­φές, πού ἔ­χου­με βά­λει. Καί θε­ω­ρού­με­θα ἀ­να­κό­λου­θοι, ἐ­πει­δή οἱ Ἐκ­κλη­σί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες ἐκ­προ­σω­ποῦν οἱ ἐν λό­γω ἐκ­πρό­σω­ποι, δέν εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νες νά προ­χω­ρή­σουν πρός αὐ­τήν τήν κα­τεύ­θυν­ση. Γι’ αὐ­τό καί πι­έ­ζον­ται ἀ­πό πολ­λές δυ­νά­μεις, ἀ­κό­μη καί κο­σμι­κές. Καί τό ἐκ­πλη­κτι­κό εἶ­ναι, ὅ­τι ἡ συν­τρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων πι­στῶν δέν γνω­ρί­ζει κἄν αὐ­τές τίς ἀ­πο­φά­σεις ἤ δέν θέ­λη­σε νά τίς συ­ζη­τή­σει, ὑ­πο­τι­μών­τας αὐ­τήν τήν πρα­κτι­κή, τήν ὁ­ποί­α βέ­βαι­α υἱ­ο­θέ­τη­σε τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καί μέ βά­ση αὐ­τήν προ­ω­θεῖ αὐ­τά τά Κεί­με­να. Οἱ ἴ­δι­ες οἱ Το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες νό­μι­σαν, ὅ­τι μπο­ροῦν νά ἀ­δι­α­φο­ροῦν, ἀ­φοῦ δέν τούς ἀγ­γί­ζουν ἀ­κό­μη οἱ ὑ­πο­τι­θέ­με­νες γι’ αὐ­τούς δε­σμεύ­σεις.
Ὅ­μως, δέν εἶ­ναι ἔ­τσι τά πράγ­μα­τα. Κά­πο­τε θά μᾶς ζη­τη­θεῖ ἡ εὐ­θύ­νη γιά τήν ὑ­πο­γρα­φή τῶν ἀν­τι­προ­σώ­πων μας. Βε­βαί­ως, τό κυ­ρί­αρ­χο σῶ­μα πα­ρα­μέ­νει πάν­το­τε ἡ Ἱ­ε­ραρ­χί­α καί μπο­ρεῖ, ὅ­ταν ἀ­σχο­λη­θεῖ, καί ὀ­φεί­λει νά ἀ­σχο­λη­θεῖ τό συν­το­μό­τε­ρο, νά πεῖ τήν ἀ­πο­ψή της καί νά τήν στεί­λει στό Συν­το­νι­στι­κό Κέν­τρο, πού εἶ­ναι τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, γιά νά ὑ­πάρ­χει μέ τόν τρό­πο αὐ­τό μί­α ἀ­πό­φα­ση, ἡ ὁ­ποί­α νά ἐκ­προ­σω­πεῖ τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Θά σᾶς πῶ ἕ­να ἁ­πλό πα­ρά­δειγ­μα ἐ­δῶ, ἔ­τσι γιά νά γί­νου­με πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νοι: Τό 1993, στό B­a­l­a­m­a­ndτοῦ Λι­βά­νου, ἔ­γι­νε ἕ­να κεί­με­νο. Τό κεί­με­νο αὐ­τό κα­τ’ ἀρ­χήν εἶ­ναι ἐ­παί­σχυν­το.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Τό πρῶ­το πού ἐ­πέ­βα­λε το­μές.

Κα­θη­γη­τής: Ναί, ἦ­ταν τό χει­ρό­τε­ρο Κεί­με­νο πού μπο­ροῦ­σε νά ὑ­πάρ­ξει, για­τί δί­νει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα καί νο­μι­μό­τη­τα στά μυ­στή­ρια τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν, τά ὁ­ποῖ­α θε­ω­ρεῖ ἰ­σό­τι­μα μέ τά δι­κά μας. Τό μό­νο πού δι­α­φέ­ρει δη­λα­δή ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­πό τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς, εἶ­ναι ἡ ἐλ­λειμ­μα­τι­κή της αὐ­τή Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α, πού ἀ­φο­ρᾶ τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ Πά­πα. Ὅ­λα τά ἄλ­λα εἶ­ναι κοι­νά. Ὅ­μως αὐ­τό κυ­κλο­φο­ρεῖ εὐ­ρέ­ως διά τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, ὅ­τι εἶ­ναι φρό­νη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Καί αὐ­τό πι­στο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό τίς ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ Πά­πα καί τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τριά­ρχου, μέ τίς συμ­προ­σευ­χές πού κά­νουν· για­τί ἔ­τσι νο­μι­μο­ποι­οῦν­ται, νο­μί­ζουν δη­λα­δή πώς νο­μι­μο­ποι­οῦν­ται, αὐ­τές οἱ ἐ­νέρ­γει­ές τους. Ὅ­μως, δέν λαμ­βά­νε­ται ὑ­π’­ό­ψη, ἐ­πει­δή δέν γνω­ρί­ζουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πώς ἕ­ξι Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες δέν πῆ­ραν μέ­ρος στή σύ­να­ξη αὐ­τή, στήν ἀ­πό­φα­ση αὐ­τή. Αὐ­τές εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος, τῆς Σερ­βί­ας, τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, τῆς Γε­ωρ­γί­ας, τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καί τῆς Τσε­χί­ας. Ἀλ­λά, καί μί­α νά μήν ἔ­παιρ­νε μέ­ρος, μέ βά­ση τόν Κα­νο­νι­σμό αὐ­τό, θά ἔ­φτα­νε νά τήν ἀ­κυ­ρώ­σει. Πα­ρά τό γε­γο­νός, ὅ­τι ὄ­χι μό­νο δέν πα­ρέ­στη­σαν, ἀλ­λά ἄ­σκη­σαν καί κρι­τι­κή. Θυ­μᾶ­μαι πώς τό­τε ἐκ­πρό­σω­πος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἦ­ταν ὁ μα­κα­ρι­στός κα­θη­γη­τής π. Ἰ­ω­άν­νης Ρω­μα­νί­δης καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος δέν θέ­λη­σε νά ἀν­τι­προ­σω­πευ­θεῖ, ἐ­ξαι­τί­ας ἀ­κρι­βῶς τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου αὐ­τοῦ τοῦ Κει­μέ­νου.
Τό­τε, λοι­πόν, ἐ­γρά­φη­σαν κρι­τι­κές καί ἀ­πορ­ρί­φθη­καν οὐ­σι­α­στι­κά αὐ­τές οἱ θέ­σεις ἀ­πό τήν γρη­γο­ροῦ­σα συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μι­λά­ω γιά τήν Ἑλ­λά­δα, ὅ­που γνω­ρί­ζω, ὅ­τι ἔ­τσι ἔ­γι­ναν τά πάγ­μα­τα. Τε­λι­κά ὅ­μως κυ­κλο­φο­ροῦν, σάν νά εἶ­ναι ἕ­να Κοι­νό Κεί­με­νο, πού ὑ­πε­γρά­φη ἀ­πό ὅ­λες τίς Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες. Δη­λα­δή, γιά νά ποῦ­με τά πράγ­μα­τα μέ τό ὄ­νο­μά τους -για­τί ὑ­πάρ­χει πα­ρα­πλη­ρο­φό­ρη­ση ἐ­σκεμ­μέ­νη καί με­θο­δευ­μέ­νη. Τά λέ­με, τά λέ­με, τά λέ­με αὐ­τά, πού δέν εἶ­ναι σω­στά, γιά νά πι­στευ­θοῦν μέ τήν ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­μέ­νη σκέ­ψη, ὅ­τι, ἀ­φοῦ κυ­κλο­φο­ροῦν τό­σο πο­λύ, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Βέ­βαι­α, αὐ­τή εἶ­ναι μιά με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Νέ­ας Τά­ξης Πραγ­μά­των, ἀλ­λά πρέ­πει νά γνω­ρί­ζου­με τί γί­νε­ται στό σπί­τι μας· καί τό σπί­τι μας εἶ­ναι αὐ­τό. Κά­ποι­οι, χω­ρίς ἐ­μᾶς, καί μή θε­ω­ρη­θεῖ αὐ­τό προ­τε­σταν­τι­κό, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, ἀ­πο­φα­σί­ζουν γιά μᾶς. Ἀ­πο­φα­σί­σθη­καν αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, μέ τά ὁ­ποῖ­α δέν συμ­φω­νοῦ­με, δέν ἐ­ρω­τη­θή­κα­με, καί ὅ­μως πρα­κτι­κά προ­χω­ροῦν, ὡς ἐ­άν νά ἤ­μα­σταν σύμ­φω­νοι.
Αὐ­τά τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι με­τέ­ω­ρα αὐ­τή τήν στιγ­μή. Αὐ­τό θέ­λω νά πῶ σ’ αὐ­τήν τήν ἐκ­πομ­πή. Καί αὐ­τά τά ὑ­πο­τι­μή­σα­με, για­τί ὁ προ­σα­να­το­λι­σμός μας εὐ­ρύ­τε­ρα, ὡς πι­στῶν, εἶ­ναι κο­σμι­κός, ἀ­σχο­λού­μα­στε μέ τά βι­ο­τι­κά, ἔ­χου­με τόν σκο­τα­σμό μας κ.τ.λ. καί δέν δί­νου­με τή ση­μα­σί­α πού πρέ­πει σ’ αὐ­τά. Ἔρ­χον­ται, ὅ­μως, καί θά ἔρ­χον­ται στό πιά­το μας, για­τί ἐ­ξήγ­γει­λε ἡ πα­ροῦ­σα Σύ­νο­δος, ὅ­τι ἡ θε­μα­το­λο­γί­α της πρός τό πα­ρόν εἶ­ναι αὐ­τή, ἀλ­λά ἐ­πι­φυ­λάσ­σε­ται στή συ­νέ­χεια νά κά­νει καί ἄλ­λες τέ­τοι­ες Ἅ­γι­ες καί Με­γά­λες Συ­νό­δους, γιά νά φέ­ρει καί τά ὑ­πό­λοι­πα θέ­μα­τα, πού εἶ­ναι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να. Ἄ­ρα, τά πράγ­μα­τα μᾶς λέ­γον­ται ξε­κά­θα­ρα αὐ­τή τή στιγ­μή. Θά ἔρ­θουν ἐ­κεῖ­να, στά ὁ­ποῖ­α βά­λα­νε κά­ποι­οι ὑ­πο­γρα­φές, ἀλ­λά θά ἔρ­θουν κι ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α κά­ποι­οι δέν τά ὑ­πο­γρά­ψα­νε. Δέν ξέ­ρω μέ ποι­όν τρό­πο. Μπο­ρεῖ νά ἀ­γνο­η­θεῖ τό γε­γο­νός, ὅ­τι δέν τά ἔ­χουν ὑ­πο­γρά­ψει ὅ­λοι, ἀλ­λά θά ἔρ­θουν αὐ­τά τά θέ­μα­τα. Ἑ­πο­μέ­νως, δέν μπο­ροῦ­με νά τά πα­ρα­βλέ­που­με αὐ­τά ἤ νά μήν λέ­με τήν ἱ­στο­ρί­α τους καί νά τά ὡ­ραι­ο­ποι­οῦ­με.
Κοι­τάξ­τε, εἶ­ναι ἐκ­πλη­κτι­κό πώς ἡ ἴ­δια ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή καί ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ἀλ­λά καί οἱ Εὐ­αγ­γε­λι­στές δέν ὡ­ραι­ο­ποι­οῦν πο­τέ τήν ἀ­λή­θεια. Βλέ­πε­τε, οἱ Εὐ­αγ­γε­λι­στές μι­λοῦ­νε εἰς βά­ρος τῶν Ἀ­πο­στό­λων, γιά τίς ἀ­συ­νέ­πει­ες καί τά λά­θη τους. Καί οἱ ἁ­μαρ­τί­ες κά­ποι­ων ἀν­θρώ­πων λέ­γον­ται μέ τό ὄ­νο­μά τους. Ἄ­ρα, δέν ὑ­πάρ­χει ὡ­ραι­ο­ποί­η­ση. Ἡ ὡ­ραι­ό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἄ­κτι­στη καί εἶ­ναι τέ­τοι­α, πού δέν φο­βᾶ­ται τήν ἀ­λή­θεια. Ἑ­πο­μέ­νως, σ’ αὐ­τήν τήν κα­τεύ­θυν­ση θά πρέ­πει νά κι­νεῖ­ται καί ἡ θε­σμι­κή ἔκ­φρα­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐν τῷ συ­νό­λῳ της.
Θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε, ὅ­μως, νά συμ­πλη­ρώ­σω τήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ Κει­μέ­νου αὐ­τοῦ, ὅ­πως κα­τα­τί­θε­ται στήν Ἐ­πι­στο­λή μου: «Τέ­λος στό ἄρ­θρο 22 δί­νε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει τό ἀ­λά­θη­το τῶν ἀ­πο­φά­σε­ών της», κι αὐ­τό εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο, στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φερ­θή­κα­με λι­γά­κι στήν προ­η­γού­με­νη συ­ζή­τη­ση, «ἐ­πει­δή θε­ω­ρεί ὅ­τι ἡ δι­α­τή­ρη­ση τῆς γνη­σί­ας ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νο διά τοῦ συ­νο­δι­κοῦ συ­στή­μα­τος τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­νέ­κα­θεν διά τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τόν ἁρ­μό­διο καί ἔ­σχα­το κρι­τή πε­ρί τῶν θε­μά­των τῆς πί­στε­ως». Ἐ­δῶ, ἐ­κτός χει­ρο­γρά­φου, νά πῶ, ὅ­τι ὑ­παι­νίσσ­σε­ται σα­φῶς -καί σέ ἕ­να ἄλ­λο ση­μεῖ­ο εἶ­ναι πο­λύ ἐμ­φα­νέ­στε­ρο-, ὅ­τι θά ὑ­πάρ­ξουν κά­ποι­οι πού θε­ω­ροῦν­ται ζη­λω­τές, θά λέ­γα­με φον­τα­μεν­τα­λι­στές, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν θά δε­χθοῦν ἐν­δε­χο­μέ­νως αὐ­τές τίς ἀ­πο­φά­σεις. Κι αὐ­τοί θά πρέ­πει νά προ­σέ­ξουν, για­τί τούς βά­ζει μπρο­στά στήν ἱ­στο­ρι­κή τους εὐ­θύ­νη, ἔ­ναν­τι τῆς ἑ­νό­τη­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Αὐ­τό εἶ­ναι φρι­κα­λέ­ο, ἐξ ἐ­πό­ψε­ως Ὀρ­θο­δό­ξου. Αὐ­τό θά μπο­ροῦ­σε νά τό πεῖ μό­νο ἕ­νας Πά­πας, μό­νον οἱ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί. Δη­λα­δή, προ­δι­κά­ζει τό ἀ­λά­θη­το καί κα­τα­δι­κά­ζει τήν ὅ­ποι­α ἀν­τί­δρα­ση, ἐκ προ­οι­μί­ου. Ἄν, ὅ­μως, αὐ­τή ἡ ἀν­τί­δρα­ση στοι­χεῖ στήν γρη­γο­ροῦ­σα συ­νεί­δη­ση καί εἶ­ναι «ἑ­πό­με­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», ἄν δη­λα­δή αὐ­τή εἶ­ναι ἐ­κεί­νη, πού ἐκ­φρά­ζει τόν ἅ­γιο Μᾶρ­κο τόν Εὐ­γε­νι­κό, θά ποῦ­με, ὅ­τι αὐ­τοί πού τήν ἐκ­φρά­ζουν τί­θεν­ται ἐ­κτός Ἐκ­κλη­σί­ας; Ἤ ὅ­τι δι­α­σα­λεύ­ουν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τήν ὁ­ποί­α ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­τα­νε οἱ λα­τι­νό­φρο­νες; Ἐ­δῶ, φτά­σα­με στήν ἀ­να­τρο­πή τῶν πραγ­μά­των.
Γι’ αὐ­τό, θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νά σᾶς πῶ τήν κρι­τι­κή, πού ἀ­σκῶ ἐ­π’ αὐ­τοῦ τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἄρ­θρου. Στό ἄρ­θρο αὐ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται τό ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ὅ­τι στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­σχα­το κρι­τή­ριο εἶ­ναι ἡ γρη­γο­ροῦ­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α στό πα­ρελ­θόν ἐ­πι­κύ­ρω­σε ἤ θε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές ἀ­κό­μη καί Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Ὅ­ταν δη­λα­δή ἡ δογ­μα­τι­κή αὐ­τή συ­νεί­δη­ση - καί ὅ­ταν λέ­με δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση μπο­ρῶ νά πῶ ὅ­τι εἶ­ναι ἡ συμ­πυ­κνω­μέ­νη πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­ναι δη­λα­δή αὐ­τό τό λει­τουρ­γοῦν μέ­σα μας Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο λά­βα­με, καί αὐ­τή εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή ἰ­σό­τη­τα με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων μέ­σα στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ - ὅ­ταν αὐ­τή, λοι­πόν, εἶ­ναι ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νη, αὐ­τή εἶ­ναι πού μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γιά αὐ­τή τήν συ­νέ­χεια, καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κά τό πι­στο­ποι­οῦ­με καί ἐ­μεῖς ὡς ἐ­πι­στή­μο­νες.
Τό συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα, γιά νά ἐ­πα­νέλ­θω στήν Ἐ­πι­στο­λή, ἀ­πό μό­νο του, δέν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά, θά λέ­γα­με δη­λα­δή μα­γι­κά, τήν ὀρ­θό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αὐ­τό γί­νε­ται μό­νον, ὅ­ταν οἱ συ­νο­δι­κοί Ἐ­πι­σκο­ποι, αὐ­τοί δη­λα­δή πού λαμ­βά­νουν μέ­ρος στήν Σύ­νο­δο, ἔ­χουν μέ­σα τους ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί τήν Ὑ­πο­στα­τι­κή Ὁ­δό, δη­λα­δή τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό. Ὁ­πό­τε ὡς συν-ο­δι­κοί -ὡς αὐ­τοί δη­λα­δή πού πη­γαί­νουν ἐ­πί τῆς ὁ­δοῦ πού εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, μα­ζί μέ τόν Χρι­στό- εἶ­ναι στήν πρά­ξη «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι». Καί αὐ­τό ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται καί ἱ­στο­ρι­κῶς-ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶς.
Καί τώ­ρα νά κά­νω τή γε­νι­κή ἀ­πο­τί­μη­ση τοῦ Κει­μέ­νου: «Μέ ὅ­σα γρά­φον­ται καί ὅ­σα ὑ­πο­νο­οῦν­ται σα­φῶς στό πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εἶ­ναι προ­φα­νές, ὅ­τι οἱ ἐμ­πνευ­στές καί οἱ συν­τά­κτες του ἐ­πι­χει­ροῦν μιά θε­σμι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ-οἰ­κου­με­νι­σμοῦ μέ μιά ἀ­πό­φα­ση Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου. Αὐ­τό ὅ­μως θά ἦ­ταν κα­τα­στρο­φι­κό γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Γι’ αὐ­τό προ­τεί­νω, τα­πει­νῶς, τήν κα­θο­λι­κή ἀ­πό­συρ­σή του». Νο­μί­ζω, ὅ­τι ἐκ­φρά­ζο­μαι μέ πο­λύ ἐ­πι­εί­κεια γιά τήν ἀ­πό­συρ­ση. Θά ἔ­λε­γα, ἔ­ξω ἀ­πό τά δόν­τια, ὅ­τι θά πρέ­πει νά ὑ­πάρ­ξει κα­τα­δί­κη αὐ­τοῦ τοῦ Κει­μέ­νου, ὄ­χι ἁ­πλῶς ἀ­πό­συρ­ση. Ἀλ­λά τό λι­γό­τε­ρο ἀ­πό­συρ­ση. Ὄ­χι ἀ­να­θε­ώ­ρη­σή του. Δέν ἔ­χει κά­τι πού νά μπο­ρεῖ νά ἀ­να­θε­ω­ρη­θεῖ, κα­τά τήν γνώ­μη μου. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι πάν­το­τε στά οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρα τμή­μα­τα αὐ­τοῦ τοῦ Κει­μέ­νου.
Αὐ­τό τό Κεί­με­νο γιά λό­γους δογ­μα­τι­κούς, ἀ­φοῦ ἔρ­χε­ται ὡς θέ­μα, θά πρέ­πει νά κα­τα­δι­κα­στεῖ. Για­τί; Για­τί εἰ­ση­γεῖ­ται τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τῆς συ­νει­δή­σε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς τῆς Μό­νης, Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς, τό ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­δό­ξως ὁ­μο­λο­γεῖ­ται, ἐ­νῶ στήν συ­νέ­χεια ἀ­κυ­ρώ­νε­ται. Αὐ­τό εἶ­ναι, κα­τά τήν γνώ­μη μου, ὁ γνή­σιος Οἰ­κου­με­νι­σμός. Ὅ­λα νά χω­ροῦν. Ἀν­τι­φα­τι­κά πράγ­μα­τα. Δη­λα­δή, σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα μέ τά ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα νά ὑ­πάρ­χου­νε καί νά συ­νυ­πάρ­χουν, ὄ­χι ἁ­πλῶς κα­τά ἀ­νο­χήν, πού οὕ­τως ἤ ἄλ­λως ὑ­πάρ­χουν καί συ­νυ­πάρ­χουν, ἀλ­λά νά θε­ω­ροῦν­ται ἕ­να, μέ νο­μι­μο­ποί­η­ση μιᾶς οὐ­σι­α­στι­κά Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ἀ­φοῦ θά εἶ­ναι Πα­νορ­θό­δο­ξη, Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη. Πρᾶγ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι φρι­κα­λέ­ο καί μό­νο νά τό σκέ­φτε­ται κα­νείς, ὅ­τι δη­λα­δή μπο­ρεῖ νά ἔ­χει αὐ­τό τό πρᾶγ­μα νο­μι­μο­ποί­η­ση. Για­τί, βέ­βαι­α, κά­νει τά πά­νω κά­τω.
Ἐ­δῶ, γιά νά πῶ καί κά­τι αἰ­σι­ό­δο­ξο, μιά καί ἀν­τη­χοῦν αὐ­τά κά­πως ἀ­παι­σι­ό­δο­ξα, δέν πρό­κει­ται εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων νά πε­ρά­σει κά­τι τέ­τοι­ο στήν πρά­ξη. Για­τί τό λέ­ω αὐ­τό; Καί τό λέ­ω μέ ἀ­πό­λυ­το τρό­πο. Για­τί, ἐ­άν πε­ρά­σει αὐ­τό, ἀ­κυ­ρώ­νε­ται ἡ ἴ­δια ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Καί ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός ὡς κε­φα­λή, ἔν­δο­ξη θε­αν­θρώ­πι­νη κε­φα­λή αὐ­τοῦ τοῦ Σώ­μα­τος, μᾶς εἶ­πε, ὅ­τι θά πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως τῆς συν­τε­λεί­ας τοῦ αἰ­ῶ­νος, καί τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας Του θά ὑ­πάρ­χει καί θά Τήν κα­θο­δη­γεῖ εἰς πᾶ­σαν τήν ἀ­λή­θειαν. Ἄ­ρα, ἐκ προ­οι­μί­ου, εἴ­μα­στε αἰ­σι­ό­δο­ξοι ρε­α­λι­στι­κά. Για­τί; Για­τί εἴ­μα­στε «ἑ­πό­με­νοι τοῖς Ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι» καί συν­τασ­σό­μα­στε μέ τό λό­γο τοῦ ἴ­διου τοῦ ἱ­δρυ­τοῦ - Αὐ­τοῦ τοῦ Θε­αν­θρώ­που - τοῦ Σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νο­μί­ζω, κ. Κα­θη­γη­τά, πώς ἱ­στο­ρι­κά αὐ­τό ἔ­χει ἀ­πο­δει­χθεῖ σέ πε­ρι­ό­δους μέ πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες καί πα­ρέ­μει­νε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, ὅ­πως ἦ­ταν, μέ τήν ἑ­νό­τη­τα, πού τώ­ρα προ­σπα­θοῦ­με νά τήν ἀ­να­ζη­τή­σου­με ἤ νά τήν ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρί­σου­με.­..

Κα­θη­γη­τής: Γι’ αὐ­τό καί πρα­κτι­κῶς, μέ­χρι σή­με­ρα, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἔ­χει ἁ­γί­ους· ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νους πρω­τί­στως ἀ­πό αὐ­τήν τήν δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί ἔρ­χε­ται κα­τό­πιν τυ­πι­κῶς ἡ Ἱ­ε­ραρ­χί­α ἐν Συ­νό­δῳ νά ἐ­πι­ση­μο­ποι­ή­σει. Γι’ αὐ­τό ἐ­μεῖς οἱ Ὀρ­θο­δο­ξοι δέν ἁ­γι­ο­ποι­οῦ­με, ἀλ­λά ἁ­γι­ο­κα­τα­τάσ­σου­με ἐ­πι­σή­μως μέ μιά λη­ξι­αρ­χι­κή πρά­ξη αὐ­τό, τό ὁ­ποῖ­ο ἤ­δη ὑ­φί­στα­ται. Πῶς γί­νε­ται ἕ­να βρέ­φος πού γεν­νι­έ­ται καί στήν συ­νέ­χεια ὑ­πάρ­χει γιά τήν πο­λι­τεί­α τυ­πι­κῶς; Οὐ­σι­α­στι­κῶς ὑ­πάρ­χει, οὐ­δείς μπο­ρεῖ νά τό ἀμ­φι­σβη­τή­σει, ἀλ­λά ὀ­φεί­λει νά ὑ­πάρ­χει καί ἡ ἐ­πί­ση­μη λη­ξι­αρ­χι­κή πρά­ξη γιά τήν τυ­πι­κή κα­το­χύ­ρω­ση.

Στά θέ­μα­τα τῆς πί­στε­ως πρέ­πει νά μι­λᾶ­με

Στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας δη­λα­δή δέν ἔ­χου­με πρό­βλη­μα. Δέν παύ­ει νά ὑ­πάρ­χει ὁ Ἅ­γιος, ὡς Ἅ­γιος καί νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δι’ αὐ­τοῦ. Καί αὐ­τό εἶ­ναι τό οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρο μέ­ρος. Ἔ­τσι, γιά νά ξέ­ρου­με τί εἶ­ναι μί­α Σύ­νο­δος, καί τί εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια καί ἡ ζω­ή, καί τό Θε­αν­θρώ­πι­νο αὐ­τό Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γιά νά μήν ἔ­χου­με οὔ­τε πε­ρι­δε­ᾶ συ­νεί­δη­ση, οὔ­τε νά φο­βό­μα­στε. Καί προ­σέξ­τε, ἐ­πει­δή ἔ­χω ἀ­κού­σει ἐκ­φρά­σεις -δέν ξέ­ρω σέ ποι­ά ἔ­κτα­ση κυ­κλο­φο­ροῦν, ἀλ­λά τό ἄ­κου­σα σέ πολ­λά μέ­ρη- νά μήν μι­λοῦν, λέ­νε, οἱ πι­στοί γιά αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, γιά τά ὁ­ποῖ­α τώ­ρα μι­λοῦ­με ἐ­μεῖς, για­τί αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τά­κρι­ση. Σᾶς τό λέ­γω ὡς κα­θη­γη­τής τῆς Δογ­μα­τι­κῆς. Αὐ­τό εἶ­ναι ὐ­πο­χρέ­ω­σή μας καί δέν ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τά­κρι­ση. Τό νά μι­λοῦ­με γιά ἐ­κεῖ­να, πού ἀ­φο­ροῦν τήν ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἄν ἔ­χουν ἄ­με­ση ἀ­να­φο­ρά, ἄν φω­το­γρα­φί­ζουν ἤ κα­το­νο­μά­ζουν πρό­σω­πα, αὐ­τό εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­σή μας. Λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος σέ σχό­λιό του στήν πρός Ἑ­βραί­ους Ἐ­πι­στο­λή: «πεί­θε­σθε τοῖς ἡ­γου­μέ­νοις ὑ­μῶν.­.. ὧν ἀ­να­θε­ω­ροῦν­τες τήν ἔκ­βα­σιν τῆς ἀ­να­στρο­φῆς μι­μεῖ­σθε τήν πί­στιν». Δη­λα­δή, δέν κά­νου­με ἄ­κρι­τα ὑ­πα­κο­ή, ἀλ­λά ἐ­ξε­τά­ζου­με μέ βά­ση αὐ­τήν τήν γρη­γο­ροῦ­σα συ­νεί­δη­ση, ἄν αὐ­τά πού λέ­γον­ται ἀ­πό πρό­σω­πα ἤ καί θε­σμό, ὁ­λό­κλη­ρη Σύ­νο­δο, συ­νά­δουν μ’ αὐ­τά, πού εἶ­πε ὁ Χρι­στός καί δι­α­χρο­νι­κῶς ὑ­πάρ­χουν στήν Ἐκ­κλη­σί­α διά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καί διά τῆς συμ­φω­νί­ας τῶν Πα­τέ­ρων.
Αὐ­τά ὅ­μως, πού μᾶς εἰ­ση­γοῦν­ται οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι οἰ­κου­με­νι­στές, καί τό λέ­γω αὐ­τό με­τά λό­γου γνώ­σε­ως, ὄ­χι μό­νο δέν συμ­φω­νοῦν, ἀλ­λά εἶ­ναι καί ἀν­τί­θε­τα, ὅ­πως οἱ συμ­προ­σευ­χές τους. Οἱ Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι ὁ­ρί­ζουν τήν κα­θαί­ρε­ση καί τόν ἀ­φο­ρι­σμό αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι τά κά­νουν. Δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α, ποι­οί εἶ­ναι αὐ­τοί. Τό ἄν αὐ­τό τό πρᾶγ­μα δέν ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη, εἶ­ναι θέ­μα τυ­πι­κό, ὅ­πως εἶ­πα καί γιά τήν ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξη. Ἀν­τι­στοί­χως, ἰ­σχύ­ει καί ἐ­δῶ τό ἴ­διο πρᾶγ­μα.
Ἄ­ρα, ἡ κα­τά­κρι­ση ἀ­να­φέ­ρε­ται, λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, στό βί­ο. Δέν θά ἀ­σχο­λεῖ­σαι μέ τόν βί­ο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας τοῦ ἄλ­λου, ἄν τυ­χόν αὐ­τός δέν εἶ­ναι κα­θα­ρός κ.τ.λ. Για­τί ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι κα­τά­κρι­ση. Κρι­τής εἶ­ναι μό­νον ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος γνω­ρί­ζει κ.τ.λ. Δέν θά σφε­τε­ρι­στοῦ­με, δη­λα­δή, αὐ­τό τό δι­καί­ω­μα τό μο­να­δι­κό, πού ἔ­χει ὁ Χρι­στός. Γιά τά θέ­μα­τα τῆς πί­στε­ως ὅ­μως ὀ­φεί­λου­με νά μι­λή­σου­με. Καί μά­λι­στα μᾶς τό λέ­ει καί ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός: «ὅ­στις ὁ­μο­λο­γή­σει ἐν ἐ­μοί»· ἄ­ρα, μέ ἐ­νερ­γό τήν πα­ρου­σί­α Του μέ­σα μας, δη­λα­δή ὁ Χρι­στός ὁ­μο­λο­γεῖ τό­τε. Δη­λα­δή, ἐ­άν δέν τό κά­νου­με, δέν ση­μαί­νει ὅ­τι εἴ­μα­στε εὐ­σε­βεῖς, ἐ­πει­δή δέν θέ­λου­με νά μι­λᾶ­με καί δέν θέ­λου­με νά ξέ­ρου­με καί δέν θέ­λου­με νά ἐ­νη­με­ρω­νό­μα­στε γιά αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, ἀλ­λά θά κρι­θοῦ­με, για­τί δέν δί­νου­με τήν πρέ­που­σα ὁ­μο­λο­γί­α. Δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α ἡ θέ­ση τῶν κρι­νο­μέ­νων αὐ­τῶν ἀν­θρώ­πων μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Γιά φαν­τα­στεῖ­τε, μέ αὐ­τήν τήν συλ­λο­γι­στι­κή νά γι­νό­ταν τό ἴ­διο πρᾶγ­μα, ἐ­πει­δή ὁ Ἄ­ρει­ος ἦ­ταν κλη­ρι­κός, ἐ­πει­δή ὁ Νε­στό­ριος ἦ­ταν Πα­τριά­ρχης. Καί πά­ει λέ­γον­τας. Δέν κά­νου­με τί­πο­τε αὐ­θαί­ρε­το, εἶ­ναι νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νο καί ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νο ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό. Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, στόν ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­πέμ­πει καί ὁ ἅ­γιος Χρυ­σό­στο­μος, ἐ­πί­σης λέ­ει: «καί ἐ­γώ ὁ ἴ­διος ἄν ἔρ­θω καί σᾶς πῶ δι­α­φο­ρε­τι­κά ἀ­πό αὐ­τά πού σᾶς εἶ­πα, ἤ καί ἄγ­γε­λος ἐξ οὐ­ρα­νοῦ, ἀ­νά­θε­μα ἔ­στω». Αὐ­τός εἶ­ναι Βι­βλι­κός λό­γος. Δέν χω­ρά­ει σμί­κρυν­ση. Δέν χω­ρά­ει στρογ­γύ­λε­μα, οὔ­τε μπο­ροῦ­με νά τόν δοῦ­με σχε­τι­κῶς. Εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τος.
Ἔ­τσι λοι­πόν, αὐ­τά πού λέ­με, τά λέ­με με­τά λό­γου γνώ­σε­ως. Καί δέν εἶ­ναι φα­να­τι­σμός, αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο λές, νά τό λές εὐ­θαρ­σῶς, ὅ­ταν συμ­βαί­νει νά εἶ­ναι ἡ πί­στη καί ἡ ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀρ­κεῖ νά τό λές τεκ­μη­ρι­ω­μέ­να. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, φον­τα­μεν­τα­λι­σμός καί φα­να­τι­σμός εἶ­ναι ἡ ἰ­δε­ο­λη­ψί­α. Ὅ­ταν ἁ­πλῶς λές μιά ἰ­δε­ο­λο­γί­α, μιά ἄ­πο­ψη ἀ­τεκ­μη­ρί­ω­τα καί χρη­σι­μο­ποι­εῖς μά­λι­στα γιά τήν ἐ­πι­βο­λή της τήν βί­α. Ἐ­μεῖς, προ­φα­νῶς, δέν ἔ­χου­με καμ­μιά σχέ­ση μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο. Εὐ­θαρ­σῶς, βέ­βαι­α, μπο­ρεῖ νά φω­νά­ζου­με κι­ό­λας, ἀλ­λά αὐ­τό δέν ἔ­χει καμ­μί­α σχέ­ση μέ ἐ­γω­ϊ­σμό. Για­τί δέν μι­λοῦ­με γιά μᾶς, μι­λοῦ­με γιά τόν Χρι­στό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί μι­λοῦ­με, ἄν θέ­λε­τε, καί γιά τήν ταυ­τό­τη­τά μας, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἐν Χρι­στῷ.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Εἶ­ναι ἱ­ε­ρή μας ὑ­πο­χρέ­ω­ση λοι­πόν αὐ­τό. Νά μι­λοῦ­με γιά θέ­μα­τα πί­στε­ως. Νά μήν σκύ­βου­με τό κε­φά­λι, οὔ­τε νά μποῦ­με σ’ αὐ­τό τό πνεῦ­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων πολ­λῶν ἐ­τῶν στήν Ἑλ­λά­δα δυ­στυ­χῶς, τοῦ ὠ­χα­δελ­φι­σμοῦ, κι ἐ­γώ τώ­ρα θά πῶ, ἐ­γώ θά κά­νω, εἶ­μαι σέ θέ­ση ἐ­γώ νά ξέ­ρω; Μᾶς εἴ­πα­τε ὅ­μως ἕ­να πο­λύ ὡ­ραῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα μέ τούς ἁ­γί­ους μας. Ὅ­τι πρῶ­τα ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ κό­σμου, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἶ­ναι αὐ­τή πού πι­στο­ποι­εῖ τήν ἁ­γι­ό­τη­τα, καί ἔρ­χε­ται ἀρ­γό­τε­ρα καί ἡ πρά­ξη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἄν ἔρ­θει τε­λι­κά, νά τήν κα­τα­χω­ρή­σει καί ἐ­πι­σή­μως. Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο θέ­μα.

Κα­θη­γη­τής: Ἔ­τσι θά ἔ­πρε­πε νά ἐ­νερ­γή­σει καί ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος, ἄν θέ­λει νά εἶ­ναι Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη.

Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λες «Ἐκ­κλη­σί­ες καί Ὁ­μο­λο­γί­ες»;

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἐν­δε­χο­μέ­νως νά εἶ­ναι ἁ­πλῶς μί­α συ­νέ­λευ­ση αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, ἄν τε­λι­κά γί­νει.­.. Κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, ἀ­να­φερ­θή­κα­με προ­η­γου­μέ­νως, καί νο­μί­ζω ὅ­τι ἀ­ξί­ζει νά τό το­νί­σου­με λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­τι πρέ­πει νά ψά­χνου­με ἀ­κρι­βῶς τίς πη­γές τῶν προ­βλη­μά­των, γιά νά κα­τα­λα­βαί­νου­με λί­γο κα­λύ­τε­ρα, πῶς δη­μι­ουρ­γοῦν­ται τά προ­βλή­μα­τα. Τό Κεί­με­νο αὐ­τό τό προ­βλη­μα­τι­κό, πού τί­θε­ται πρός συ­ζή­τη­ση ἤ πρός ἔγ­κρι­ση στή μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Σύ­νο­δο, ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ «Ἐκ­κλη­σί­ες καί Ὁ­μο­λο­γί­ες». Μι­λᾶ­με γιά μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κή καί ἐ­σφαλ­μέ­νη ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή θε­ώ­ρη­ση ἀ­πό τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Πό­τε, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε γιά πρώ­τη φο­ρά αὐ­τή ἡ ἐ­σφαλ­μέ­νη θε­ώ­ρη­ση στήν ἱ­στο­ρί­α μας;

Κα­θη­γη­τής: Αὐ­τό ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον πράγ­μα­τι ἱ­στο­ρι­κό· νά δεῖ κα­νείς, ὅ­τι δέν ἔ­χου­με μπρο­στά μας κά­τι πού ἦρ­θε διά παρ­θε­νο­γεν­νή­σε­ως. Ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος αἰ­ώ­νας, πού κυ­ο­φό­ρη­σε αὐ­τά τά πράγ­μα­τα. Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται μέ τίς Πα­τρι­αρ­χι­κές Ἐγ­κυ­κλί­ους τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, κα­τά τόν 20ό αἰ­ῶ­να. Συγ­κε­κρι­μέ­να, τό ἔ­τος 1902 ἐκ­δί­δε­ται μιά Ἐγ­κύ­κλιος, τό 1904 ἄλ­λη καί ἡ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τε­ρη εἶ­ναι τό 1920 ἀ­πό τόν Πα­τριά­ρχη Με­λέ­τιο Με­τα­ξά­κη. Τί γί­νε­ται στίς Ἐγ­κυ­κλί­ους αὐ­τές; Οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι, κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο, νο­μι­μο­ποι­οῦν­ται ὡς «ἐκ­κλη­σί­ες» μέ τήν ἔκ­φρα­ση «ἀ­να­δεν­δρά­δες» τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ δέν­δρου. Δη­λα­δή, ὑ­πάρ­χου­με ἐ­μεῖς καί ὑ­πάρ­χουν καί «ἀ­να­δεν­δρά­δες», πού βγαί­νουν ἀ­πό τήν ἴ­δια ρί­ζα. Ἀ­ρα, εἶ­ναι ἀ­πό τό ἴ­διο δέν­δρο. Ἑ­πο­μέ­νως, ἔ­χου­νε νο­μι­μό­τη­τα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ως. Ἔ­τσι, μέ ἔμ­με­σο τρό­πο, εἰ­ση­γοῦν­ται, γιά πρώ­τη φο­ρά, τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν χρι­στια­νῶν τῆς Δύ­σε­ως.

Ὅ­λα εἶ­ναι με­θο­δευ­μέ­να

Δη­λα­δή, αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο λε­γε­ται στό Κεί­με­νο, δέν ἦρ­θε ξαφ­νι­κά. Κυ­ο­φο­ρή­θη­κε ὅ­λο αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα. Με­τά τό 1920 ἔ­χου­με προ­σπά­θει­ες, γιά νά γί­νει αὐ­τή ἡ «Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος» ἀ­πό τούς συγ­κε­κρι­μέ­νους αὐ­τούς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. Στήν συ­νέ­χεια, κα­τε­ξο­χήν ὁ Πα­τριά­ρχης Ἀ­θη­να­γό­ρας ἔ­κα­νε ὅ­λα αὐ­τά τά ἀ­νοίγ­μα­τα πρός αὐ­τήν τήν κα­τεύ­θυν­ση, ἔ­χον­τας αὐ­τή τή συ­νεί­δη­ση. Καί ὁ κα­η­μός ὅ­λος ἤ­τα­νε, νά δώ­σου­με τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα αὐ­τή στούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς καί τούς Προ­τε­στάν­τες. Νά εἶ­ναι νό­μι­μοι. Δέν κα­τορ­θώ­θη­κε ὅ­μως αὐ­τό ἱ­στο­ρι­κά. Ὑ­πῆρ­χε μιά προ­σπά­θεια νά γί­νει ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή τό 1925, γιά νά συμ­πέ­σουν μέ τήν πρώ­τη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, 1600 χρό­νια με­τά, καί στή συ­νέ­χεια τό 1928, τό 1935 νο­μί­ζω, καί δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες, κα­τά δι­α­στή­μα­τα, ἡ­με­ρο­μη­νί­ες. Τε­λι­κῶς, τό πρᾶγ­μα ἔ­φτα­σε ὡς σή­με­ρα, μέ τίς πρω­το­βου­λί­ες, ἐ­ξί­σου καί στήν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς κα­τεύ­θυν­ση τοῦ Πα­τριά­ρχου Ἀ­θη­να­γό­ρα, τοῦ νῦν Πα­τριά­ρχου Βαρ­θο­λο­μαί­ου, μέ τίς ἴ­δι­ες με­θό­δους, μέ κα­τά πό­δας, θά ἔ­λε­γα, ἀν­τι­γρα­φή αὐ­τῆς τῆς με­θο­δο­λο­γί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δέν ἔ­χει νά κά­νει τί­πο­τε μέ τήν Ὀρ­θό­δο­ξη δι­α­φα­νῆ πρα­κτι­κή.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νά ποῦ­με κά­τι, γιά νά βο­η­θή­σου­με λί­γο τό ἀ­κρο­α­τή­ριο καί ὅ­λους μας. Εἴ­πα­τε, ὅ­τι ξε­κί­νη­σε μέ κά­ποι­ες Ἐγ­κυ­κλί­ους. Πού ση­μαί­νει, ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να Κεί­με­νο, πού στέλ­νει ὁ Οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τριά­ρχης, ἄς ποῦ­με, στίς ἄλ­λες Ἐκ­κλη­σί­ες.

Κα­θη­γη­τής: Πρός ἐ­νη­μέ­ρω­ση.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Πρός ἐ­νη­μέ­ρω­ση.­.. καί δι­α­βού­λευ­ση.­..ποι­ός ξέ­ρει.­..

Κα­θη­γη­τής: .­..Ζύ­μω­ση στίς συ­νει­δή­σεις.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἄ­ρα, οὔ­τε αὐ­τό ἦ­ταν δε­σμευ­τι­κό Κεί­με­νο οὔ­τε ἦ­ταν κά­τι ὡς ἀ­πό­λυ­τα δογ­μα­τι­κό, πού θά ’­πρε­πε νά τό ἀ­κο­λου­θή­σουν.

Κα­θη­γη­τής: Δογ­μα­τι­κό εἶ­ναι τό πε­ρι­ε­χό­με­νο, δι­ό­τι ἀ­να­φέ­ρε­ται στό χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά δέν ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κό, ὑ­πό τήν ἔν­νοι­α ὅ­τι δέν συ­ζη­τή­θη­κε, δέν υἱ­ο­θε­τή­θη­κε, πα­ρά μό­νον μέ ἕ­ναν πλά­γιο τρό­πο ἔ­γι­νε μιά πρα­κτι­κή ἐκ μέ­ρους τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, τήν ὁ­ποί­α σύν­το­μα ἀ­κο­λού­θη­σαν καί τά ἄλ­λα Πα­τρι­αρ­χεῖ­α. Εἶ­ναι αὐ­τή ἡ ἀν­τί­λη­ψη, ἡ ὁ­ποί­α λέ­ει, ἐ­μεῖς θά τό κά­νου­με πρά­ξη καί με­τά θά ἔρ­θει ἡ ἱ­στο­ρί­α μέ­σα ἀ­πό συγ­κε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα, γιά νά νο­μι­μο­ποι­ή­σει καί θε­σμι­κά αὐ­τό, τό ὁ­ποῖ­ο ἤ­δη τρέ­χει ὡς ζω­ή τώ­ρα ἐ­δῶ. Αὐ­τό, ὅ­μως, δέν ἔ­χει καμ­μιά νο­μι­μό­τη­τα, ἐξ ἐ­πό­ψε­ως Ὀρ­θο­δό­ξου. Ἡ νο­μι­μό­τη­τα ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σα ἀ­πό τήν συ­νο­δι­κό­τη­τα, τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή δη­λα­δή αὐ­τή λει­τουρ­γί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί ὅ­λα αὐ­τά, τά ὁ­ποῖ­α μέ­χρι τώ­ρα ἦ­ταν ἄ­τυ­πα, δη­λα­δή οὐ­σι­α­στι­κά με­τέ­ω­ρα, ἔρ­χον­ται τώ­ρα νά νο­μι­μο­ποι­η­θοῦν. Αὐ­τό, ὅ­μως, κά­νει τά πράγ­μα­τα πο­λύ σο­βα­ρά. Για­τί, θά μοῦ πεῖ­τε, ἄν ἡ ἀ­πό­φα­ση τῆς Συ­νό­δου εἶ­ναι ἐ­σφαλ­μέ­νη; Θά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μί­α κα­τά­στα­ση, ἡ ὁ­ποί­α θά εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρη ἀ­πό αὐ­τήν πού ὑ­πάρ­χει αὐ­τή τή στιγ­μή, ἄν δέν εἶ­ναι στή σω­στή κα­τεύ­θυν­ση. Γι’ αὐ­τό, θε­ω­ρῶ κι ἐ­γώ σκό­πι­μο ἐκ μέ­ρους μου νά ἀν­τα­πο­κρι­θῶ σ’ αὐ­τό τό προ­σκλη­τή­ριο, πού μοῦ κά­να­τε, προ­κει­μέ­νου νά δώ­σω αὐ­τή τή συ­νέν­τευ­ξη, ἐ­πει­δή τό θέ­μα εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρό. Βε­βαί­ως, ἔ­χει καί πολ­λές ἄλ­λες πτυ­χές καί δέν εἶ­μαι ἐ­κεῖ­νος, πού δι­εκ­δι­κῶ τήν ἀ­πάν­τη­ση σέ ὅ­λα τά θέ­μα­τα καί μέ πλη­ρό­τη­τα· θά βρε­θοῦν κι ἄλ­λοι ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι θά κά­νουν τά πε­ραι­τέ­ρω βή­μα­τα.

Τί θά γί­νει, ἄν κά­ποι­οι δι­α­φω­νή­σουν

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Συ­νε­πῶς, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, μέ ὅ­λα αὐ­τά πού μᾶς λέ­τε καί μέ πο­λύ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­κοῦ­με, καί κά­νον­τας καί μί­α σύν­δε­ση μέ ὅ­σα εἴ­χα­με πεῖ στήν προ­η­γού­με­νη ρα­δι­ο­φω­νι­κή μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, θά ἤ­θε­λα νά σᾶς ρω­τή­σω: τί θά γί­νει, ἄν κά­ποι­οι ἀ­πό τούς Ἐ­πι­σκό­πους, πού θά με­τέ­χουν στίς ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες τῶν κα­τά Τό­πους Ἐκ­κλη­σι­ῶν, δη­λα­δή στίς ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες τῶν 24 Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, δέν συμ­φω­νή­σουν στά πρός ψή­φι­ση θέ­μα­τα καί μά­λι­στα μέ ὅ­σα ἔ­χουν δογ­μα­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, ὅ­πως αὐ­τό πού πρό ὀ­λί­γου κου­βεν­τι­ά­σα­με; Ἔ­χει προ­βλε­φθεῖ κά­τι συγ­κε­κρι­μέ­νο στόν τρό­πο λει­τρουρ­γί­ας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης Συ­νό­δου;

Κα­θη­γη­τής: Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο τό ἐ­ρώ­τη­μα.Ἔ­χει προ­βλε­φθεῖ. Ὁ Κα­νο­νι­σμός, δη­λα­δή, Ὀρ­γα­νώ­σε­ως καί Λει­τουρ­γί­ας τῆς Συ­νό­δου, στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, πα­ρα­πέμ­πει τό ζή­τη­μα αὐ­τό πού θέ­τε­τε στήν Το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α γιά τήν ἐ­πί­λυ­σή του. Ἡ προ­τει­νό­με­νη αὐ­τή λύ­ση ὅ­μως, ὅ­πως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθε, εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή καί ἀ­νάρ­μο­στη γιά τό χα­ρα­κτῆ­ρα μιᾶς Συ­νό­δου, πού θέ­λει νά λέ­γε­ται καί νά εἶ­ναι Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη. Στή δεύ­τε­ρη Ἐ­πι­στο­λή μου πρός τήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, μέ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 10/2/2016, ἀ­παν­τῶ στό ἐ­ρώ­τη­μά σας αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς.
Συγ­κε­κρι­μέ­να, γρά­φα­με τά ἑ­ξῆς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πρός τήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α μας. Καί θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νά σᾶς τά δι­α­βά­σω. Λέ­γε­ται λοι­πόν ἐ­κεῖ σέ ἕ­να τμῆ­μα: «Στό Ἄρ­θρο αὐ­τό βλέ­που­με, ὅ­τι ἡ ὁ­μο­φω­νί­α τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στή μί­α ψῆ­φο κά­θε Το­πι­κῆς Αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ ἐ­πι­μέ­ρους δι­α­φω­νί­ες -ἐ­φό­σον αὐ­τές συμ­βαί­νει νά ἀ­πο­τε­λοῦν μει­ο­ψη­φί­α, στό πλαί­σιο τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν- ἀ­φή­νον­ται ὡς «ἐ­σω­τε­ρι­κή ὑ­πό­θε­σή τους», πρᾶγ­μα πού εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς ἀ­πα­ρά­δε­κτο γιά τήν συγ­κε­κρι­μέ­νη Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο, ὅ­ταν μά­λι­στα συμ­βαί­νει τό θέ­μα τῆς δι­α­φω­νί­ας νά εἶ­ναι γιά δογ­μα­τι­κή ὑ­πό­θε­ση. Καί ἡ πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ πι­θα­νή. Λό­γου χά­ρη, τό θέ­μα τῆς αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας καί τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού πραγ­μα­τεύ­ε­ται τό Κεί­με­νο: «ΣΧΕ­ΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΟΥ ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙ­ΠΟΝ ΧΡΙ­ΣΤΙ­Α­ΝΙ­ΚΟΝ ΚΟ­ΣΜΟΝ», εἶ­ναι θέ­μα ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό, δη­λα­δή κα­τε­ξο­χήν δογ­μα­τι­κό. Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά ἐ­πι­τρε­πτό, ἕ­να Κεί­με­νο πού προ­ω­θεῖ­ται πρός ἔγ­κρι­ση, ἀ­πό τή μί­α με­ριά νά εἰ­ση­γεῖ­ται οὐ­σι­α­στι­κά τήν Προ­τε­σταν­τι­κή θε­ω­ρί­α τῶν «κλά­δων» (ὅ­τι δη­λα­δή μί­α εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά ἔ­χει πολ­λούς κλά­δους, πού ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα) -νο­μι­μο­ποι­ών­τας μέ τήν ἀ­πο­δο­χή του τήν ὕ­παρ­ξη πολ­λῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν μέ πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα- καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη ὁ «Κα­νο­νι­σμός Ὀρ­γα­νώ­σε­ως καί Λει­τουρ­γί­ας τῆς Συ­νό­δου» αὐ­τῆς νά ἀ­γνο­εῖ στήν πρά­ξη τούς ἐν­δε­χό­με­νους μει­ο­ψη­φοῦν­τες Ἱ­ε­ράρ­χες τῶν ἐ­πι­μέ­ρους Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί νά μήν λαμ­βά­νει σο­βα­ρώ­τα­τα ὑ­πό­ψη τίς θε­ο­λο­γι­κές το­πο­θε­τή­σεις τῆς ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς συ­νει­δή­σε­ώς τους.
Κι ἐ­δῶ γεν­νᾶ­ται τό εὔ­λο­γο θε­ο­λο­γι­κό καί δογ­μα­τι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς θά ὁ­μο­λο­γη­θεῖ στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἡ Μί­α πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «ἐν ἑ­νί στό­μα­τι καί μιᾷ καρ­δί­ᾳ»; Πῶς θά μπο­ρέ­σουν οἱ Συ­νο­δι­κοί Πα­τέ­ρες νά ποῦν «ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καί ἡ­μῖν», ὅ­πως τό εἴ­πα­νε στήν Α΄ Ἀ­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο; Πῶς θά ἀ­πο­δεί­ξουν, ὅ­τι ἔ­χουν «νοῦν Χρι­στοῦ», ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας; Στά δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα, ὡς γνω­στόν, ἡ ἀ­λή­θεια δέν βρί­σκε­ται στήν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Συ­νο­δι­κῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων». Ἐ­δῶ λέ­με αὐ­τό, πού εἴ­πα­με καί στήν προ­η­γού­με­νη ἐκ­πομ­πή, ἀλ­λά θά τό ἐ­πα­να­λά­βου­με, για­τί ἔ­χει πά­ρα πο­λύ με­γά­λη ση­μα­σί­α. «Ἡ Ἀ­λή­θεια κα­θε­αυ­τήν εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φι­κή. Για­τί στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ Ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὑ­πο­στα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δέν εἶ­ναι ἰ­δέ­α δη­λα­δή. Γι’ αὐ­τό, καί ὅ­σοι δι­α­φω­νοῦν μέ αὐ­τήν, μέ τήν Ὑ­πο­στα­τι­κή Ἀ­λή­θεια, ἀ­πο­κό­πτον­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­φοῦ κα­θαι­ροῦν­ται καί ἀ­φο­ρί­ζον­ται, κα­τά πε­ρί­πτω­ση. Ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­φή­σει σέ κα­τώ­τε­ρα συ­νο­δι­κά σώ­μα­τα τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρό θέ­μα τῆς ἐν­δε­χό­με­νης δι­α­φω­νί­ας τῶν μει­ο­ψη­φούν­των Ἐ­πι­σκό­πων σέ δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα. Ἐ­πι­βάλ­λε­ται, ὡς ἀ­νώ­τα­το συ­νο­δι­κό σῶ­μα, νά ἐ­πι­λη­φθεῖ αὐ­τοῦ τοῦ θέ­μα­τος ἄ­με­σα, για­τί δι­α­φο­ρε­τι­κά ὑ­πάρ­χει ὁ­ρα­τός ὁ κίν­δυ­νος τοῦ σχί­σμα­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τή στιγ­μή ἀ­κρι­βῶς πού ἡ Με­γά­λη αὐ­τή Σύ­νο­δος φι­λο­δο­ξεῖ νά ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­σει τήν ὁ­ρα­τή ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας». Κι ἔ­τσι κλεί­νει κι αὐ­τή ἡ Ἐ­πι­στο­λή.
Δη­λα­δή, μέ ἄλ­λα λό­για, θέ­λω νά πῶ ἐ­δῶ, πώς οἱ μει­ο­ψη­φοῦν­τες αὐ­τοί Ἐ­πί­σκο­ποι σέ δογ­μα­τι­κό θέ­μα δέν εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση πε­ρι­φε­ρεια­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα. Δι­ό­τι αὐ­τό θά ἐ­ξα­κο­λου­θή­σουν νά τό ὑ­πο­στη­ρί­ζουν, καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τοί, ἀλ­λά καί ἡ Το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, τήν ὁ­ποί­α ἐκ­φρά­ζουν, ἐν­νο­ῶ τήν Μη­τρό­πο­λή τους καί ὄ­χι μό­νο. Τί θά γί­νει σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση; Θά πλα­νᾶ­ται μέ­χρι τό­τε ἡ ὅ­ποι­α ἀ­πό­φα­ση θά πά­ρει ἡ Το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α; Καί νά πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἡ Το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, πά­λι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι αὐ­τοί μπο­ρεῖ νά ἐ­φε­ση­βά­λουν τήν κα­τα­δί­κη τους, ἄν εἶ­ναι ἀρ­νη­τι­κή π.χ. σέ Μεί­ζο­να Σύ­νο­δο. Μά, ἡ Μεῖ­ζον Σύ­νο­δος εἶ­ναι πα­ροῦ­σα. Αὐ­τό, ἄν ἀ­φε­θεῖ δι­α­δι­κα­στι­κά, θά πά­ρει χρό­νο, κι ἄν πά­ρει χρό­νο, θά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ με­γά­λη ἀ­να­στά­τω­ση καί γιά τήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου, γιά τίς ἀ­πο­φά­σεις πού πῆ­ρε, ἀλ­λά καί τό θέ­μα τῆς ἑ­νό­τη­τας θά τε­θεῖ ἐκ τῆς βά­σε­ως ἐν ἀμ­φι­βό­λῳ. Ποι­ός ἔ­χει τώ­ρα δί­κιο, οἱ λί­γοι ἤ οἱ πολ­λοί; Καί τί θά πεῖ, ὅ­τι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι ἐ­νήρ­γη­σαν θε­σμι­κά; Τό θε­σμι­κό ἐ­νερ­γεῖ μη­χα­νι­στι­κά, μα­γι­κά; Τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα δε­σμεύ­ε­ται ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι συ­νῆλ­θαν ἐν τό­πῳ καί χρό­νῳ πολ­λοί Ἐ­πί­σκο­ποι; Ὄ­χι σᾶς πλη­ρο­φο­ρῶ. Τό ἀ­πέ­δει­ξε ἡ ἱ­στο­ρί­α, ὅ­τι δη­λα­δή ὑ­πάρ­χουν πο­λύ Με­γά­λες Σύ­νο­δοι, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἦ­ταν λη­στρι­κές.

Ποι­ά εἶ­ναι ἡ Ἀ­λή­θεια

Κα­τά συ­νέ­πεια, ὅ­πως εἴ­πα­με, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι τό ἴ­διο τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας, τό Ὁ­ποῖ­ο λει­τουρ­γεῖ καί ἐκ­φρά­ζε­ται καί μέ με­μο­νω­μέ­να πρό­σω­πα. Καί τό ἔ­δει­ξε αὐ­τό ἡ ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως εἶ­πα καί στήν προ­η­γού­με­νη ἐκ­πομ­πή, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στό πρό­σω­πο τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου καί τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου τοῦ Εὐ­γε­νι­κοῦ, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἤ­τα­νε μο­νά­δες, ἔ­ναν­τι τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας. Ὅ­πως συμ­βαί­νει, δη­λα­δή, νά εἶ­ναι κά­ποι­ες μο­νά­δες ἅ­γιοι καί ὅ­μως ὁ λα­ός, πού ἔ­χει κρι­τή­ριο γιά τήν ἐ­πί­λυ­ση σο­βα­ρῶν θε­μά­των, εἴ­τε προ­σω­πι­κῶν εἴ­τε εὐ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κῶν, οἰ­κο­γε­νεια­κῶν ἤ ἐ­θνι­κῶν, κα­τα­φεύ­γει σ’ αὐ­τούς τούς ἁ­γί­ους, γιά τούς ὁ­ποί­ους δέν ἐ­ξε­τά­ζει, ἄν εἶ­ναι ἱ­ε­ρω­μέ­νοι ἤ δέν εἶ­ναι ἱ­ε­ρω­μέ­νοι, ἄν ἔ­χου­νε κά­ποι­α ἐ­ξου­σί­α ἤ δέν ἔ­χου­νε, ἄν εἶ­ναι ἐγ­γράμ­μα­τοι ἤ λό­γιοι. Ἔ­χου­με μά­λι­στα τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια αὐ­τήν τήν πρό­κλη­ση τῶν ὀ­λι­γο­γραμ­μά­των Ἁ­γί­ων, ἡ ὁ­ποί­α θυ­μί­ζει ἀ­πο­στο­λι­κή ἐ­πο­χή, ὅ­που οἱ ἀ­γράμ­μα­τοι ἀ­πό­στο­λοι ἦ­ταν οἱ πάν­σο­φοι, πού ἄλ­λα­ξαν τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Οἰ­κου­μέ­νης.
Ἔ­τσι βλέ­που­με, ὅ­τι ἐ­κεῖ πού δέν μπό­ρε­σαν νά μᾶς ἀ­παν­τή­σουν οἱ λό­γοι καί τά βι­βλί­α καί ἡ ἐ­πί τό­σα ἔ­τη ἐ­να­σχό­λη­σή μας μέ αὐ­τά τά θέ­μα­τα, μᾶς ἀ­πάν­τη­σαν αὐ­τοί οἱ ἅ­γιοι μέ τρό­πο κα­τα­λυ­τι­κό, πού ἡ καρ­διά μας μᾶς πλη­ρο­φό­ρη­σε ὑ­παρ­ξια­κά, ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, πού λέ­γε­ται ἀ­πό αὐ­τούς. Καί τό λέ­ω αὐ­τό ἐξ ἰ­δί­ας ἐμ­πει­ρί­ας, ἐ­πει­δή εἶ­χα τήν εὐ­λο­γί­α, νά γνω­ρί­σω του­λά­χι­στον αὐ­τούς τούς δύ­ο πρός τό πα­ρόν ἁ­γι­ο­κα­τα­τα­χθέν­τες νε­ο­φα­νεῖς Ἁ­γί­ους, τόν Ἅ­γιο Πα­ΐ­σιο καί τόν Ἅ­γιο Πορ­φύ­ριο. Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λοι, γιά τούς ὁ­ποί­ους δέν χω­ρά­ει κα­μί­α ἀ­πο­λύ­τως ἀμ­φι­βο­λί­α στή συ­νεί­δη­σή μας, ὅ­τι εἶ­ναι ἅ­γιοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι συμ­βαί­νει νά εἶ­ναι ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τοι. Αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο νά τό προ­σέ­ξου­με ἰ­δι­αί­τε­ρα, για­τί εἶ­ναι ἡ ποι­ο­τι­κή δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί ἑ­τε­ρο­δο­ξί­ας στήν πρά­ξη.

Ποι­ός εἶ­ναι τε­λι­κά ὁ σκο­πός τῆς συγ­κλή­σε­ως τῆς Συ­νό­δου

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Καί εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά δι­α­φο­ρά, πού ὅ­ταν τήν προ­σέ­ξου­με λί­γο, ὅ­πως λέ­γε­τε κι ἐ­σεῖς, μᾶς δί­νει τίς ἀ­παν­τή­σεις καί μᾶς ξε­χω­ρί­ζει πλή­ρως τά πράγ­μα­τα. Μέ ὅ­λα αὐ­τά, πού σᾶς ἀ­κοῦ­με, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, νά μᾶς λέ­τε, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτο τό ἐ­ρώ­τη­μα, πού γεν­νᾶ­ται: Ποι­ός εἶ­ναι ὁ σκο­πός, τε­λι­κά, τῆς συγ­κλή­σε­ως αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου; Πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­ταν, ὅ­πως δι­α­βά­σα­με, μό­νον ἡ ἔ­ναρ­ξη καί ἡ λή­ξη, οἱ δύ­ο αὐ­τές πα­νη­γυ­ρι­κές συ­νε­δριά­σεις, θά εἶ­ναι ἀ­νοι­κτές, ἐ­νῶ ὅ­λες οἱ ἄλ­λες θά εἶ­ναι κε­κλει­σμέ­νων τῶν θυ­ρῶν, λές καί τά θέ­μα­τα, πού θά συ­ζη­τη­θοῦν, εἶ­ναι ἑ­πτα­σφρά­γι­στα μυ­στι­κά καί δέν ἐ­πη­ρε­ά­ζουν κα­νέ­ναν. Θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με κά­τι ἐ­π’ αὐ­τοῦ;

Κα­θη­γη­τής: Ναί, ἀ­σφα­λῶς καί θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με, καί μᾶλ­λον νά ὑ­πεν­θυ­μί­σω κά­τι, πού ἤ­δη ἔ­χω πεῖ: Ἡ γνώ­μη μου γιά τόν σκο­πό συγ­κλή­σε­ως αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου συμ­πυ­κνώ­νε­ται στήν ἀ­πο­τί­μη­ση, πού κα­τα­θέ­τω στήν πρώ­τη μου Ἐ­πι­στο­λή πρός τήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α. Νά σᾶς τήν δι­α­βά­σω πά­λι, για­τί εἶ­ναι μέ τρό­πο ἔ­τσι συ­νο­πτι­κό γραμ­μέ­νο. «Οἱ ἐμ­πνευ­στές λοι­πόν καί συν­τά­κτες τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου κει­μέ­νου ἐ­πι­χει­ροῦν σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση μιά θε­σμι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ Συγ­κρη­τι­σμοῦ-Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ μέ μιά ἀ­πό­φα­ση Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου». Τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Δη­λα­δή, τί θέ­λω νά πῶ; Γι’ αὐ­τό γί­νε­ται αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, γιά νά νο­μι­μο­ποι­ή­σει τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό. Θά τό ἀν­τι­στρέ­ψω ἐ­γώ, για­τί κα­τά τήν ἄ­πο­ψή μου ἔ­πρε­πε, ἄρ­γη­σε κι­ό­λας, νά γί­νει αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος ἤ μιά Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος. Ἀλ­λ’ ὡς θε­μα­το­λο­γί­α της, κα­τε­ξο­χήν, θά ἔ­πρε­πε νά ἔ­χει τήν κα­τα­δί­κη τοῦ Συγ­κρη­τι­σμοῦ, τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, εἴ­τε εἶ­ναι Ὀρ­θο­δό­ξων Οἰ­κου­με­νι­σμός εἴ­τε εἶ­ναι Οἰ­κου­με­νι­σμός Δυ­τι­κοῦ τύ­που. Σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ὁ κοι­νός πα­ρο­νο­μα­στής εἶ­ναι ἡ σχε­τι­κο­ποί­η­ση τῆς ἀ­λή­θειας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
Καί εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά πε­ρί­ερ­γο γιά μέ­να, πῶς νά σᾶς τό πῶ, ἡ λέ­ξη πού μοῦ βγαί­νει εἶ­ναι θρά­σος, νά τί­θε­ται τέ­τοι­ο θέ­μα πρός ἐ­πι­κύ­ρω­ση, ἐ­νῶ θά ἔ­πρε­πε νά ἔλ­θει αὐ­τό τό θέ­μα μό­νο πρός κα­τα­δί­κη. Ἐ­πει­δή τα­λα­νί­ζει ἕ­ναν αἰ­ῶ­να ἤ­δη τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας καί κιν­δυ­νεύ­ου­με νά χά­νου­με πά­ρα πολ­λούς πι­στούς μέ­σα σ’ αὐ­τήν τήν σχε­τι­κο­ποί­η­ση τῶν πάν­των, ἡ ὁ­ποί­α γί­νε­ται βέ­βαι­α στό πλαί­σιο τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης. Γιά νά κυ­ρι­αρ­χή­σει ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση σέ ὅ­λα τά ἐ­πί­πε­δα -οἰ­κο­νο­μι­κό, κοι­νω­νι­κό, πο­λι­τι­κό κ.τ.λ- πρέ­πει νά ἐ­πι­κρα­τή­σει καί στή θρη­σκεί­α. Καί τό πρῶ­το βῆ­μα αὐ­τή τή στιγ­μή εἶ­ναι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός ὁ χρι­στι­α­νι­κός. Δη­λα­δή, νά τά βροῦ­με μέ ἕ­να m­i­n­i­m­umδογ­μα­τι­κό -ἄν καί δέν μπο­ρεῖ νά γί­νον­ται, ὅ­πως ἔ­λε­γε καί ὁ ἅ­γιος Πα­ϊ­σιος, ἐκ­πτώ­σεις στό δόγ­μα. Νά κά­νου­με, δη­λα­δή, κά­ποι­ες πα­ρα­χω­ρή­σεις, προ­κει­μέ­νου νά συμ­φω­νή­σου­με, νά νο­μι­μο­ποι­η­θεῖ αὐ­τή ἡ πα­ρου­σί­α, δι­α­μυ­στη­ρια­κά ὅ­μως, σάν νά εἴ­μα­στε ἕ­να οἱ χρι­στια­νοί, εἴ­τε Ὀρ­θό­δο­ξοι εἴ­τε Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί εἴ­τε Προ­τε­στάν­τες. Καί σ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο πλά­νο, πού ἤ­δη κυ­ο­φο­ρεῖ­ται μέ­σω τῶν Θε­ο­λο­γι­κῶν Δι­α­λό­γων, μέ τίς μο­νο­θε­ϊ­στι­κές λε­γό­με­νες θρη­σκεῖ­ες, δη­λα­δή τόν Ἰ­ου­δα­ϊ­σμό καί τό Ἰσ­λάμ.
Τό δεύ­τε­ρο πλά­νο εἶ­ναι αὐ­τό, ὅ­που -ση­μει­ω­τέ­ον- ἀ­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο ἔ­χει, καί φαί­νε­ται αὐ­τό ἤ­δη, ὁ Πά­πας, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά εἶ­ναι ὁ ἡ­γέ­της, για­τί ἕ­ναν θά πρέ­πει νά ἔ­χει ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση, δέν θά συ­ναλ­λάσ­σε­ται μέ πολ­λούς. Καί βλέ­πει κα­νείς διά γυ­μνοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ αὐ­τό τό πρᾶγ­μα. Σᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζω τό Κοι­νό Κεί­με­νο τῆς Ρα­βέν­νας, τό ὁ­ποῖ­ο προ­συ­πο­γρά­ψα­με, πού κά­νει λό­γο τό­σο πο­λύ γιά τό πρω­τεῖ­ο τοῦ Πά­πα, πῶς πρέ­πει νά νο­η­θεῖ, καί πού, σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, φαί­νε­ται νά εἰ­ση­γεῖ­ται, νά τό ἀ­πο­δε­χθοῦ­με ἐ­μεῖς. Ἀλ­λά κι ἄν ἀ­κό­μα δέν τό ἀ­πο­δε­χτοῦ­με αὐ­τό πρός τό πα­ρόν, θά πρέ­πει νά ἔ­χου­με Πρῶ­το, για­τί ἄν δέν ἔ­χου­με Πρῶ­το, κιν­δυ­νεύ­ει ἡ ἑ­νό­τη­τά μας, ὅ­πως μᾶς λέ­ει τό Κεί­με­νο τό­σο σα­φῶς καί ἀ­θε­ο­λό­γη­τα. Νά ἔ­χου­με δη­λα­δή τόν Πρῶ­τον ἄ­νευ ἴ­σων. Αὐ­τό εἶ­ναι φρι­κτό. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ ἴ­σοι, ἤ μᾶλ­λον οἱ ὑ­πο­τι­θέ­με­νοι μή ἴ­σοι, κα­τ’ αὐ­τούς πού τό εἰ­ση­γοῦν­ται; Οἱ ἄλ­λοι Ἐ­πί­σκο­ποι.
Κι αὐ­τό τό βλέ­που­με στήν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τῆς τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης, γιά νά φτά­σου­με σ’ αὐ­τήν τήν Σύ­νο­δο. Γνω­ρί­ζου­με πο­λύ κα­λά τίς ὅ­ποι­ες συ­ζη­τή­σεις ἔ­γι­ναν σέ κά­ποι­ο βαθ­μό, προ­κει­μέ­νου νά υἱ­ο­θε­τη­θοῦν Δί­πτυ­χα ἤ ὄ­χι, καί ἄλ­λα πού δέν πέ­ρα­σαν τε­λι­κά. Κι αὐ­τά εἶ­χαν ἕ­ναν ἅ­ξο­να, πού λε­γό­ταν Πρω­τεῖ­ο, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δι­α­νό­η­το γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, για­τί σ’ Αὐ­τήν ὑ­πάρ­χουν μό­νο «πρε­σβεῖ­α τι­μῆς», τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἀλ­λά τό Πρω­τεῖ­ο, κο­σμι­κά θε­ω­ρού­με­νο, χρει­ά­ζε­ται νά τό ἔ­χει δυ­στυ­χῶς καί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­πως νο­μί­ζουν οἱ ἐμ­πνευ­στές αὐ­τοῦ τοῦ Κει­μέ­νου. Καί αὐ­τό τό πρᾶγ­μα φά­νη­κε καί στή δι­ορ­γά­νω­ση αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου· καί ὑ­πάρ­χει πολ­λή γκρί­νια καί πολ­λές ἀμ­φι­σβη­τή­σεις γι’ αὐ­τό τό θέ­μα. Σᾶς λέ­ω, ἁ­πλῶς, ὅ­τι δέν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαῖ­ο στή συγ­κυ­ρί­α αὐ­τή, ὅ­τι θέ­λουν ἕ­ναν Οἰ­κου­με­νι­σμό χρι­στι­α­νι­κό μέ ἡ­γέ­τη τε­λι­κά τόν Πά­πα, πού δέν τόν ἀμ­φι­σβη­τεῖ, ὅ­πως φαί­νε­ται, τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, πα­ρά τίς ὅ­ποι­ες δογ­μα­τι­κές ἀ­πο­κλί­σεις, καί στή συ­νέ­χεια ἕ­ναν Οἰ­κου­με­νι­σμό τῶν μο­νο­θε­ϊ­στι­κῶν θρη­σκει­ῶν, μέ ἀ­πώ­τε­ρο στό­χο τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό ὅ­λων τῶν θρη­σκει­ῶν τοῦ κό­σμου.
Εἶ­ναι φαν­τα­σί­ες αὐ­τά, πού λέ­ω; Ὄ­χι. Εἶ­ναι πρά­ξεις ἱ­στο­ρι­κές. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται πά­λι ὁ Πά­πας, νά «κα­πε­λώ­νει» καί αὐ­τήν τήν ἐκ­δή­λω­ση τῆς λε­γο­μέ­νης Οἰ­κου­με­νι­κῆς προ­σευ­χῆς. Θυ­μη­θεῖ­τε Ἀ­σί­ζη κ.τ.λ., ὅ­που καί εἰ­δω­λο­λά­τρες ἀ­κό­μη, ἄν­θρω­ποι, πού σα­φῶς ὁ­μο­λο­γοῦν τό σα­τα­νᾶ καί τά ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα, συμ­προ­σεύ­χον­ται, πρᾶγ­μα πού εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­στέ­ο ἀ­πό Κα­νό­νες Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, καί μέ πα­ρου­σί­α ὀρ­θο­δό­ξων μά­λι­στα. Αὐ­τά δέν πρέ­πει νά μᾶς ἀ­φή­νουν ἀ­δι­ά­φο­ρους, ὡς πρός τή σκο­πι­μό­τη­τα τοῦ ἄ­ξο­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­δη­γεῖ σέ μί­α παν­θρη­σκεί­α, ὅ­που ἕ­νας θά εἶ­ναι ἡ­γέ­της, δη­λα­δή ὁ Πά­πας. Καί αὐ­τό θά εἶ­ναι τό­τε δι­α­χει­ρί­σι­μο, ὡς φαι­νό­με­νο θρη­σκευ­τι­κό, στό πλαί­σιο μιᾶς παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης ἠ­λε­κτρο­νι­κά κα­τευ­θυ­νο­μέ­νης κοι­νω­νί­ας μέ τή γνω­στή Παγ­κό­σμια Δι­α­κυ­βέρ­νη­ση, ὅ­πως λέ­γε­ται, ὅ­που θά εἶ­ναι ἕ­να κέν­τρο καί γιά τά οἰ­κο­νο­μι­κά καί γιά τά ἐ­θνι­κά καί τά λοι­πά. Ἄ­ρα, εἶ­ναι ἕ­να ὅ­ρα­μα, τό ὁ­ποῖ­ο πρίν ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια, ἴ­σως, νά μήν μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά τό ἀ­πο­δε­χτεῖ. Τώ­ρα ὅ­μως εἶ­ναι αἰ­σθη­τό, τό κα­τα­λα­βαί­νου­με.
Ἔ­τσι, λοι­πόν, αὐ­τήν τήν Σύ­νο­δο θά πρέ­πει νά τήν συ­σχε­τί­σου­με μέ αὐ­τήν τήν κα­τεύ­θυν­ση. Καί τό λέ­ω αὐ­τό κα­θα­ρά ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὅ­ταν βλέ­πω, δη­λα­δή, νά ζη­τᾶ μί­α Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος τή νο­μι­μο­ποί­η­ση τῶν λε­γο­μέ­νων ἐκ­κλη­σι­ῶν αὐ­τῶν ὡς Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τό καί μό­νο ἀν­τί­κει­ται σέ Ὅ­ρο τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, δη­λα­δή στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ὅ­που λέ­γε­ται, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι Μί­α. Ἀλ­λά, ἄν εἶ­ναι Μί­α, δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι πολ­λές μέ δι­α­φο­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα κ.τ.λ. Ἄ­ρα, τί κά­νου­με; Τήν πρώ­τη ἀ­πό­κλι­ση ἀ­πό τό Σύμ­βο­λο. Αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλό πρᾶγ­μα, πού μπο­ρεῖ κα­νείς νά τό κά­νει; Ὄ­χι. Ὅ­ποι­ος τό κά­νει, λέ­νε οἱ Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι, αὐ­τός νά κα­τα­δι­κά­ζε­ται καί νά ἐκ­πί­πτει ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί νά κα­θαι­ρεῖ­ται, ἄν εἶ­ναι κλη­ρι­κός. Καί τό ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν αὐ­τό ὅ­λες οἱ Σύ­νο­δοι, μέ­χρι καί τήν ἑ­βδό­μη. Πρᾶγ­μα πού ση­μαί­νει, ὅ­τι, εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νά ἀ­να­γνω­ρι­στεῖ ἡ πί­στη τῶν προ­η­γου­μέ­νων Συ­νό­δων, ἡ ὁ­ποί­α κα­τα­δι­κά­ζει αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, πού εἰ­ση­γεῖ­ται αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος.
Γι’ αὐ­τό τό «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι» εἶ­ναι πο­λύ πρα­κτι­κό. Δη­λα­δή, ὅ­ταν θά ποῦ­με, ὅ­τι ἀ­πο­δε­χό­μα­στε τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι Μί­α, ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι δι­η­ρη­μέ­νη, ὅ­τι ἔ­χει τήν ἑ­νό­τη­τά της δε­δο­μέ­νη ἀ­πό τόν Θε­ό. Αὐ­τό εἶ­ναι τό «ἵ­να ὦ­σιν ἕν», καί αὐ­τό πραγ­μα­τώ­νε­ται σέ προ­σω­πι­κό καί εὐ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κό ἐ­πί­πε­δο, μέ­σα στό πλαί­σιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, διά τοῦ ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νου Πνεύ­μα­τος. Δέν εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α Μί­α, ἐ­πει­δή ἔ­χου­με ἁ­πλῶς βα­πτι­στεῖ. Δέν εἴ­μα­στε κι ἐ­μεῖς οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι ἕ­να, ὅ­ταν αὐ­τό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, τό ὁ­ποῖ­ο λά­βα­με, δέν τό ἔ­χου­με ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σει μέ τήν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν, ὥ­στε νά ἔ­χου­με τήν κοι­νή ἄ­κτι­στη δό­ξα. Για­τί ὁ Χρι­στός, στήν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Του προ­σευ­χή, δέν εἶ­πε αὐ­το­νο­μη­μέ­να «ἵ­να ὦ­σιν ἕν», δη­λα­δή, ἐ­γώ σᾶς δί­νω αὐ­τήν τήν εὐ­χή, ἀλ­λά «τήν δό­ξαν ἥν δέ­δω­κάς μοι δέ­δω­κα αὐ­τοῖς ἵ­να ὦ­σιν ἕν, κα­θώς ἡ­μεῖς» (ὁ Πα­τέ­ρας δη­λα­δή μέ τόν Υἱ­ό). Ἄ­ρα, ἡ ἄ­κτι­στη αὐ­τή δό­ξα, πού ἔ­χουν ὁ Πα­τέ­ρας μέ τόν Υἱ­ό, πού δέν τήν δέ­χον­ται ὡς ἄ­κτι­στη οἱ Δυ­τι­κοί, ὅ­ταν εἶ­ναι ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νη με­τα­ξύ μας -γι’ αὐ­τό προ­σεύ­χε­ται ὁ Χρι­στός, νά τη­ρή­σου­με τίς προ­δι­α­γρα­φές αὐ­τές, πού εἶ­ναι ἡ τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν- τό­τε θά εἶ­ναι βι­ω­μα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Ἄν ἑ­πο­μέ­νως ἐ­μεῖς ἐκ προ­οι­μί­ου, δογ­μα­τι­κῶς, ἀρ­νού­μα­στε αὐ­τήν τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί βά­ζου­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἄλ­λους, πού δέν ὁ­μο­λο­γοῦ­νε αὐ­τήν τή Χά­ρη, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τό μέ­σο, ἄν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά πῶ τή λέ­ξη μέ­σο, πού μᾶς ἑ­νο­ποι­εῖ με­τα­ξύ μας, ἀ­κυ­ρώ­νου­με τήν ἴ­δια τήν ἑ­νό­τη­τά μας. Για­τί ἡ ἄ­κτι­στη θεί­α δό­ξα μᾶς ἑ­νο­ποι­εῖ μέ τόν ἴ­διο τό Θε­ό, μέ τό Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας, καί ἔ­τσι γι­νό­μα­στε ἕ­να Πνεῦ­μα πρῶ­τα μέ τό Θε­ό καί με­τά γι­νό­μα­στε ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ ἕ­να σῶ­μα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό με­τα­ξύ μας. Ἄλ­λω­στε, καί ὡς Ὀρ­θό­δο­ξοι, δέν γι­νό­μα­στε ἕ­να με­τα­ξύ μας, ἐ­πει­δή βα­πτι­ζό­μα­στε, για­τί δέν ἐ­νερ­γεῖ ἔ­τσι μη­χα­νι­στι­κά αὐ­τό τό Πνεῦ­μα, πα­ρά ὅ­ταν ἔ­χει καί τή συγ­κα­τά­θε­ση τοῦ αὐ­τε­ξου­σί­ου μας. Κι ὅ­ταν λέ­με συγ­κα­τά­θε­ση τοῦ αὐ­τε­ξου­σί­ου, ἐν­νο­οῦ­με τή­ρη­ση ἐν­το­λῶν. Κι ὅ­ταν λέ­με τή­ρη­ση ἐν­το­λῶν, ἐν­νο­οῦ­με κα­τε­ξο­χήν αὐ­τῶν πού ὅ­ρι­σε, δι­ευ­κρί­νι­σε δη­λα­δή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς δογ­μα­τι­κούς Ὅ­ρους. Ὅ­ταν πα­ρα­βαί­νου­με, λοι­πόν, τόν δογ­μα­τι­κό Ὅ­ρο, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι Μί­α, καί αὐ­τή εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α, ἀ­μέ­σως εἴ­μα­στε τό λι­γό­τε­ρο με­τέ­ω­ροι, γιά νά μήν πῶ τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο, πού μπο­ρεῖ ὁ κα­θέ­νας μας νά σκε­φτεῖ. Ἔ­τσι, λοι­πόν, τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρά. Εἶ­ναι μιά ὑ­πό­θε­ση αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, ἡ ὁ­ποί­α πρέ­πει πο­λύ νά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει, καί ἴ­σως πρέ­πει νά ποῦ­με καί ποι­ά θά πρέ­πει νά εἶ­ναι ἡ στά­ση μας, για­τί τό θέ­μα δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς νά ἀ­κού­σου­με, ἀλ­λά καί ὡς ἁ­πλοί πι­στοί τί κα­λού­με­θα νά κά­νου­με.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νο­μί­ζω ὅ­τι αὐ­τά, πού λέ­γα­με, ἦ­ταν τό­σο ση­μαν­τι­κά, πού δέν γι­νό­τα­νε νά σᾶς δι­α­κό­ψου­με, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, καί σᾶς δε­σμεύ­ου­με νά συ­νε­χί­σου­με στήν ἐ­πό­με­νη συ­νάν­τη­σή μας...




ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
(26-2-2016)

Εἰ­σα­γω­γι­κά

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Θά ἔ­χου­με τήν εὐ­και­ρί­α καί πά­λι νά κου­βεν­τι­ά­σου­με μέ τόν ἀ­γα­πη­τό μας Κα­θη­γη­τή τῆς Δογ­μα­τι­κῆς, τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης κ. Δη­μή­τριο Τσε­λεγ­γί­δη, καί νά ἐ­νη­με­ρω­θοῦ­με γιά τή μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Με­γά­λη καί Ἁ­γί­α Σύ­νο­δο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας. Γιά μί­α Σύ­νο­δο, πού θά πρέ­πει ὅ­λοι μας νά ξέ­ρου­με τί γί­νε­ται, τί συμ­βαί­νει, καί νά κα­τα­λά­βου­με τί κιν­δύ­νους μπο­ρεῖ νά ἐγ­κυ­μο­νεῖ ἤ ὄ­χι. Ἐ­κεῖ­νο, πού εἶ­ναι πιό ση­μαν­τι­κό ὅ­μως, κι αὐ­τό θά προ­σπα­θή­σου­με σή­με­ρα νά κά­νου­με, εἶ­ναι νά βροῦ­με καί τί ὀ­φεί­λου­με νά πρά­ξου­με ὅ­λοι μας, κα­θώς πο­ρευ­ό­μα­στε πρός τήν πε­ρί­ο­δο, ὅ­που ἔ­χει ὁ­ρι­στεῖ νά συγ­κλη­θεῖ αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, τήν ἑ­βδο­μά­δα δη­λα­δή τῆς Πεν­τη­κο­στῆς φέ­τος.
Δέν ἔ­χου­με νά ποῦ­με τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Σᾶς εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ὅ­λους σας. Ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κά με­γά­λο τό ἐν­δι­α­φέ­ρον καί χαι­ρό­μα­στε, για­τί ἔ­τσι ἔ­πρε­πε. Θά με­τα­δο­θοῦν οἱ συ­ζη­τή­σεις αὐ­τές καί πά­λι ἀ­πό τό ρα­δι­ό­φω­νο τῆς Πει­ρα­ϊ­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά εἶ­στε σί­γου­ροι, για­τί χρει­ά­ζε­ται ὅ­λοι μας νά προ­σεγ­γί­σου­με τό θέ­μα, νά κα­τα­λά­βου­με καί νά εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νά πρά­ξου­με τό σω­στό, αὐ­τό πού ἐ­πι­βάλ­λει ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη συ­νεί­δη­σή μας. Ἡ σκο­πι­μό­τη­τα, λοι­πόν, τῆς Συ­νό­δου εἶ­ναι ἕ­να ζη­τού­με­νο, ἀλ­λά καί τί γί­νε­ται ἀ­πό κεῖ καί με­τά. Συ­ζή­τη­ση λοι­πόν, τρί­τη μέ­ρα σή­με­ρα, μέ τόν Κα­θη­γη­τή τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς κ. Τσε­λεγ­γί­δη.

Σκο­πός τῆς συγ­κλή­σε­ως τῆς Συ­νό­δου

Κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, στήν προ­η­γού­με­νη δεύ­τε­ρη ρα­δι­ο­φω­νι­κή μας ἐκ­πομ­πή καί συ­ζή­τη­ση εἴ­χα­με κλεί­σει μέ τήν ἀ­πάν­τη­σή σας στό ἐ­ρώ­τη­μα, ποι­ός εἶ­ναι τε­λι­κά ὁ σκο­πός τῆς συγ­κλή­σε­ως αὐ­τῆς τῆς Με­γά­λης καί Ἁ­γί­ας Συ­νό­δου, πού πρό­κει­ται νά συ­νέλ­θει. Καί δέν ξέ­ρω, ἄν σᾶς δώ­σα­με τό χρό­νο νά τε­λει­ώ­σε­τε πλή­ρως τήν ἀ­πάν­τη­σή σας σ’ αὐ­τό τό ἐ­ρώ­τη­μα. Μή­πως θά θέ­λα­τε κά­τι νά προ­σθέ­σε­τε, γιά νά πε­ρά­σου­με στά ἑ­πό­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα;

Κα­θη­γη­τής: Ναί. Εὐ­χα­ρι­στῶ γιά τήν εὐ­και­ρί­α, πού μοῦ δί­νε­τε, για­τί ἔ­μει­να μέν στήν ἀ­πο­τί­μη­ση τοῦ Κει­μέ­νου, πού κα­τα­θέ­τω στήν Ἐ­πι­στο­λή μου, ἀλ­λά ἤ­θε­λα νά πῶ καί κά­τι ἐξ ἀν­τι­θέ­του. Ἐ­νῶ δη­λα­δή ὁ σκο­πός, ὅ­πως ἀ­πό τούς ἴ­διους τούς ἐμ­πνευ­στές τῆς Συ­νό­δου κα­τα­τί­θε­ται, εἶ­ναι νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τήν ὁ­ρα­τή ἑ­νό­τη­τα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­ξαι­τί­ας κυ­ρί­ως αὐ­τοῦ τοῦ θέ­μα­τος, θε­ω­ρῶ ὅ­τι μᾶλ­λον θά δι­χά­σει καί θά προ­κα­λέ­σει τά­σεις σχι­σμά­των. Αὐ­τό δη­λα­δή τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­πει­λεῖ ἡ Σύ­νο­δος νά μή γί­νει, γιά νά μήν ἀμ­φι­σβη­τη­θεῖ ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν, πρέ­πει νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ὅ­τι μᾶλ­λον δέν θά τό πε­τύ­χει, ἐ­πει­δή αὐ­τό δέν γί­νε­ται μέ ἀ­πει­λές, αὐ­τό προ­κύ­πτει ὡς καρ­πός ἀ­πο­δο­χῆς. Ὅ­ταν, δη­λα­δή, θά ὑ­πάρ­ξουν κά­ποι­οι Ἐ­πί­σκο­ποι, πού δέν θά συμ­φω­νή­σουν δογ­μα­τι­κῶς μέ αὐ­τό πού προ­τεί­νε­ται, ἐ­γώ λέ­γω προ­σω­πι­κῶς καί ἕ­νας νά εἶ­ναι, πού θά δι­α­φω­νή­σει, ἀρ­κεῖ. Ἀλ­λά κι ἄν δέν ὑ­πάρ­χει κι αὐ­τός ὁ ἕ­νας, θά τολ­μή­σω νά πῶ, ἀ­κό­μη κά­τι πα­ρα­πά­νω. Μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι κά­ποι­ος ἐ­κτός τῆς Συ­νό­δου, δη­λα­δή εἴ­τε Ἱ­ε­ράρ­χης εἴ­τε καί ἁ­πλός μο­να­χός εἴ­τε καί ἁ­πλός λα­ϊ­κός, γιά νά ὑ­πεν­θυ­μί­σω τήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου. Δη­λα­δή, δέν ἀμ­φι­σβη­τοῦ­με τό θε­σμι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δέν ἀ­κυ­ρώ­νου­με ὅ­μως, δέν δι­και­ού­μα­στε νά ἀ­κυ­ρώ­νου­με σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, καί τόν χα­ρι­σμα­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα της, πού μπο­ρεῖ νά μι­λή­σει μέ­σα ἀ­πό ἕ­ναν ἁ­πλό πι­στό. «Καί λί­θοι κε­κρά­ξον­ται». Δέν μπο­ροῦν νά ἐ­πι­βλη­θοῦν αὐ­τά στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δί­κην πα­πι­σμοῦ. Δέν γί­νε­ται ἠ­λε­κτρο­νι­κή κα­ρα­τό­μη­ση στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, για­τί εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί λει­τουρ­γεῖ τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας.

Θά εἶ­ναι δε­σμευ­τι­κές οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου;

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας. Αὐ­τό εἶ­ναι τό με­γά­λο ζη­τού­με­νο. Καί βέ­βαι­α στή Σύ­νο­δο αὐ­τή θά εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση τε­λι­κά: ἐ­άν θά μι­λᾶ­με γιά τήν Ἀ­λή­θεια, ἔ­τσι ὅ­πως μᾶς τήν ἀ­να­δεί­ξα­τε καί τίς προ­η­γού­με­νες φο­ρές, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, γιά τήν Ἀ­λή­θεια τήν Ὑ­πο­στα­τι­κή, γιά τό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ἤ γιά τίς ὅ­ποι­ες ἀ­λή­θει­ες θέ­λου­με νά τίς ἑρ­μη­νεύ­ου­με καί νά τίς κό­βου­με, νά τίς ρά­βου­με στά μέ­τρα μας. Αὐ­τή λοι­πόν ἡ Ἀ­λή­θεια, ἔ­τσι ὅ­πως θά ἐκ­φρα­στεῖ, ἔ­τσι ὁ­πως ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἔ­χει τε­θεῖ, δέν θά πρέ­πει νά ἀμ­φι­σβη­τη­θεῖ. Ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται ἡ Σύ­νο­δος, βγαί­νουν κά­ποι­ες ἀ­πο­φά­σεις ἤ ψη­φί­ζον­ται κά­ποι­α ἀ­πό αὐ­τά τά κεί­με­να. Θε­ω­ρεῖ­τε, ὅ­τι τό κύ­ρος τῆς Συ­νό­δου αὐ­τῆς θά εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρό; Θά εἶ­ναι, δη­λα­δή, δε­σμευ­τι­κές καί ὑ­πο­χρε­ω­τι­κές, γιά ὅ­λες ἀ­νά τήν οἰ­κου­μέ­νη Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες, οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς Συ­νό­δου αὐ­τῆς;

Κα­θη­γη­τής: Ὅ­πως εἶ­πα, ἡ ὀ­νο­μα­σί­α πού ἔ­χει δώ­σει σέ αὐ­τήν τή Σύ­νο­δο ἡ Ὀρ­γα­νω­τι­κή Ἐ­πι­τρο­πή δι­εκ­δι­κεῖ οἰ­κου­με­νι­κό κύ­ρος. Εἶ­ναι μά­λι­στα πε­ρί­ερ­γο, ὅ­τι ἀ­πει­λεῖ, πώς ἄν δέν γί­νουν ἀ­πο­δε­κτές οἱ ἀ­πο­φά­σεις της, θά ὑ­πάρ­ξουν σχί­σμα­τα. Θά ἔ­λε­γα, ὅ­τι τήν εὐ­θύ­νη γι’ αὐ­τά τά σχί­σμα­τα τήν ἀ­φή­νει σ’ ὅ­σους ἀμ­φι­σβη­τοῦν τίς ἀ­πο­φά­σεις της. Ὅ­μως, ἄν οἱ ἀ­πο­φά­σεις αὐ­τές δέν εἶ­ναι σύμ­φω­νες μέ ὅ­λες τίς προ­η­γού­με­νες Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, δέν ἔ­χουν, ἐκ τῶν πραγ­μά­των, κα­νέ­ναν δε­σμευ­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα γιά κα­νέ­ναν ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πό τούς πι­στούς. Ἐν­νο­ῶ, βε­βαί­ως, τούς πι­στούς, πού θά εἶ­ναι στήν πρά­ξη «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις πα­τρά­σι». Καί αὐ­τή ἡ «ἀ­κο­λου­θί­α» φαί­νε­ται διά λό­γων καί πρά­ξε­ων.

Ποι­ά ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα συγ­κλή­σε­ως τῆς Συ­νό­δου


Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Πε­ρι­μέ­νου­με, λοι­πόν, αὐ­τήν τήν «ἀ­κο­λου­θί­α», ὅ­πως εἴ­πα­τε, διά λό­γου καί πρά­ξε­ων. Καί τώ­ρα, θά θέ­λα­με, με­τά ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά πού σᾶς ἀ­κοῦ­με νά μᾶς λέ­τε, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, νά μᾶς πεῖ­τε, ποι­ά ἐμ­φα­νί­ζε­ται νά εἶ­ναι τε­λι­κά ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα στή σύγ­κλη­ση τῆς Συ­νό­δου αὐ­τῆς.

Κα­θη­γη­τής: Κοι­τᾶξ­τε, ὅ­λο τό πρᾶγ­μα φαί­νε­ται νά κα­τευ­θύ­νε­ται πρός μιά θε­σμι­κή νο­μι­μό­τη­τα μέ Πα­νορ­θό­δο­ξο κύ­ρος. Μέ­χρι σή­με­ρα, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­ται, εὐ­καί­ρως ἀ­καί­ρως, οἱ οἰ­κου­με­νι­στι­κές ἀ­πό­ψεις ἀ­πό τήν συν­τρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Προ­κα­θη­μέ­νων τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν, ἀλ­λά καί ἀ­π’ τούς πε­ρισ­σό­τε­ρους Πα­νε­πι­στη­μια­κούς Κα­θη­γη­τές τῆς Θε­ο­λο­γί­ας καί ὄ­χι μό­νον ἀ­πό αὐ­τούς, ὅ­πως εἶ­μαι σέ θέ­ση νά γνω­ρί­ζω. Πλήν ὅ­μως, δέν ὑ­πάρ­χει καμ­μί­α ἕ­ως τώ­ρα θε­σμι­κή κα­το­χύ­ρω­ση τῶν ἀ­πό­ψε­ων αὐ­τῶν ἀ­πό μί­α Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο καί, κα­τά τή γνώ­μη μου, αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται αὐ­τήν τήν στιγ­μή.

Νά μήν συγ­κλη­θεῖ ἡ Σύ­νο­δος

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ὁ σκο­πός, λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θεια νά θε­σμο­θε­τη­θοῦν, νά νο­μι­μο­ποι­η­θοῦν, ὅ­πως μᾶς εἴ­πα­τε, ὅ­λα αὐ­τά τά Κεί­με­να, πού κα­τά και­ρούς ἔ­χουν βγεῖ στήν δη­μο­σι­ό­τη­τα ἤ ἔ­χουν συμ­φω­νη­θεῖ στό πλαί­σιο τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ. Μι­λή­σα­με γιά τό σκο­πό, γιά τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα. Ἐ­σεῖς θε­ω­ρεῖ­τε, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α ἡ σύγ­κλη­ση μιᾶς τέ­τοι­ας Συ­νό­δου καί μέ τά θέ­μα­τα ἔ­τσι, ὅ­πως ἔ­χουν ἐκ­φρα­στεῖ;

Κα­θη­γη­τής: Θά σᾶς ἀ­παν­τή­σω εὐ­θέ­ως καί αὐ­τά, πού θά πῶ, θά τά τεκ­μη­ρι­ώ­σω, κα­τά τή γνώ­μη μου. Ἡ ἄ­πο­ψή μου εἶ­ναι, ὅ­τι τό κα­λύ­τε­ρο πρᾶγ­μα, πού εὔ­χο­μαι, εἶ­ναι νά μήν συγ­κλη­θεῖ. Τήν ἔ­χω ἀ­κού­σει αὐ­τή τήν εὐ­χή ἀ­πό πολ­λούς σο­βα­ρούς Ἐ­πι­σκό­πους, τό­σο στήν Ἑλ­λά­δα ὅ­σο καί στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ός εἶ­ναι ὁ λό­γος αὐ­τῆς τῆς γνώ­μης; Εἶ­ναι, ὅ­τι ἡ σύγ­κλη­σή της θά δη­μι­ουρ­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα ἀ­π’ αὐ­τά πού φι­λο­δο­ξεῖ νά λύ­σει. Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή σχε­δόν, ὅ­πως φαί­νε­ται ἀ­πό τή θε­μα­το­λο­γί­α της, σχε­δόν λέ­ω ὄ­χι τε­λεί­ως, δέν ἀ­κο­λου­θεῖ τήν Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς πρός τή σύν­θε­σή της καί ὡς πρός τή θε­μα­το­λο­γί­α της. Τό τε­λευ­ταῖ­ο αὐ­τό, πού σχε­τί­ζε­ται μέ τή σύν­θε­σή της, προ­δι­κά­ζει, κα­τά τήν προ­σω­πι­κή μου γνώ­μη, τήν πα­τα­γώ­δη ἀ­πο­τυ­χί­α της, ἐ­κτός βέ­βαι­α ἄν οὐ­σι­α­στι­κά αὐ­το­α­ναι­ρε­θεῖ, ὡς πρός τίς ἐ­σφαλ­μέ­νες δογ­μα­τι­κά νε­ω­τε­ρι­στι­κές της θέ­σεις, ἄν ἀρ­νη­θεῖ δη­λα­δή αὐ­τά, πού εἰ­ση­γεῖ­ται. Τά ὅ­σα ὀρ­θά ὑ­πο­στη­ρί­ζον­ται στή θε­μα­το­λο­γί­α της, γιά νά μήν εἴ­μα­στε ὑ­περ­βο­λι­κοί, για­τί ὑ­πάρ­χουν κι αὐ­τά, εἶ­ναι τό­σο αὐ­το­νό­η­τα ἀ­π’ τή μέ­χρι τώ­ρα ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὥ­στε νά μή δι­και­ώ­νε­ται ἡ ἐ­πί τό­σα χρό­νια πο­λυ­έ­ξο­δη καί κω­πι­ώ­δης αὐ­τή προ­ε­τοι­μα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως εἴ­πα­με, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, ἔ­χει του­λά­χι­στον 55 χρό­νια.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Πε­νήν­τα πέν­τε χρό­νια μιᾶς προ­ε­τοι­μα­σί­ας, πού πέ­ρα­σε ἀ­πό πολ­λά στά­δια ἐν­δε­χο­μέ­νως. Θά ἦ­ταν ἐν­δι­α­φέ­ρον, ὅ­πως λέ­γα­με καί στίς προ­η­γού­με­νες συ­ζη­τή­σεις μας, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, νά μα­θαί­να­με τά Πρα­κτι­κά. Πῶς ἀ­πό τή μί­α θε­μα­τι­κή ἔ­φθα­σαν στήν ἄλ­λη, ἤ πῶς τε­λι­κά ἔ­φθα­σαν στή ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου;

Τό πνεῦ­μα καί τό φρό­νη­μα τῶν πρω­τερ­γα­τῶν

τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου


Κα­θη­γη­τής: Κι αὐ­τό, ὄ­χι γιά ἄλ­λο λό­γο -ἔ­τσι κου­τσομ­πο­λιοῦ θά λέ­γα­με- ἀλ­λά γιά νά δοῦ­με τό πνεῦ­μα, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο δι­έ­πον­ταν αὐ­τοί οἱ συν­τά­κτες ἤ οἱ εἰ­ση­γη­τές αὐ­τῶν τῶν θε­μά­των. Ὅ­ταν ἀ­να­θε­ω­ροῦν, ὅ­ταν βά­ζουν στό πε­ρι­θώ­ριο κά­ποι­α θέ­μα­τα, ποι­ά ἦ­ταν τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι δι­α­φω­νοῦ­σαν μέ αὐ­τά.
Ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α, νά δεῖ κα­νείς κα­τα­γραμ­μέ­νο αὐ­τό τό φρό­νη­μα. Καί ἐ­πει­δή ὑ­πάρ­χουν κρι­τή­ρια καί προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κές, γιά νά ἀ­πο­τι­μή­σει κα­νείς αὐ­τό τό πνεῦ­μα, νο­μί­ζω, ὅ­τι καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κά - θε­ο­λο­γι­κά θά ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ ἐν­δι­α­φέ­ρον, νά τά δεῖ κα­νείς αὐ­τά τά κεί­με­να. Βε­βαί­ως, ἔ­χου­με ὑ­π’ ὄ­ψιν μας κά­ποι­α πράγ­μα­τα ἀ­πό τίς προ­η­γού­με­νες Πα­νορ­θό­δο­ξες, πράγ­μα­τα πού ἄλ­λα­ξαν θε­μα­το­λο­γι­κά, ἄλ­λα­ξαν λε­κτι­κά. Γνω­ρί­ζου­με, ἐ­πει­δή ἔ­γι­ναν στήν ἐ­πο­χή μας, ποι­οί λί­γο πο­λύ τά εἰ­ση­γή­θη­καν. Γνω­ρί­ζου­με ποι­οί εἶ­ναι αὐ­τοί καί για­τί τε­λι­κῶς ἔ­γι­νε αὐ­τός ὁ συμ­βι­βα­σμός. Καί ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν -κα­τά τήν ἄ­πο­ψή μου- νά γί­νον­ται σέ καί­ρια θέ­μα­τα δογ­μα­τι­κά τέ­τοι­οι συμ­βι­βα­σμοί. Πάν­τα θυ­μᾶ­μαι τήν ρή­ση τοῦ Πα­τρός Πα­ϊ­σί­ου, ὅ­τι τά δόγ­μα­τα δέν μπαί­νουν στήν Ε­ΟΚ, στά δόγ­μα­τα δέν γί­νον­ται ἐκ­πτώ­σεις.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἄ­ρα, οὔ­τε χω­ρᾶ ἡ γλώσ­σα τῆς δι­πλω­μα­τί­ας σ’ αὐ­τά τά θέ­μα­τα.

Κα­θη­γη­τής: Προ­φα­νῶς.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Για­τί μοιά­ζουν αὐ­τά τά Κεί­με­να, καί ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­τό τό προ­βλη­μα­τι­κό Κεί­με­νο, νά δι­πλω­μα­τί­ζουν ἐ­πι­κίν­δυ­να. Ὅ­πως λέ­ει καί χα­ρι­τω­μέ­να ἕ­να γε­ρον­τά­κι, «δι­πλω­μα­τί­α ση­μαί­νει νά ἔ­χεις δύ­ο μά­τια καί νά βλέ­πεις πό­τε ἀ­πό δῶ, πό­τε ἀ­πό κεῖ» καί νά τά στρογ­γυ­λεύ­εις.

Κα­θη­γη­τής: Ὄ­χι ἁ­πλῶς αὐ­τό, ἀλ­λά δι­πλω­μα­τί­α εἶ­ναι ἡ ἐ­πί­ση­μη ἔκ­φρα­ση τῆς ὑ­πο­κρι­σί­ας. Τά δύ­ο μά­τια τῆς δι­πλω­μα­τί­ας εἶ­ναι κά­τι ἀν­τί­στοι­χο μέ τήν δι­ψυ­χί­α, τήν ὁ­ποί­α κα­τα­δι­κά­ζει ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή. Που­θε­νά ὁ Χρι­στός δέν μᾶς ἔ­δω­σε ἐν­το­λή δι­πλω­μα­τί­ας καί που­θε­νά τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο δέν ὀ­νο­μά­ζε­ται δι­πλω­μα­τι­κό, ἀλ­λά ὀ­νο­μά­ζε­ται «εὐ­θές».

Οἱ σύγ­χρο­νοι ἅ­γιοι γιά τήν Με­γά­λη Σύ­νο­δο καί τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό


Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Μι­λή­σα­τε, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, γιά τά πε­νήν­τα πέν­τε χρό­νια τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου. Νω­ρί­τε­ρα, εἴ­πα­τε κά­τι, τό ὁ­ποῖ­ο καί μεῖς ἀ­κοῦ­με πολ­λές φο­ρές νά τό εὔ­χον­ται ὁ­λό­καρ­δα ἀρ­κε­τοί, νά μήν συγ­κλη­θεῖ τε­λι­κά αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, για­τί φο­βοῦν­ται, ὅ­τι θά εἶ­ναι πρό­κλη­ση πε­ρισ­σο­τέ­ρων προ­βλη­μά­των πα­ρά θά ἐ­πι­τευ­χθοῦν λύ­σεις. Θά θέ­λα­με, νά μᾶς πεῖ­τε ἀ­πό τή δι­κή σας ἐμ­πει­ρί­α, κύ­ρι­ε Κα­θη­γη­τά, ἄν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος σύγ­χρο­νος Ἅ­γιος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἀ­φοῦ μι­λᾶ­με γιά τά τε­λευ­ταῖ­α πε­νήν­τα πέν­τε χρό­νια τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας αὐ­τῆς τῆς Συ­νό­δου, πού νά εἶ­χε ἐκ­φρα­στεῖ σα­φῶς γιά τή σύγ­κλη­σή της.

Κα­θη­γη­τής: Εὐ­χα­ρι­στῶ. Αὐ­τό τό ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι καί­ριο ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη, ὅ­τι θά δώ­σει μιά φε­ρεγ­γυ­ό­τη­τα καί σέ ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­πα, κα­τά τή γνώ­μη μου. Τά πε­ρισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα ἀ­πό αὐ­τά πού εἶ­πα, δέν ἀ­πο­τε­λοῦν γνώ­μη μου, ἀλ­λά εἶ­ναι αὐ­τό, πού κεῖ­ται καί εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το. Σέ με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις μί­λη­σα αὐ­θόρ­μη­τα, δι­α­κιν­δύ­νευ­σα τή γνώ­μη μου. Θά πρέ­πει νά σᾶς πῶς ὅ­μως, ἐ­πει­δή τά θέ­μα­τα αὐ­τά εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ σο­βα­ρά, αὐ­τή ἡ γνώ­μη μου δέν δη­μι­ουρ­γή­θη­κε τή στιγ­μή, πού μέ ρω­τή­σα­τε. Εἶ­ναι πράγ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α τά ἔ­χω βα­σα­νί­σει μέ­σα μου καί τά ἔ­χω ἀ­να­ζη­τή­σει, ὡς πρός τήν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα τῶν ἀ­παν­τή­σε­ών τους, στά πρό­σω­πα ἁ­γί­ων, τούς ὁ­ποί­ους συ­νέ­βη νά ἔ­χω γνω­ρί­σει, ὅ­πως σᾶς εἶ­πα. Ναί, εἴ­μα­στε εὐ­τυ­χεῖς οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι, πού ἔ­χου­με σή­με­ρα ἁ­γί­ους, οἱ ὁ­ποῖ­οι συ­νέ­βη νά ἔ­χουν ἁ­γι­ο­κα­τα­τα­χθεῖ κι­ό­λας, ὁ­πό­τε τό κῦ­ρος τους πλέ­ον εἶ­ναι ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Σέ σχέ­ση μ’ αὐ­τό, πού λέ­γα­με στήν προ­η­γού­με­νη ρα­δι­ο­φω­νι­κή μας συ­νάν­τη­ση, γιά τήν κα­τά­τα­ξη μέ τήν ἐ­πί­ση­μη πρά­ξη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Κα­θη­γη­τής: Ἔ­τσι, ναί, για­τί ἡ συ­νεί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι αὐ­τή, πού ἁ­γι­ο­κα­τα­τάσ­σει καί, ἀ­πό πλευ­ρᾶς λη­ξι­αρ­χι­κῆς πρά­ξε­ως, τό κά­νει θε­σμι­κά καί μί­α Σύ­νο­δος. Ἄν θε­λή­σου­με νά ἀ­να­φερ­θοῦ­με κα­τα­λε­πτῶς στά πρό­σω­πα αὐ­τά, δέν θά μᾶς ἔ­φθα­νε ἡ ὥ­ρα, πού ἔ­χου­με γιά τήν ρα­δι­ο­φω­νι­κή ἐκ­πομ­πή. Γι’ αὐ­τούς ὅ­μως, πού κά­πως γνω­ρί­ζω, θά πῶ λί­γα πράγ­μα­τα καί θά πα­ρα­πέμ­ψω ἁ­πλῶς.

Ἅ­γιος Ἰ­ου­στῖ­νος Πό­πο­βιτς

Πρῶ­τα θά πῶ γιά τόν Ἅ­γιο Ἰ­ου­στῖ­νο Πό­πο­βιτς. Ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ου­στῖ­νος συ­νέ­βη νά εἶ­ναι καί ὁ­μό­τε­χνός μου, Κα­θη­γη­τής δη­λα­δή τῆς Δογ­μα­τι­κῆς στό Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Βε­λι­γρα­δί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρίν ἀ­πό 45 χρό­νια -ὑ­πο­γραμ­μί­στε το αὐ­τό- ἀν­τι­τά­χθη­κε σέ αὐ­τά ἀ­κρι­βῶς, πού ἐ­πι­χει­ρεῖ νά κά­νει ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος, για­τί ἔ­τσι ὀ­νο­μα­ζό­ταν καί τό­τε ἐ­πί Πα­τριά­ρχου Ἀ­θη­να­γό­ρου καί στή συ­νέ­χεια. Καί μά­λι­στα εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σια­κό τό γε­γο­νός, ὅ­τι ἐ­πι­ση­μαί­νει αὐ­τά, τά ὁ­ποῖ­α λέ­με κι ἐ­μεῖς.
Καί γιά νά σᾶς πῶ ἔ­τσι -μέ δυ­ό λό­για- τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ πράγ­μα­τος, πού μοῦ ’­κα­νε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση. Τήν Ἐ­πι­στο­λή του-Ὑ­πό­μνη­μα, πού ὑ­πέ­βα­λε στήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου τῆς Σερ­βί­ας, τήν δι­ά­βα­σα ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων, δη­λα­δή αὐ­τές τίς θέ­σεις μου τίς εἶ­χα καί χω­ρίς νά δι­α­βά­σω τήν Ἐ­πι­στο­λή του. Ἦ­ταν ὅ­μως πο­λύ με­γά­λη ἡ χα­ρά μου, ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σα, ὅ­τι τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α καί ἐ­γώ ἀ­πό τήν δι­κή μου θέ­ση καί με­λέ­τη καί συ­νεί­δη­ση ἔ­χω πεῖ, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς τά ἴ­δια μέ αὐ­τά, τά ὁ­ποῖ­α με­λέ­τη­σα. Λέ­ει λοι­πόν ἐ­κεῖ ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ου­στῖ­νος, ὅ­τι κά­θε νέ­α Με­γά­λη ἤ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος δέν θά εἶ­ναι οὔ­τε Ἁ­γί­α οὔ­τε Οἰ­κου­με­νι­κή οὔ­τε Η΄, ἄν προ­η­γου­μέ­νως δέν δε­χθεῖ τίς προ­γε­νέ­στε­ρες Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους καί τίς ἀ­σά­λευ­τες ἀ­πο­φά­σεις τους. Βλέ­πε­τε, ὅ­τι ἀ­κό­μη κι ἄν θέ­λει νά πα­ρα­κάμ­ψει τή λε­γο­μέ­νη Η΄ καί Θ΄ καί θε­λή­σει αὐ­τή νά λε­χθεῖ ὡς τέ­τοι­α, θά πρέ­πει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῶς νά ἀ­πο­δε­χτεῖ καί ρη­τῶς τίς ἀ­πο­φά­σεις αὐ­τές. Για­τί βλέ­που­με στά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὅ­τι κά­θε ἑ­πό­με­νη δέν λέ­ει, ὅ­τι ἁ­πλῶς ἀ­πο­δέ­χε­ται τίς ἀ­πο­φά­σεις. Τίς δι­α­βά­ζουν τίς ἀ­πο­φά­σεις, καί τίς κα­τα­δί­κες τίς δι­α­βά­ζουν. Καί συμ­φω­νοῦν ἐ­π’ αὐ­τῶν. Ἄ­ρα, ἔ­χου­με ἕ­να πο­λύ βα­σι­κό στοι­χεῖ­ο, πού εἴ­πα­με προ­η­γου­μέ­νως, καί τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει τή ση­μα­σί­α του, ὅ­τι προ­σα­να­το­λί­ζει ὡς πρός τίς θέ­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες θά ἐκ­φρα­στοῦν.
Καί τό­τε, ἀ­κό­μη, προ­ε­τοι­μά­ζε­το ἡ μέλ­λου­σα Με­γά­λη Πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος μέ τήν ἴ­δια με­θο­δο­λο­γί­α. Θέ­λε­τε νά σᾶς πῶ, ποι­ός εἶ­ναι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός αὐ­τῆς τῆς με­θο­δο­λο­γί­ας; Ἐ­μέ­να μοῦ βγῆ­κε αὐ­θόρ­μη­τα, ἐ­πει­δή εἴ­δα­με καί δι­α­βά­σα­με τά Πρα­κτι­κά τῆς Β΄ Βα­τι­κα­νεί­ου Συ­νό­δου, ὅ­τι εἶ­ναι δη­λα­δή σχο­λα­στι­κή ἡ με­θο­δο­λο­γί­α. Τί μᾶς λέ­ει ὁ Ἅ­γιος; Προ­ε­τοι­μά­ζε­ται μέ κα­θα­ρά σχο­λα­στι­κο­προ­τε­σταν­τι­κή θε­μα­το­λο­γί­α. Τό σχο­λα­στι­κή ἀ­φο­ρᾶ τόν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­σμό. Ἀλ­λά καί ἡ προ­τε­σταν­τι­κή θε­μα­το­λο­γί­α, ὅ­πως εἴ­δα­με, ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση δη­λα­δή τῶν Προ­τε­σταν­τῶν, εἶ­ναι τό ζη­τού­με­νο ἀ­πό τούς Προ­τε­στάν­τες. Οἱ Προ­τε­στάν­τες ἔ­χουν τήν ἀ­γω­νί­α τῆς ἑ­νό­τη­τας αὐ­τῶν τῶν ἰ­δί­ων, δι­ό­τι πο­λυ­δι­α­σπῶν­ται δια­ρκῶς. Καί φτά­σα­με τώ­ρα ἐ­μεῖς στό ση­μεῖ­ο, τή βο­ή­θεια πρός αὐ­τούς νά τήν ἐκ­φρά­σου­με μέ ἕ­να ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ρά­δε­κτο τρό­πο, υἱ­ο­θε­τών­τας ὅ­λους αὐ­τούς, μέ τίς ἀν­τι­φά­σεις με­τα­ξύ τους, ὡς «ἐκ­κλη­σί­ες», ἤ τό Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό μέ τέ­τοι­ες ἀ­πο­κλί­σεις. Ἡ θε­μα­το­λο­γί­α, λοι­πόν, εἶ­ναι σχο­λα­στι­κή καί προ­τε­σταν­τι­κή καί ὄ­χι εὐ­αγ­γε­λι­κή καί ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε πάν­τα ὡς σκο­πό της τήν σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καί τοῦ κό­σμου.
Προ­σέξ­τε τώ­ρα κα­τά λέ­ξη τί λέ­ει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ου­στῖ­νος: «Τό ὀρ­θο­δο­ξό­τε­ρον εἶ­ναι νά μή συγ­κλη­θεῖ κα­θό­λου ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος», οὐ­σι­α­στι­κά τῆς δί­νει αὐ­τό τό νό­η­μα, δι­ό­τι αὐ­τό φι­λο­δο­ξεῖ νά εἶ­ναι, «ἤ νά μή συμ­με­τά­σχει κά­ποι­ος σ’ αὐ­τήν». Αὐ­τό δέν τό εἶ­πα ἐ­γώ. Εἰ­ση­γεῖ­ται, δη­λα­δή, ὁ Ἅ­γιος τή μή συμ­με­το­χή Ἱ­ε­ραρ­χῶν σ’ αὐ­τήν. Δη­λα­δή, νά πέ­σει ἀ­πό μό­νη της, μέ τή μή συμ­με­το­χή. Ἐ­μεῖς ἔ­χου­με αὐ­τήν τήν πρα­κτι­κή σή­με­ρα; Ἐν μέ­ρει τήν ἔ­χου­με. Ὑ­πάρ­χουν δύ­ο θέ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἔρ­χον­ται πρός συ­ζή­τη­σιν καί στά ὁ­ποῖ­α δέν με­τέ­χει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Γε­ωρ­γί­ας καί τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας. Ἡ μή συμ­με­το­χή, ὅ­μως, ση­μαί­νει δι­α­φω­νί­α. Ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως μι­λή­σα­με γιά συμ­φω­νί­α ὡς πρός τίς ἀ­πο­φά­σεις, γεν­νᾶ­ται τώ­ρα ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς, πα­ρά ταῦ­τα, ἔρ­χον­ται κά­ποι­α θέ­μα­τα, ἀ­φοῦ ὁ­ρι­σμέ­νοι δι­α­φω­νοῦν;
Ἀλ­λά σᾶς λέ­γω τώ­ρα, ἐ­πί τῇ βά­σει τοῦ τί λέ­ει ὁ Ἅ­γιος: Ἄν δέν πᾶ­νε κά­ποι­οι Ἐ­πί­σκο­ποι στή Σύ­νο­δο, ὁ­πό­τε δέν θά εἶ­ναι εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις, ἤ ἄν πᾶ­νε καί φύ­γου­νε, δι­ό­τι δι­α­φω­νοῦν καί δέν θέ­λουν νά εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἡ δι­α­φω­νί­α τους λε­κτι­κή ἤ μέ μει­ο­ψη­φί­α, ἡ δυ­να­μι­κή αὐ­τή ἀ­που­σί­α τους ἀ­πό αὐ­τήν, θά δη­μι­ουρ­γή­σει τό πρό­βλη­μα τῆς νο­μι­μό­τη­τάς της. Ἔ­τσι, γιά νά μήν πα­ρε­ξη­γη­θῶ. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω. Ἡ πρό­τα­ση εἶ­ναι τοῦ Ἁ­γί­ου. Συμ­φω­νῶ καί ἐ­γώ, ἀλ­λά δέν ἦ­ταν δι­κή μου ἡ πρό­τα­ση. Αὐ­τό δέν τό εἶ­χα σκε­φθεῖ. «Τί δύ­να­ται νά πε­ρι­μέ­νει κα­νείς ἀ­πό μί­αν τοια­ύτην Οἰ­κου­με­νι­κήν Σύ­νο­δον;­», δι­ε­ρω­τᾶ­ται ὁ Ἅ­γιος, «ἕν μό­νον: σχί­σμα­τα καί αἱ­ρέ­σεις καί δι­α­φό­ρους ἄλ­λας συμ­φο­ράς. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ βα­θεῖ­α μου αἴ­σθη­σις καί ἡ πλή­ρης ὀ­δύ­νης ἐ­πί­γνω­σις. Δι’ αὐ­τό πα­ρα­κα­λῶ καί ἱ­κε­τεύ­ω τήν Ἱ­ε­ράν Σύ­νο­δον τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας, νά ἀ­πό­σχει ἀ­πό τήν συμ­με­το­χήν εἰς τήν προ­ε­τοι­μα­σί­αν τῆς Συ­νό­δου καί ἀ­πό τήν συμ­με­το­χήν εἰς τήν Σύ­νο­δον».
Σᾶς δι­ά­βα­σα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ση­μεῖ­α. Θά ἄ­ξι­ζε νά ἀ­σχο­λη­θοῦ­με σέ μί­α ὡ­ρια­ία ἐκ­πομ­πή, για­τί αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να Ὑ­πό­μνη­μα δε­κα­πέν­τε σε­λί­δων, καί ἴ­σως -ἄν βροῦ­με εὐ­και­ρί­α- εἶ­ναι κα­λό νά τό θυ­μή­σου­με σ’ ὅ­λους, για­τί εἶ­ναι adh­oc. Ἕ­να πρός ἕ­να, ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἱ­στο­ρί­α -προ­ϊ­στο­ρί­α θά λέ­γα­με τώ­ρα- τῆς Συ­νό­δου, πῶς ἔ­φτα­σε ἐ­κεῖ, μέ ποι­ές με­θό­δους, μέ ποι­ούς τρό­πους, ποι­ά με­θο­δο­λο­γί­α κ.τ.λ. καί ὅ­λα αὐ­τά θά ἦ­ταν πο­λύ δι­α­φω­τι­στι­κά. Βέ­βαι­α, ἐκ προ­οι­μί­ου σᾶς λέ­ω, ὅ­τι εἶ­ναι μέ­σα στό πνεῦ­μα πού κι­νη­θή­κα­με καί ἐ­μεῖς, ἀλ­λά ἄλ­λο εἶ­ναι νά ἀ­κού­ει κα­νείς τά λό­για ἑ­νός Ἁ­γί­ου.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Κι ὅ­λα αὐ­τά, πρίν ἀ­πό σα­ράν­τα πέν­τε χρό­νια.

Κα­θη­γη­τής: Κι ὅ­λα αὐ­τά, πρίν σα­ράν­τα πέν­τε χρό­νια. Τί θέ­λου­με νά ποῦ­με μέ αὐ­τό; Σέ σα­ράν­τα πέν­τε χρό­νια, ἔ­χου­με προ­σθή­κη χει­ρο­τέ­ρων πραγ­μά­των καί, ἑ­πο­μέ­νως, θά εἶ­χε νά πεῖ ὁ Ἅ­γιος ἀ­κό­μη πιό πολ­λά καί πιό αὐ­στη­ρά πράγ­μα­τα.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἀ­πό ὅ­σα γνω­ρί­ζου­με, κ. Κα­θη­γη­τά, τό­τε ἡ Εἰ­σή­γη­ση τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ου­στί­νου Πό­πο­βιτς- πού ἤ­τα­νε ἕ­νας Κα­θη­γη­τής καί ἤ­τα­νε ἐ­ξο­ρι­στος στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Τσέ­λι­ε- ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτή ἀ­πό τήν Σύ­νο­δο; Δι­ό­τι τό­τε ἦ­ταν καί ὁ Κομ­μου­νι­σμός.

Κα­θη­γη­τής: Ἀ­κρι­βῶς. Καί αὐ­τά ἔ­χου­νε ση­μα­σί­α. Λέ­ει, δη­λα­δή, ὅ­τι δέν πρέ­πει νά γί­νει ἡ Με­γά­λη Σύ­νο­δος καί γιά τόν πρό­σθε­το λό­γο, ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν Ἐκ­κλη­σί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες τε­λοῦν ὑ­πό ἀ­θε­ϊ­στι­κά κα­θε­στῶ­τα καί, ἑ­πο­μέ­νως, θά ἔλ­θουν στή Σύ­νο­δο, ὑ­πό ἐ­πι­τή­ρη­ση, τρό­πον τι­νά· αὐ­τό εἶ­ναι τό ὑ­πο­νο­ού­με­νο. Ἀ­φή­νω, ὅ­τι στρέ­φε­ται καί κα­τά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ρω­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α τό 1969 ἀ­πε­φά­σι­σε τήν I­n­t­e­r­c­o­m­m­u­n­io, δη­λα­δή τήν μυ­στη­ρια­κή δι­α­κοι­νω­νί­α μέ τόν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό. Σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τήν συμ­με­το­χή τους, εἶ­πε ὅ­τι, ἐ­πει­δή κα­τα­πα­τή­θη­καν δόγ­μα­τα καί Κα­νό­νες, δέν θά πρέ­πει νά ἐ­πι­τρέ­ψει ὁ Θε­ός μιά τέ­τοι­α ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή φρι­κα­λε­ό­τη­τα. Τήν σύγ­κλη­ση δη­λα­δή μιᾶς Οἰ­κου­με­νι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα Συ­νό­δου μέ πα­ρου­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ρω­σί­ας πα­ρα­κα­λῶ, για­τί δι­έ­πρα­ξε αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, δη­λα­δή τήν δι­α­κοι­νω­νί­α.
Φαν­τα­στεῖ­τε, τώ­ρα, τί θά ἔ­λε­γε με τή θε­μα­το­λο­γί­α πού ἔ­χου­με ἐ­μεῖς. Ὄ­χι δη­λα­δή γιά κά­ποι­ους Ρώ­σους, πού δι­έ­πρα­ξαν κά­τι τέ­τοι­ο καί τό ἀ­νέ­στει­λαν στή συ­νέ­χεια, ἀλ­λά γι’ αὐ­τούς οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­χου­νε μιά πο­λυ­μορ­φί­α αἱ­ρε­τι­κῶν θέ­σε­ων. Για­τί αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός, μιά πο­λύ­μορ­φη αἵ­ρε­ση. Ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος, πού μί­λη­σε γιά τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό, ὡς πα­ναί­ρε­ση. Αὐ­τό, βε­βαί­ως, δέν εἶ­ναι κα­θό­λου φα­να­τι­κό. Τό λέ­ω ἐξ ἀ­πό­ψε­ως ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς -ἐ­πει­δή ἀ­σχο­λή­θη­κα καί τό δι­δά­σκω-, ἀ­φοῦ ἔ­χει πολ­λές ἐ­πί μέ­ρους αἱ­ρέ­σεις, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες θά ἤ­θε­λα νά πῶ, ὅ­τι καί μιά ἀ­π’ αὐ­τές θά ἀρ­κοῦ­σε, γιά νά μήν ἔ­χου­με καμ­μί­α σχέ­ση μα­ζί τους. Μέ τό καμ­μιά σχέ­ση, ἐν­νο­ῶ σ’ αὐ­τήν τήν κα­τεύ­θυν­ση, ὄ­χι τό νά μή συ­ζη­τᾶ­με μα­ζί τους, προ­κει­μέ­νου οἱ ἄν­θρω­ποι νά κα­τα­νο­ή­σουν τό ὀρ­θό, ἄν θέ­λουν. Ὄ­χι ὅ­μως νά τούς θε­ω­ρή­σου­με ὡς «ἐκ­κλη­σί­α», πα­ρά ταῦ­τα, ἐ­νῶ δη­λα­δή ἐμ­μέ­νουν σ’ αὐ­τά, πού πι­στεύ­ουν, καί ἐ­νό­σω δέν ζη­τοῦν νά ἔρ­θουν στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἁ­πλῶς, ζη­τοῦν τήν ἀ­να­γνώ­ρι­σή τους ὡς ἀ­λη­θι­νή Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες, ὑ­πό τήν ἔν­νοι­α τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν, ὅ­πως εἶ­ναι π.χ. ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρω­σί­ας, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος. Ἀλ­λά αὐ­τό νο­εῖ­ται Βι­βλι­κά, ὡς ἡ Ἐκ­κλη­σί­α «ἡ οὖ­σα ἐν Ἑλ­λά­δι, ἐν Ρω­σί­ᾳ» κ.λπ., ὅ­πως τό λέ­ει δη­λα­δή ἀ­κρι­βῶς ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ τῇ οὔ­σῃ ἐν Κο­ρίν­θῳ…­». Μι­λᾶ­με πάν­τα γιά Μί­α Ἐκ­κλη­σί­α, γιά τήν Μί­α Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α πα­ροι­κεῖ σέ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη.
Ἐ­δῶ, ὅ­μως, δέν πρό­κει­ται πε­ρί αὐ­τῆς τῆς ταυ­τό­τη­τας, ἀ­φοῦ, ἀ­πό πλευ­ρᾶς πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, ἀ­πέ­χει πόρ­ρω, καί μά­λι­στα, ὅ­σο περ­νοῦν τά χρό­νια –μιά καί ἀ­να­φερ­θή­κα­με στά 45 χρό­νια-, ἔ­χουν αὐ­ξη­θεῖ πο­λύ αὐ­τές οἱ αἱ­ρέ­σεις. Εἶ­ναι ἐκ­πλη­κτι­κό, δη­λα­δή, τό πῶς τόλ­μη­σαν αὐ­τοί οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι νά βά­λουν τήν ὑ­πο­γρα­φή τους γιά αὐ­τήν τήν θε­μα­το­λο­γί­α καί μό­νο, πῶς μπό­ρε­σαν νά τήν εἰ­ση­γη­θοῦν. Για­τί, ἐ­κεῖ στήν Εἰ­σή­γη­ση, φαί­νον­ται καί οἱ προ­θέ­σεις σου. Εἰ­ση­γεῖ­σαι αὐ­τό, πού θέ­λεις νά ψη­φι­σθεῖ. Καί δέν μπο­ρῶ νά τό συλ­λά­βω, νο­η­τι­κά, αὐ­τό τό πρᾶγ­μα. Δέν μοῦ κά­θε­ται μέ κα­νέ­ναν τρό­πο μέ­σα μου, πῶς ἕ­νας Ὀρ­θό­δο­ξος εἰ­ση­γεῖ­ται ἕ­να τό­σο ἀν­τορ­θό­δο­ξο πρᾶγ­μα, πού ἀ­φο­ρᾶ τό πιό καί­ριο καί λε­πτό ση­μεῖ­ο τῆς πί­στε­ώς μας, τήν Ἐκ­κλη­σί­α, δη­λα­δή, ὡς Μί­α.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Αὐ­τό εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά ἕ­να εὔ­λο­γο ἐ­ρώ­τη­μα. Δέν ξέ­ρω, ἄν μπο­ροῦ­με νά δώ­σου­με ἀ­πάν­τη­ση, δέν εἴ­μα­στε καί σέ θέ­ση μᾶλ­λον νά δώ­σου­με ἀ­πάν­τη­ση, ἀλ­λά εἶ­ναι κα­λό, πού τό θέ­τε­τε τό ἐ­ρώ­τη­μα.

Κα­θη­γη­τής: Ἀ­πάν­τη­ση κα­νο­νι­κά, θε­ο­λο­γι­κά, ὑ­πάρ­χει. Κα­θε­τί, τό ὁ­ποῖ­ο γί­νε­ται, ἔ­χει τό ὑ­πό­βα­θρό του στήν καρ­διά μας. Ἀλ­λά ἀ­φῆ­στε, νά μή συ­ζη­τή­σου­με γι’ αὐ­τό τό θέ­μα αὐ­τή τή στιγ­μή, για­τί τώ­ρα μι­λᾶ­με γιά πράγ­μα­τα, πού τρέ­χουν καί ὄ­χι γιά τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις, πού ὁ­δή­γη­σαν, ἄν καί αὐ­τό θά ἄ­ξι­ζε πο­λύ τόν κό­πο. Ἀρ­κεῖ νά σᾶς πῶ, ὅ­τι τό δόγ­μα συμ­πυ­κνώ­νει τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, καί ὅ­ταν δέν ὑ­πάρ­χει ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τό­τε θέ­λου­με ἀλ­λό­τρια δόγ­μα­τα, γιά νά στε­γά­ζουν αὐ­τή τή ζω­ή, δη­λα­δή τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη ζω­ή. Καί αὐ­τό εἶ­ναι τρα­γι­κό νά τό εἰ­ση­γού­μα­στε ἐ­μεῖς. Ἐν­τά­ξει, τό λέ­νε οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι· ἐν­τά­ξει, κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ἀ­τε­λῶς, ἐκ­προ­σω­πη­μέ­νο ἀ­κό­μη καί ἀ­πό πο­λύ ὑ­ψη­λά στήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α πρό­σω­πα, ἀλ­λά νο­μί­ζω μέ­σα σ’ ἕ­να πλαί­σιο ἀ­νο­χῆς. Καί οἱ πι­στοί, ἀ­να­μέ­νον­τας καί προ­σευ­χό­με­νοι, τό ἄ­φη­ναν νά τα­κτο­ποι­η­θεῖ κά­ποι­α μέ­ρα, θε­σμι­κά. Ἀλ­λά σᾶς εἶ­πα, ἐ­γώ πε­ρί­με­να νά γί­νει αὐ­τή ἡ Μέλ­λου­σα Σύ­νο­δος, ἀλ­λά γιά νά τά κα­τα­δι­κά­σει αὐ­τά, ὄ­χι νά τά υἱ­ο­θε­τή­σει. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἔκ­πλη­ξή μου.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Αὐ­τή εἶ­ναι τό­τε καί ἡ ἔκ­πλη­ξη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ου­στί­νου.

Κα­θη­γη­τής: Ναί. Γι’ αὐ­τό καί εἰ­ση­γεῖ­ται ἁ­πλῶς νά μή γί­νει κα­θό­λου. Για­τί, κοι­τᾶξ­τε, τόν ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι. Ἐ­γώ εἶ­πα κομ­ψά, νά ἀ­πο­συρ­θεῖ τό θέ­μα, γιά νά μήν κά­νω μά­θη­μα σέ Ἐ­πι­σκό­πους. Ἀλ­λά τώ­ρα, μιά καί τό συ­ζη­τᾶ­με εὐ­ρέ­ως καί ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­κρο­α­τῶν μας δη­μο­σί­ᾳ, πρέ­πει νά πῶ, ὅ­τι δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, ὅ­τι μπῆ­κε τό θέ­μα αὐ­τό καί ὅ­τι δέν θά εἶ­ναι μό­νο αὐ­τό. Δη­λα­δή, αὐ­τά τί­θεν­ται πρός συ­ζή­τη­ση, φυ­σι­κά, καί δι­όρ­θω­ση ἤ ἀ­πόρ­ρι­ψη, σέ μιά τε­λι­κή συμ­φω­νί­α. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ξέ­ρει κα­νείς τήν ὅ­λη αὐ­τή προ­ϊ­στο­ρί­α, φο­βᾶ­ται καί γιά ἄλ­λα πράγ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α δέν φαί­νον­ται κα­θα­ρά καί μπο­ρεῖ ἐ­κεῖ νά κυ­ρι­αρ­χή­σουν. Μέ τέ­τοι­ες προ­δι­α­γρα­φές, ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­να.
Γι’ αὐ­τό, ἡ σύ­στα­σή του ἦ­ταν νά μή γί­νει ἡ Σύ­νο­δος. Καί θυ­μᾶ­μαι τό­τε, ὅ­τι ἤ­μουν φοι­τη­τής, ὅ­ταν τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα αὐ­τό, ὄ­χι ἀ­πό κεί­με­νο ἀλ­λά ἀ­κου­στι­κά, καί εἶ­πα τήν ἔκ­φρα­ση: «καί πῶς γνω­ρί­ζει ὁ π. Ἰ­ου­στῖ­νος Πό­πο­βιτς, ὅ­τι δέν θά ἐ­νερ­γή­σει τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ;». Ὡς φοι­τη­τής τῆς Θε­ο­λο­γί­ας, πού ἤ­μουν, δέν εἶ­χα τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις νά τό κα­τα­λά­βω. Τώ­ρα, ὅ­μως, πού βλέ­πω καί γνω­ρί­ζω τά πράγ­μα­τα, ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι, ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά κυ­ρι­αρ­χή­σει τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ὅ­ταν δέν εἶ­ναι ἐ­νερ­γό στίς καρ­δι­ές μας. Του­λά­χι­στον, μέ­χρι τή δι­α­τύ­πω­ση φαί­νε­ται, ὅ­τι δέν ἐκ­φρά­ζε­ται τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο. Θά μπο­ροῦ­σε βε­βαί­ως νά ἐκ­φρα­σθεῖ ἐ­κεῖ πέ­ρα μέ­σα στή Σύ­νο­δο, ὑ­πό τήν προ­ϋ­πό­θε­ση, ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἤ­δη ἐ­νερ­γό στίς καρ­δι­ές κά­ποι­ων, πού θά κλη­θοῦν ἐ­κεῖ «κα­τά λά­θος»; Θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε ἐν­τός εἰ­σα­γω­γι­κῶν νά τό πῶ, «ἀ­πό κά­ποι­ους», οἱ ὁ­ποῖ­οι θά ξε­φύ­γουν τίς ἐν­δε­χό­με­νες με­θο­δεύ­σεις; Εἰ­κα­σί­α κά­νω. Δέν εὔ­χο­μαι, νά κά­νουν τέ­τοι­ες με­θο­δεύ­σεις, για­τί δέν ἔ­χει γί­νει γνω­στός ὁ τρό­πος. Εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις Ἐ­πί­σκο­ποι. Ποι­οί; Οἱ «ἄ­ρι­στοι»; Καί ποι­οί εἶ­ναι οἱ ἄ­ρι­στοι; Καί πῶς με­τρᾶ­τε τό ἄ­ρι­στο; Εἶ­ναι οἱ λο­γι­ό­τε­ροι; Οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κό­τε­ροι; Ἐ­δῶ, πῆ­γαν ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί ὁ Ἅ­γιος Σπυ­ρί­δων στήν Α’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο καί, ὡς ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τοι, ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο. Ἐ­ξί­σου, ὅ­πως συ­νέ­βα­λε ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν λο­γι­ό­τα­τος.
Τό θέ­μα δέν εἶ­ναι, πό­σα γράμ­μα­τα ξέ­ρου­με ἤ πό­σο εὐ­φυ­εῖς κα­τά κό­σμον εἴ­μα­στε, ἀλ­λά ἄν ἔ­χου­με τήν εὐ­φυ­ΐ­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι ἡ σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ, καί ἡ ὁ­ποί­α δέν ἐκ­φρά­ζε­ται, ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Ἀπ. Παῦ­λος, μέ πε­ρί­τε­χνα λό­για. Ἀλ­λά ἐ­νερ­γών­τας τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ἐκ τῶν ἀ­κο­λου­θούν­των ση­μεί­ων, πει­θώ­με­θα γιά τοῦ λό­γου τό ἀ­σφα­λές. Ὅ­πως δη­λα­δή στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος. Μέ τί κρι­τή­ρια θά ἔ­βγα­ζε κα­νείς ἀ­πό τό σύλ­λο­γο τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τόν ἀ­γράμ­μα­το ποι­μέ­να, ἄν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή ἐ­κεί­νη Σύ­νο­δος τήν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κή αὐ­τή ἐ­πι­λε­κτι­κή στά­ση ἔ­ναν­τι τῶν συ­νέ­δρων; Ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ ἕ­ναν πο­λύ ἁ­πλό τρό­πο, μ’ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα θαυ­μα­τουρ­γι­κό, ἔ­δει­ξε τήν τρι­α­δι­κό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λά καί ὁ τρό­πος πού φέρ­θη­κε ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος ἐ­πι­βρα­βεύ­τη­κε ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό καί τήν Πα­να­γί­α, γιά νά μήν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σέ λε­πτο­μέ­ρει­ες, ἐ­νῶ ὁ τρό­πος του, ὡς γνω­στόν, ἦ­ταν –κο­σμι­κά θε­ω­ρού­με­νος- κα­τα­δι­κα­στέ­ος.
Ἀλ­λά, εἶ­πα πρό ὀ­λί­γου, ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι ἅ­γιοι στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας, οἱ ὁ­ποῖ­οι μᾶς βο­ή­θη­σαν, σέ ἀ­νύ­πο­πτο χρό­νο τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, νά κα­τα­νο­ή­σου­με καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά, δηλ. τή χα­ρι­σμα­τι­κή πλευ­ρά, τήν ἴ­δια αὐ­τή ἀ­λή­θεια. Ἕ­νας τέ­τοι­ος εἶ­ναι ὁ π. Φι­λό­θε­ος Ζερ­βᾶ­κος. Ἔ­χου­με πολ­λά σχε­τι­κά κεί­με­να δι­κά του, καί νο­μί­ζω, ὅ­τι οἱ πάν­τες τά γνω­ρί­ζουν.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νά ποῦ­με, ὅ­τι στή συ­νεί­δη­ση τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τήν τι­μή τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος μέ ὅ­σα ἔ­χουν ση­μει­ω­θεῖ καί ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ. Ἀ­πο­μέ­νει ἡ πρά­ξη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἄν καί ὅ­πο­τε γί­νει ἤ καί πο­τέ.

Ἅ­γιος Πα­ΐ­σιος

Κα­θη­γη­τής: Ναί. Δέν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη ἡ ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξη.Ἔ­χου­με καί τόν π. Πα­ΐ­σιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γρα­ψε μί­α Ἐ­πι­στο­λή πρός τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­θη­να­γό­ρα, ὅ­ταν ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­να τά ἀ­νοίγ­μα­τα, καί εἶ­πε ὁ Ὅ­σιος πράγ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σια­κά καί στά ὁ­ποῖ­α συμ­φω­νῶ. Καί μή γνω­ρί­ζον­τας τήν Ἐ­πι­στο­λή αὐ­τή τή συγ­κε­κρι­μέ­νη, ἐκ­φρα­ζό­μουν κι ἐ­γώ μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο καί ἀ­πο­ροῦ­σα, πῶς ἔ­κα­να ἕ­να πρᾶγ­μα, πού πο­τέ, νω­ρί­τε­ρα, δέν τό εἶ­χα σκε­φτεῖ. Γιά νά κα­τα­λά­βε­τε, θά σᾶς δι­α­βά­σω ἕ­να ἐ­λά­χι­στο τμῆ­μα αὐ­τῆς τῆς Ἐ­πι­στο­λῆς πρός τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­θη­να­γό­ρα: «Φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι θά μέ κα­τα­λά­βουν ὅ­λοι», ἔ­γρα­φε, «ὅ­τι τά γρα­φό­με­νά μου δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά ἕ­νας βα­θύς μου πό­νος διά τήν γραμ­μήν καί κο­σμι­κήν ἀ­γά­πην, δυ­στυ­χῶς, τοῦ πα­τέ­ρα μας κ. Ἀ­θη­να­γό­ρα. Ὅ­πως φαί­νε­ται, ἀ­γά­πη­σε μί­αν ἄλ­λην γυ­ναῖ­κα μον­τέρ­να, πού λέ­γε­ται Πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, δι­ό­τι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξος Μη­τέ­ρα μας δέν τοῦ κά­μνει καμ­μί­αν ἐν­τύ­πω­σι, ἐ­πει­δή εἶ­ναι πο­λύ σε­μνή. Αὐ­τή ἡ ἀ­γά­πη, πού ἀ­κού­σθη­κε ἀ­πό τήν Πό­λι, βρῆ­κε ἀ­πή­χη­σι σέ πολ­λά παι­διά του, πού τήν ζοῦν εἰς τάς πό­λεις. Ἄλ­λω­στε αὐ­τό εἶ­ναι καί τό πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς μας: ἡ οἰ­κο­γέ­νεια νά χά­ση τό ἱ­ε­ρό νό­η­μά της ἀ­πό τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­γά­πες, πού ὡς σκο­πό ἔ­χουν τήν δι­ά­λυ­σιν καί ὄ­χι τήν ἕ­νω­σιν». Ὁ λό­γος του εἶ­ναι πα­ρα­βο­λι­κός. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὡς οἰ­κο­γέ­νεια: «Μέ μιά τέ­τοι­α πε­ρί­που κο­σμι­κή ἀ­γά­πη καί ὁ Πα­τριά­ρχης μας φθά­νει στή Ρώ­μη. Ἐ­νῶ θά ἔ­πρε­πε νά δεί­ξη ἀ­γά­πη πρῶ­τα σέ μᾶς τά παι­διά του καί στή Μη­τέ­ρα μας Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τός, δυ­στυ­χῶς, ἔ­στει­λε τήν ἀ­γά­πη του πο­λύ μα­κριά. Τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νά ἀ­να­παύ­ση μέν ὅ­λα τά κο­σμι­κά παι­διά, πού ἀ­γα­ποῦν τόν κό­σμον καί ἔ­χουν τήν κο­σμι­κήν αὐ­τήν ἀ­γά­πην, νά κα­τα­σκαν­δα­λί­ση ὅ­μως ὅ­λους ἐ­μᾶς, τά τέ­κνα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, μι­κρά καί με­γά­λα, πού ἔ­χουν φό­βο Θε­οῦ.­.. Με­τά λύ­πης μου ἀ­πό ὅ­σους φι­λε­νω­τι­κούς ἔ­χω γνω­ρί­σει, δέν εἶ­δα νά ἔ­χουν οὔ­τε ψί­χα πνευ­μα­τι­κή οὔ­τε φλοι­ό.
Ξέ­ρουν ὅ­μως, νά ὁ­μι­λοῦν γιά ἀ­γά­πη καί ἑ­νό­τη­τα, ἐ­νῶ οἱ ἴ­διοι δέν εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Θε­ό, δι­ό­τι δέν τόν ἔ­χουν ἀ­γα­πή­σει».
Δέν θέ­λω νά μα­κρη­γο­ρή­σω. Νο­μί­ζω, ὅ­τι ἀ­πό αὐ­τά τά λί­γα, εἶ­ναι πο­λύ σα­φές τό πνεῦ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Πα­τρός. Γιά ὅ­σους ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται νά τήν ἀ­να­ζη­τή­σουν αὐ­τήν τήν Ἐ­πι­στο­λή, ἡ ὁ­ποί­α γρά­φτη­κε στίς 23 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1969, μπο­ροῦν νά τήν βροῦ­νε.

π. Ἐ­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­της
«ἄνωθεν ἀποκάλυψη»

Στή συ­νέ­χεια, θά πῶ κά­τι, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει νά κά­νει μέ προ­σω­πι­κή κα­τά­θε­ση. Συν­δε­ό­μου­να ἐ­πί δε­κα­ε­τί­ες μέ τόν π. Ἐ­φραίμ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη, τοῦ ὁ­ποί­ου τό ἦ­θος καί τό φρό­νη­μα εἶ­ναι ἐ­γνω­σμέ­να. Εἶ­ναι ἐ­γνω­σμέ­νο, ἐ­πί­σης, ὅ­τι εἶ­χε κι αὐ­τός «πνευ­μα­τι­κή τη­λε­ό­ρα­ση». Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μέ­να, πολ­λές φο­ρές πή­γαι­να μέ τήν πρό­θε­ση, νά θέ­σω κά­ποι­α ἐ­ρω­τή­μα­τα πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να, μέ μί­α ἀ­ξι­ο­λο­γι­κή σει­ρά, καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τό δι­κό μου λε­ξι­λό­γιο. Καί ὅ­ταν πή­γαι­να κον­τά του, χω­ρίς νά τοῦ θέ­σω κἄν τήν ἐ­ρώ­τη­ση, μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε μέ αὐ­τήν τή δι­α­δο­χή τῶν ἐ­ρω­τη­μά­των πού εἶ­χα καί μέ τό λε­ξι­λό­γιό μου. Τό λέ­ω, ὡς προ­σω­πι­κή πεί­ρα. Δέν ἀ­πο­τε­λεῖ κά­τι και­νο­φα­νές. Αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε καί μέ πολ­λούς ἄλ­λους.
Κά­πο­τε, λοι­πόν, νε­α­ρός τό­τε κα­θη­γη­τής στή Θε­ο­λο­γι­κή, μι­λᾶ­με τώ­ρα πρίν ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια, τοῦ εἶ­πα τό ἑ­ξῆς. Ἐ­πει­δή καί στή Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή, ἰ­δι­αί­τε­ρα τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τό κλῖ­μα τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ ἀν­θεῖ, εἶ­χα κά­ποι­α ἔν­το­να προ­βλή­μα­τα καί ἐ­ρω­τή­μα­τα, ἐ­πει­δή ἔ­βλε­πα νά ἐκ­προ­σω­πεῖ­ται ἀ­πό σε­βα­στούς, κα­τά τά ἄλ­λα, κα­θη­γη­τές. Φυ­σι­κά, τό­σο ἡ συ­νεί­δη­σή μου ὅ­σο καί οἱ γνώ­σεις μου ἀν­τι­δροῦ­σαν μέν, ἤ­θε­λα ὅ­μως, πέ­ρα ἀ­πό τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή μου θέ­ση, νά ἔ­χω καί τήν χα­ρι­σμα­τι­κή ἀ­πάν­τη­ση, πρᾶγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­κα­να καί σέ πά­ρα πολ­λά ἄλ­λα θέ­μα­τα.
Τόν ρώ­τη­σα, λοι­πόν, ἐ­πί τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου, μή­πως μπο­ρεῖ νά μοῦ πεῖ τί πρᾶγ­μα εἶ­ναι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός. Μοῦ ἀ­πήν­τη­σε ἀ­πε­ρί­φρα­στα καί χω­ρίς καμ­μί­α δυ­σκο­λί­α: «Αὐ­τήν τήν ἐ­ρώ­τη­ση, παι­δί μου, μοῦ τήν ἔ­χει κά­νει κι ἕ­νας ἀ­κό­μη νω­ρί­τε­ρα ἀ­πό σέ­να. Ἐ­γώ, ἐ­δω­πέ­ρα ἐ­πά­νω, βρί­σκο­μαι σα­ράν­τα χρό­νια στά βρά­χια. Ἔ­χω ξε­χά­σει καί τά ἑλ­λη­νι­κά μου»- ση­μει­ω­τέ­ον τε­λεί­ω­σε σχο­λαρ­χεῖ­ο - «ἀλ­λά μ’ αὐ­τό τό θέ­μα δέν ἔ­χω ἀ­σχο­λη­θεῖ. Γι’ αὐ­τό, ἐ­πει­δή ἔ­πρε­πε νά τό ἀ­παν­τή­σω, ἀ­φοῦ δέ­χτη­κα ἐ­ρώ­τη­μα καί δέν εἶ­χα κα­μί­α γνώ­μη πά­νω στό θέ­μα, πῆ­γα στό κελ­λί μου καί προ­σευ­χή­θη­κα καί ρώ­τη­σα τόν Χρι­στό νά μέ πλη­ρο­φο­ρή­σει τί εἶ­ναι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός. Πῆ­ρα τήν ἀ­πάν­τη­σή του, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι, ὅ­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός ἔ­χει πνεῦ­μα πο­νη­ρί­ας καί κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πό ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα». Καί τόν ρώ­τη­σα, πῶς ἀ­κρι­βῶς πι­στο­ποι­ή­θη­κε αὐ­τό. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, πώς «με­τά τήν προ­σευ­χή γέ­μι­σε τό κελ­λί μου ἀ­πό ἀ­φό­ρη­τη δυ­σω­δί­α, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ἔ­φερ­νε ἀ­σφυ­ξί­α στήν ψυ­χή, δέν μπο­ροῦ­σα νά ἀ­να­πνεύ­σω πνευ­μα­τι­κά». Τόν ρώ­τη­σα, ἄν αὐ­τό ἦ­ταν ἕ­να ἔ­κτα­κτο γε­γο­νός γι’ αὐ­τόν ἤ ἄν ἔ­τσι τοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ Χρι­στός σέ ἀ­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις καί μέ βε­βαί­ω­σε, ὅ­τι «σέ ὅ­λες τίς πε­ρι­πτώ­σεις, πού εἶ­ναι μπλεγ­μέ­νες μέ μά­για, μέ ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα, αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση, στήν ὁ­ποί­α μέ εἰ­σά­γει. Με­ρι­κές φο­ρές ὑ­πάρ­χει καί λε­κτι­κή ἀ­πάν­τη­ση, ἀλ­λά στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αὐ­τή ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση καί ἔ­χω ἀ­πό­λυ­τη τή βε­βαι­ό­τη­τα, ὅ­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός δέν ἔ­χει τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ἀλ­λά τό πνεῦ­μα τό ἀ­κά­θαρ­το».
Αὐ­τό πού λέ­γω αὐ­τή τή στιγ­μή, θά μπο­ροῦ­σε νά πεῖ κα­νείς, ἐν­δε­χο­μέ­νως, ὅ­τι ἔ­χει χα­ρα­κτῆ­ρα ἐν­τυ­πώ­σε­ων. Σᾶς πλη­ρο­φο­ρῶ, ὅ­τι χά­ρη­κα πά­ρα πο­λύ, ἐ­πει­δή αὐ­τό, πού εἶ­πε σέ μέ­να προ­σω­πι­κά, τό εἶ­δα κα­τα­γραμ­μέ­νο καί ἀ­πό τήν εὐ­λα­βῆ συ­νο­δεί­α του, πού δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ναν τι­μη­τι­κό Τό­μο γύ­ρω ἀ­πό τό πρό­σω­πό του, τήν πνευ­μα­τι­κό­τη­τά του καί τά λό­για του. Πι­στο­ποι­εῖ­ται λοι­πόν καί ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἀλ­λά ἐ­γώ τό δι­ε­σταύ­ρω­σα καί μέ ἄλ­λους ἀ­ξι­ό­πι­στους θε­ο­λό­γους, οἱ ὁ­ποῖ­οι συ­νέ­βη νά τό ἀ­κού­σουν προ­σω­πι­κά. Δέν τό ἔ­χω πεῖ δη­μο­σί­ᾳ μέ­χρι τώ­ρα, ἀλ­λά τό ἔ­φε­ραν ἔ­τσι τά πράγ­μα­τα, πού μέ ἀ­ναγ­κά­ζουν νά τό πῶ. Βε­βαί­ως, αὐ­τό ἔ­παι­ξε ἀ­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο στήν στά­ση μου ἀ­πέ­ναν­τι στόν Οἰ­κου­με­νι­σμό. Ἐ­γώ, βε­βαί­ως, ὡς κα­θη­γη­τής, ὡς ἐ­πι­στή­μων, ὀ­φεί­λω σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση νά τό ἀ­να­κρί­νω τό θέ­μα μέ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά κρι­τή­ρια καί νά τεκ­μη­ρι­ώ­νω τήν ἄ­πο­ψή μου ἐ­πι­στη­μο­νι­κά καί αὐ­τό κά­νω καί στά μα­θή­μα­τά μου, βῆ­μα πρός βῆ­μα. Ὅ­μως θε­ω­ρῶ, πώς ἡ κα­τά­θε­ση αὐ­τή εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή, για­τί γί­νε­ται μέ τρό­πο χα­ρι­σμα­τι­κό ἀ­πό ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν γνω­ρί­ζει κά­τι γύ­ρω ἀ­πό αὐ­τό τό πρό­βλη­μα, δέν ἔ­χει δι­α­βά­σει, δέν ἔ­χει ἀ­κού­σει, ἀλ­λά κα­τα­θέ­τει τήν ἄ­με­ση πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α του. Νο­μί­ζω, ὅ­τι μι­λοῦν ἐ­δῶ τά ἴ­δια τά πράγ­μα­τα.

Πῶς πρέ­πει νά ἐ­νερ­γή­σου­με;


Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἔ­χου­με λοι­πόν τούς Ἁ­γί­ους μας, τούς σύγ­χρο­νους Γέ­ρον­τες, σύγ­χρο­νες ἁ­γι­α­σμέ­νες μορ­φές, πού τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια μί­λη­σαν γι’ αὐ­τά, πού ἔρ­χε­ται τώ­ρα νά μι­λή­σει ἡ Σύ­νο­δος, πού μέλ­λει νά συγ­κλη­θεῖ. Ἐ­μεῖς προ­σπα­θή­σα­με, κ. Κα­θη­γη­τά, μέ τήν δι­κή σας βο­ή­θεια, νά προ­σεγ­γί­σου­με ἕ­να θέ­μα, πού εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ με­γά­λο καί, δυ­στυ­χῶς, γιά τό ὁ­ποῖ­ο οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό ἐ­μᾶς ἔ­χου­με πλή­ρη με­σά­νυ­χτα. Ἦ­ταν, θε­ω­ρῶ, πο­λύ ση­μαν­τι­κά, ὅ­σα μᾶς εἴ­πα­τε, ἔ­στω καί σ’ αὐ­τόν τόν πι­ε­σμέ­νο ρα­δι­ο­φω­νι­κά χρό­νο. Θά ἤ­θε­λα, ὅ­μως, νά σᾶς ρω­τή­σω, πῶς θά ἐ­πι­θυ­μού­σα­τε νά λει­τουρ­γή­σει αὐ­τή ἡ ἐ­νη­μέ­ρω­ση, αὐ­τή ἡ πλη­ρο­φό­ρη­ση, πού προ­σπα­θή­σα­με νά λά­βου­με ἀ­πό ἐ­σᾶς, στίς καρ­δι­ές τῶν ἀ­κρο­α­τῶν μας, ἀλ­λά καί ὅ­λων μας;

Κα­θη­γη­τής: Εὐ­χα­ρι­στῶ πά­ρα πο­λύ γι’ αὐ­τήν τήν ἐ­ρώ­τη­ση, για­τί θά ἔ­χει, κα­τά τήν γνώ­μη μου, ἀ­πο­φα­σι­στι­κή ση­μα­σί­α ἡ στά­ση μας με­τά τήν πλη­ρο­φό­ρη­ση. Ἡ πλη­ρο­φό­ρη­ση δέν ἔ­χει ἐγ­κε­φα­λι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Δέν ἔ­χει τήν ἔν­νοι­α, ὅ­τι εἶ­πα ἐ­γώ αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, γιά νά μά­θουν οἱ ἀ­κρο­α­τές κά­τι, πού ἁ­πλῶς δέν γνώ­ρι­ζαν. Καί κα­θέ­νας φι­λο­μα­θής φυ­σι­κά θέ­λει νά γνω­ρί­ζει, ἀ­φοῦ ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­πως λέ­ει καί ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, «φύ­σει τοῦ εἰ­δέ­ναι ὀ­ρέ­γε­ται», δη­λα­δή θέ­λει ἐκ φύ­σε­ώς του νά μα­θαί­νει. Ἐ­δῶ, ὑ­πάρ­χει μιά πο­λύ πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη σκο­πι­μό­τη­τα. Του­λά­χι­στον ἐκ μέ­ρους μου, πού εἶ­πα αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, μέ αὐ­τό τό ὕ­φος καί μέ αὐ­τόν τόν τό­νο.

Ἀ­νάγ­κη προ­σευ­χῆς

Προ­σω­πι­κά, θά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα ἡ πλη­ρο­φό­ρη­ση αὐ­τή νά ὁ­δη­γή­σει ὅ­λους μας σέ κα­θη­με­ρι­νή, τα­πει­νή, ἐν με­τα­νοί­ᾳ προ­σευ­χή, ὥ­στε νά μή δι­α­σα­λευ­θεῖ ἡ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι δε­δο­μέ­νη ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ὅ­πως εἴ­πα­με σέ προ­η­γού­με­νη ἐκ­πομ­πή, ἡ ἑ­νό­τη­τα εἶ­ναι δε­δο­μέ­νη ἄ­νω­θεν, δέν τήν κά­νου­με ἐ­μεῖς, ἀλ­λά τήν ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με, με­τέ­χου­με ἤ δέν με­τέ­χου­με στήν ἑ­νό­τη­τα. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὑ­πό­θε­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Κα­θέ­νας, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τέ­χει στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα ἐ­νερ­γῶς, αὐ­τός εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νος στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­τσι, στήν Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­ναι ὅ­λος ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός, τά ἑ­κα­τομ­μύ­ρια καί τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρια τῶν Ἀγ­γέ­λων καί ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ Ἅ­γιοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­χουν δι­α­πρέ­ψει στήν ἐ­πί­γεια ζω­ή, τη­ρών­τας τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ δο­ξα­σμέ­νη πλευ­ρά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἐ­μεῖς συ­νι­στοῦ­με τήν στρα­τευ­μέ­νη. Ἡ ἑ­νό­τη­τα, λοι­πόν, εἶ­ναι δε­δο­μέ­νη. Τό «ἵ­να ὦ­σιν ἕν», πού εἶ­ναι ἡ Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή προ­σευ­χή τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­χει τό νό­η­μα, νά μᾶς κα­λέ­σει, πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να σέ ἑ­νό­τη­τα, διά τῆς τη­ρή­σε­ως τῶν ἐν­το­λῶν Του, ὄ­χι διά τῆς ἁ­πλῆς ἀ­πο­δο­χῆς μιᾶς δι­δα­σκα­λί­ας. Ἀλ­λά μέ τρό­πο μυ­στη­ρια­κό, χα­ρι­σμα­τι­κό, νά γί­νου­με ἕ­να μέ τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί ὅ­λους αὐ­τούς τούς Ἁ­γί­ους, διά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Κι αὐ­τό θά γί­νει, ὅ­ταν τη­ροῦ­με τίς ἐν­το­λές καί με­τέ­χου­με ἐ­νερ­γά καί ἀ­κα­τά­κρι­τα στά θε­ουρ­γά Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί εἰ­δι­κό­τε­ρα στό Μυ­στή­ριο τῆς Με­τα­νοί­ας, τῆς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καί τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας.
Ὅ­ταν με­τέ­χου­με ἐ­νερ­γά καί εἶ­ναι ἐ­νερ­γό ἐν ἡ­μῖν τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά φω­τί­σει καί νά συγ­κρα­τή­σει αὐ­τούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι κι­νοῦν­ται μέ τρό­πο ἀ­θέ­μι­το μέ­σα στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας -τό λέ­ω ἀ­θέ­μι­το, ὑ­πό τήν ἔν­νοι­α ὅ­τι δέν τη­ροῦν­ται οἱ προ­δι­α­γρα­φές τῶν Συ­νό­δων, πού γνω­ρί­ζου­με-, ὥ­στε νά τούς φω­τί­σει. Καί θά τούς φω­τί­σει σί­γου­ρα, για­τί ὡς Ἐ­πί­σκο­ποι εἶ­ναι εἰς τό­πον καί τύ­πον Χρι­στοῦ, μό­νον ἐ­φ’ ὅ­σον ἔ­χουν καί οἱ ἴ­διοι αὐ­τό τό πνεῦ­μα τῆς με­τα­νοί­ας, δι­ό­τι «τα­πει­νοῖς δί­δω­σι χά­ριν» ὁ Θε­ός, μᾶς δι­α­βε­βαί­ω­σε ὁ Χρι­στός. Κα­τά συ­νέ­πεια, ζη­τᾶ­με αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, νά γί­νει οἰ­κεῖ­ο καί σ’ αὐ­τούς, πού θά ἐκ­φρα­στοῦν θε­σμι­κά. Ἀλ­λά, ἡ προ­σευ­χή μας εἰ­σα­κού­ε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό μό­νον, ὅ­ταν εἶ­ναι ἔμ­πο­νη, ὅ­πως μᾶς ἔ­λε­γε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί ὁ Ἅ­γιος Πα­ΐ­σιος. Γιά νά γί­νει, ὅ­μως, ἔμ­πο­νη, πρέ­πει νά το­πο­θε­τη­θοῦ­με ἐ­μεῖς μέ ἔμ­πο­νη ἀ­γά­πη στήν θέ­ση αὐ­τῶν τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, πού κα­λοῦν­ται νά ἐκ­φρά­σουν τήν ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Νά εὐ­χη­θοῦ­με λοι­πόν μέ πό­νο, ἐ­πει­δή οἱ ἀ­πο­φά­σεις πού κα­λοῦν­ται αὐ­τοί νά πά­ρουν, θά ἀ­φο­ροῦν ὅ­λο τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Νά εὐ­χό­μα­στε, ὅ­μως, καί γιά τούς ἐ­περ­χο­μέ­νους στό μέλ­λον Ἱ­ε­ράρ­χες, νά εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά ἡ φω­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, νά ἀ­να­παύ­ουν τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο. Καί αὐ­τό δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει, ἄν δέν βγά­λου­με τά μπά­ζα, πού ἔ­χου­με μέ­σα μας. Καί τά μπά­ζα βγαί­νου­νε διά τῆς με­τα­νοί­ας, μέ τήν αὐ­το­ε­πί­γνω­ση δη­λα­δή, τήν ὁ­ποί­α δί­δει τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ὅ­τι εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοί ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι, πού τό ζη­τᾶ­με. Καί, ἐ­φ’ ὅ­σον τό ζη­τᾶ­με ἐν ἐ­πι­γνώ­σει τῆς ἀ­νε­πάρ­κειάς μας καί βρε­θοῦ­με σ’ αὐ­τήν τήν δι­α­δι­κα­σί­α, πού εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως, τῆς με­τα­νοί­ας, τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καί τῆς συ­νει­δη­τῆς με­το­χῆς μας στό μυ­στή­ριο τῆς ζω­ῆς καί τῆς ἑ­νό­τη­τας, πού εἶ­ναι ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, τό­τε θά ἔ­χου­με καί τόν ἀ­να­με­νό­με­νο καρ­πό.
Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­πε, πώς ὁ Ἀν­τί­χρι­στος θά ἔρ­θει, ὅ­ταν θά τό θε­λή­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι, για­τί εἶ­πε: «ἐ­γώ ἐ­λή­λυ­θα ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι τοῦ πα­τρός μου, καί οὐ λαμ­βά­νε­τέ με· ἐ­άν ἄλ­λος ἔλ­θῃ ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι τῷ ἰ­δί­ῳ, ἐ­κεῖ­νον λήμ­ψε­σθε» (Ἰ­ω. 5, 43). Αὐ­τό τί ση­μαί­νει; Ὅ­τι δέν θά ἔρ­θει, ἄν δέν τόν θέ­λε­τε. Τί σχέ­ση ἔ­χει αὐ­τό, πού λέ­ω, στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση; Ἔ­χει τήν ἑ­ξῆς σχέ­ση: Ἄν οἱ καρ­δι­ές μας δέν θέ­λουν τά ἀλ­λό­τρια, ἀλ­λά θέ­λουν τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή κα­τά­θε­ση στήν Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τές οἱ καρ­δι­ές πού τό θέ­λουν, θά συ­νερ­γή­σουν, ὥ­στε ὁ Θε­ός νά ἀλ­λά­ξει τά πράγ­μα­τα. Αὐ­τή τή στιγ­μή θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μιά σκο­το­δί­νη. Ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μι­λῶ γιά σκο­το­δί­νη. Για­τί ἕ­νας νοῦς κα­θα­ρός δέν μπο­ρεῖ νά εἰ­ση­γεῖ­ται αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, πού δι­α­βά­ζου­με σέ ὁ­ρι­σμέ­να Κεί­με­να πρός συ­ζή­τη­ση καί ψή­φι­ση ἀ­πό τή μέλ­λου­σα Με­γά­λη Σύ­νο­δο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
Θά πρέ­πει νά γνω­ρί­ζου­με μέ κά­θε σα­φή­νεια, ὅ­τι δέν μπο­ροῦ­με νά πη­γαί­νου­με κα­λά στήν ἐν Χρι­στῷ ζω­ή μας, ὅ­ταν σφάλ­λου­με σέ δογ­μα­τι­κά ζη­τή­μα­τα. Τό θέ­μα αὐ­τό εἶ­ναι δογ­μα­τι­κό. Δέν μπο­ροῦ­με νά σφάλ­λου­με στό δογ­μα­τι­κό θέ­μα καί νά ἔ­χου­με, κα­τά τά ἄλ­λα, τήν ψευ­δαί­σθη­ση, ὅ­τι ἔ­χου­με ἤ ὅ­τι μπο­ροῦ­με νά ἔ­χου­με ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Δέν γί­νον­ται συμ­βι­βα­σμοί στά δόγ­μα­τα. Τό ὀρ­θό δόγ­μα συμ­πυ­κνώ­νει καί προσ­δι­ο­ρί­ζει τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ ἑ­νό­τη­τά μας λοι­πόν κιν­δυ­νεύ­ει, ὅ­ταν πρα­κτι­κῶς δέν εἴ­μα­στε «ἑ­πό­με­νοι τοῖς Ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι». Καί τό­τε εἶ­ναι, πού ἔ­χου­με πρα­κτι­κῶς ἔ­παρ­ση, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τήν ὅ­ποι­α τα­πει­νο­λο­γί­α μας. Εἴ­μα­στε τα­πει­νοί πραγ­μα­τι­κά, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τόν τό­νο τῆς φω­νῆς μας, ὅ­ταν πραγ­μα­τι­κῶς εἴ­μα­στε «ἑ­πό­με­νοι τοῖς Ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι».­ Ὅ­ταν, δη­λα­δή, ψη­φί­ζου­με πράγ­μα­τα, πού δέν εἶ­ναι «ἑ­πό­με­να τοῖς Ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», μέ ὅ­ποι­α ἥ­πια καί γλυ­κιά φω­νή κι ἄν λέ­γε­ται αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, εἶ­ναι ἕ­παρ­ση, εἶ­ναι πνεῦ­μα ἀ­λα­ζο­νεί­ας, εἶ­ναι πνεῦ­μα τοῦ πο­νη­ροῦ καί δέν εἶ­ναι τό πνεῦ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Αὐ­τό, ἄς τό προ­σέ­ξου­με, για­τί δέν ἀ­φο­ρᾶ μό­νον αὐ­τούς, πού θά ἀ­πο­φα­σί­σουν, ἀλ­λά καί ἐ­μᾶς προ­σω­πι­κά. Για­τί λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἕ­να σῶ­μα, πού ἔ­χει μέ­λη συν­δε­ό­με­να ὀρ­γα­νι­κά με­τα­ξύ τους. Ὅ­ταν πά­σχει τό ἕ­να μέ­λος, συμ­πά­σχουν τά ἄλ­λα. Δέν μπο­ροῦ­με δη­λα­δή ἐ­μεῖς δί­κην μιᾶς ἐ­ξου­σι­ο­δο­τή­σε­ως τοῦ Ἐ­πι­σκό­που μας, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, νά ἐκ­προ­σω­πη­θοῦ­με ἐ­κεῖ ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιά τό πρᾶγ­μα, πῶς ἔ­χει, πῶς πραγ­μα­τώ­νε­ται. Ἄν ἔ­χου­με πραγ­μα­τι­κά σχέ­ση ἑ­νό­τη­τας στό μυ­στη­ρια­κό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἄν κυ­ρια­ρχεῖ δη­λα­δή τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ἄν «ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ ἐν­τός ἡ­μῶν ἐ­στίν» ἐ­νερ­γῶς, τό­τε θά πο­νᾶ­με, τό­τε δέν θά μπο­ροῦ­με νά κοι­μη­θοῦ­με κά­ποι­ες ὧ­ρες, για­τί αὐ­τό εἶ­ναι πρό­βλη­μα ἔ­τσι, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται μπρο­στά μας.
Καί οἱ Πα­τέ­ρες μας, για­τί αὐ­τοί εἶ­ναι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποί μας, βρί­σκον­ται σέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λη θέ­ση. Δέν ἐ­ξε­τά­ζω ἐ­γώ τίς ὅ­ποι­ες προ­ϋ­πο­θέ­σεις κ.τ.λ. Ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι αὐ­τή. Καί ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τή εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λη. Ἐ­μεῖς μπο­ροῦ­με νά ἐ­νι­σχύ­σου­με στό μέ­τρο, πού ἡ προ­σευ­χή μας θά ἀ­κού­γε­ται. Καί θά ἀ­κού­γε­ται ἡ προ­σευ­χή μας, ὅ­ταν θά ἔ­χου­με αὐ­τήν τήν μαρ­τυ­ρί­α τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, ὅ­τι ἀ­να­παύ­ε­ται ἐν ἡ­μῖν τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιον. Ὅ­ταν ἔ­χου­με δη­λα­δή πνεῦ­μα ἡ­γε­μο­νι­κό, πνεῦ­μα εὐ­θές ἐν­τός μας, ὥ­στε καί ἐ­κεῖ νά ἐκ­φρα­σθεῖ αὐ­τό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο. Τό­τε μό­νο μπο­ροῦ­με νά ἐ­νερ­γοῦ­με προ­σευ­χη­τι­κά σω­στά ὑ­πέρ τοῦ κοι­νοῦ σώ­μα­τος, δη­λα­δή μέ τρό­πο θε­ρα­πευ­τι­κό.
Ὁ­πό­τε σέ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­νά­λυ­ση, γιά νά κλεί­σω, ἄν δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φευ­χθεῖ ἡ σύγ­κλη­ση τῆς Συ­νό­δου καί γί­νει αὐ­τή, τε­λι­κῶς πα­ρά ταῦ­τα, ἐ­μεῖς θά προ­σευ­χό­μα­στε καί θά εὐ­χό­μα­στε νά κυ­ρι­αρ­χή­σει ἡ Χά­ρη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Αὐ­τῆς, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­τι­μή­θη μέ τό ἀ­νε­κτί­μη­το αἷ­μα τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­αν­θρώ­που. Δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­φή­σει ὁ Χρι­στός τήν Ἐκ­κλη­σί­α Του. Πρός στιγ­μή ὅ­μως, αὐ­τό νά τό προ­σέ­ξου­με, μπο­ρεῖ νά συμ­βεῖ, ἄν οἱ καρ­δι­ές μας δέν ἐκ­ζη­τοῦν τόν Χρι­στό. Ἄν δέν ἔ­χου­με πό­θο γι’ αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα μα­ζί Του ἐ­μεῖς, ἀλ­λά καί ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι οἱ βα­πτι­σμέ­νοι, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο οἱ Ἱ­ε­ράρ­χες μας, μπο­ρεῖ νά βρε­θοῦ­με σέ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή δο­κι­μα­σί­α.
Ἑ­πο­μέ­νως, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τρα­πεῖ ἡ ὅ­ποι­α λη­στρι­κή, θά λέ­γα­με, καί ἄ­κυ­ρη, στή συ­νεί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­πό­φα­ση. Βε­βαί­ως, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν κιν­δυ­νεύ­ει μέ ὅ­σα λέ­με ἐ­μεῖς, οὔ­τε βε­βαί­ως, μέ ὅ­σα λέ­με, πᾶ­με νά σώ­σου­με τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νη, πού μᾶς σώ­ζει, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κε­φα­λῆς Της καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἀλ­λά πρέ­πει νά ἀ­να­λά­βου­με καί ἐ­μεῖς τίς εὐ­θύ­νες μας. Μήν ποῦ­με π.χ. με­τά ἀ­πό τό­σα, πού λέ­χθη­καν: «ἄ, ὡ­ραῖ­α πράγ­μα­τα εἶ­ναι αὐ­τά» καί ρί­ξου­με πέ­τρα ἀ­να­θέ­μα­τος σέ ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν δι­α­χει­ρί­στη­καν ἤ δέν δι­α­χει­ρί­ζον­ται κα­λά τήν ὑ­πό­θε­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­ναι μέ­λη καί μά­λι­στα τε­τι­μη­μέ­να ἱ­ε­ραρ­χι­κῶς, μέ­σα σέ αὐ­τό τό Σῶ­μα. Πρέ­πει ἡ προ­σευ­χή μας νά ἀρ­χί­ζει ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἄν θέ­λε­τε, για­τί αὐ­τούς ἔ­βα­λε ὁ Χρι­στός ποι­μέ­νες μας. Καί γνω­ρί­ζει ὁ Χρι­στός, για­τί ἔ­βα­λε αὐ­τούς, κα­τά τήν καρ­δί­α μας, νά εἶ­ναι ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι, ὡς ποι­μέ­νες. Μπο­ροῦ­με, ὅ­μως, νά ἀλ­λά­ξου­με τά πράγ­μα­τα, ὅ­πως τά ἄλ­λα­ζαν οἱ ἀ­λη­θι­νοί Προ­φῆ­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔμ­παι­ναν μπρο­στά στήν ὀρ­γή τοῦ Θε­οῦ. Θυ­μη­θεῖ­τε τόν Προ­φή­τη Μω­ϋ­σῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ τήν στά­ση του καί τήν προ­σευ­χή του ζη­τοῦ­σε τήν ἀλ­λα­γή τῆς βου­λῆς τοῦ Θε­οῦ καί γι­νό­ταν. Ὁ ἀ­λη­θι­νός Προ­φή­της στήν Ἐκ­κλη­σί­α, πού στή θέ­ση του -κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο- μπο­ροῦ­με νά εἴ­μα­στε καί μεῖς, σέ κά­ποι­ο βαθ­μό, ἀ­κό­μη καί ὅ­ταν ξέ­ρει τήν ἀρ­νη­τι­κή ἐκ­δο­χή μιᾶς ὑ­πο­θέ­σε­ως, κά­τι, δη­λα­δή, πού τό εἶ­πε ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός, ὅ­τι θά γί­νει, θά Τοῦ ζη­τή­σει νά μήν γί­νει. Κι ἄν Τοῦ ζη­τή­σου­με ἐ­μεῖς μέ πό­νο ἀ­γά­πης γιά τούς ἄλ­λους, θά τό ἀ­να­στεί­λει ὁ Θε­ός αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, ὅ­πως τό ἔ­κα­νε στήν Νι­νευ­ή, ὅ­πως τό ἔ­κα­νε ἱ­στο­ρι­κά καί σέ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή.
Καί μέ αὐ­τό νά κλεί­σω, εὐ­χα­ρι­στών­τας τούς ἀ­γα­πη­τούς ἀ­κρο­α­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­χαν τήν ὑ­πο­μο­νή νά μέ ἀ­κού­σουν, για­τί ἔ­χω κα­τα­λά­βει, ὅ­τι ἴ­σως ἔ­χω κα­τα­χρα­στεῖ τόν χρό­νο σας. Ἀλ­λά εἶ­ναι καί ὁ δι­κός μου ὁ κα­η­μός αὐ­τός, αὐ­τά πού μα­θαί­νω καί αὐ­τά πού ζῶ στόν χῶ­ρο πού δι­α­κο­νῶ, νά πε­ρά­σουν εὐ­ρύ­τε­ρα πρός τά ἔ­ξω.
Καί ἐκ­φρά­ζω γιά ἀ­κό­μη μιά φο­ρά τήν βα­θειά μου εὐ­γνω­μο­σύ­νη καί τίς εὐ­χα­ρι­στί­ες μου: Πρῶ­τον στόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ἔ­δω­σε αὐ­τήν τήν εὐ­και­ρί­α, για­τί δέν ἦ­ταν δι­κή μου ἡ πρω­το­βου­λί­α. Δεύ­τε­ρον, νά εὐ­χα­ρι­στή­σω τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Πει­ραι­ῶς κ. Σε­ρα­φείμ, ὁ ὁ­ποῖ­ος στε­γά­ζει ὅ­λην αὐ­τήν τήν δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καί ἐ­πει­δή ἡ ἀ­γά­πη του δέν κλεί­νε­ται μέ­σα στά γε­ω­γρα­φι­κά ὅ­ρια τῆς Μη­τρο­πό­λε­ώς του καί, ὅ­πως πλη­ρο­φο­ροῦ­μαι ἀ­πό τόν κό­σμο, μέ τήν δο­ρυ­φο­ρι­κή μά­λι­στα αὐ­τή σύν­δε­ση, γί­νον­ται ἀ­κου­στά τά λό­για τοῦ Θε­οῦ καί ἡ δι­κή μας συμ­βο­λή, στό μέ­τρο τῶν δυ­να­το­τή­των μας, ἀ­νά τήν ὑ­φή­λιο. Καί χαι­ρό­μα­στε μέ τήν χα­ρά ἐ­κεί­νων, πού μᾶς πλη­ρο­φο­ροῦν, ὅ­τι οἰ­κο­δο­μοῦν­ται, χαί­ρον­ται καί πε­ρι­μέ­νουν νά ἀ­κού­σουν αὐ­τές τίς ἐκ­πομ­πές.
Καί πά­λι σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ καί σᾶς κ. Μαρ­κού­δη, προ­σω­πι­κά, γιά τόν κό­πο σας, ἀλ­λά καί γιά τίς ἐ­ρω­τή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μέ προ­κά­λε­σαν καί ἐ­μέ­να, νά ἀ­να­φερ­θῶ σέ πτυ­χές, τίς ὁ­ποῖ­ες δέν εἶ­χα σκε­φθεῖ νω­ρί­τε­ρα, ἀλ­λά οἱ ὁ­ποῖ­ες ἤ­τα­νε πο­λύ ση­μαν­τι­κές καί θά λη­φθοῦν ὑ­π’ ὄ­ψιν ἀ­πό τό σε­βα­στό καί ἀ­γα­πη­τό ἀ­κρο­α­τή­ριό μας.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Νο­μί­ζω, κ. Κα­θη­γη­τά, ὅ­τι οἱ εὐ­χα­ρι­στί­ες εἶ­ναι ἀ­πό τήν δι­κή μας πλευ­ρά πρός ἐ­σᾶς, για­τί πραγ­μα­τι­κά, αὐ­τές τίς ὧ­ρες πού πε­ρά­σα­με μα­ζί καί σᾶς ἀ­κού­γα­με, μᾶς βο­η­θή­σα­τε νά προ­σεγ­γί­σου­με αὐ­τό τό σπου­δαῖ­ο θέ­μα. Καί νο­μί­ζω, ὅ­τι ὅ­λα ὅ­σα εἴ­πα­με, συμ­πυ­κνώ­νον­ται στίς τε­λευ­ταῖ­ες σας φρά­σεις, ὅ­τι θά πρέ­πει προ­σευ­χη­τι­κά καί ἐν με­τα­νοί­ᾳ νά στα­θοῦ­με στόν Θε­ό μας μπρο­στά, καί νά ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σου­με αὐ­τό τό με­γά­λο ὅ­πλο, τό ὁ­ποῖ­ο πραγ­μα­τι­κά τό ἔ­χου­με ξε­χά­σει. Για­τί, ἀ­ναμ­φί­σβη­τη­τα, κα­τά τόν λα­ό οἱ ἄρ­χον­τες καί οἱ πο­λι­τι­κοί καί οἱ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί. Καί ἐ­πει­δή καί ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε πο­λύ ἀ­δι­ά­φο­ροι καί μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν, γι’ αὐ­τό βλέ­που­με νά ἔρ­χον­ται τέ­τοι­α θέ­μα­τα πρός συ­ζή­τη­ση καί νά ἐ­πη­ρε­ά­ζουν τήν ζω­ή μας καί τήν ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀλ­λά μᾶς δώ­σα­τε, νο­μί­ζω, τόν κα­νό­να, πού εἶ­ναι καί τό μό­νο ἀ­νί­κη­το ὅ­πλο πού ἔ­χου­με.

Κα­θη­γη­τής: Γιά νά πῶ καί τήν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη, ἐ­πει­δή αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος γί­νε­ται γιά τήν ὁ­ρα­τή ἔκ­φρα­ση τῆς ἑ­νό­τη­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πρός Θε­οῦ, μήν δη­μι­ουρ­γη­θεῖ σέ κα­νέ­ναν ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα τώ­ρα ἐν­δε­χο­μέ­νως χαλ­κεύ­ε­ται ἤ σφυ­ρη­λα­τεῖ­ται, καί ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πρᾶγ­μα ζη­τού­με­νο σέ ἔκ­δο­ση Προ­τε­σταν­τι­κοῦ ἤ Δυ­τι­κοῦ τύ­που. Εἶ­ναι δε­δο­μέ­νη ὀν­το­λο­γι­κῶς ἡ ἑ­νό­τη­τα ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό, μέ τήν ἵ­δρυ­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Σᾶς εἶ­πα, ἄλ­λω­στε, τήν δο­ξα­σμέ­νη πλευ­ρά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τήν δι­κή μας ἔν­τα­ξη σ’ αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα. Ἀλ­λά ἡ ἑ­νό­τη­τα αὐ­τή εἶ­ναι καί σέ μᾶς ζη­του­μέ­νη, ὑ­πό τήν ἔν­νοι­α τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης βι­ώ­σε­ώς της. Αὐ­τή ἡ ἐ­λεύ­θε­ρη βί­ω­ση εἶ­ναι ὁ ἀ­γώ­νας μας, αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κλή­ση μας, ὥ­στε νά φα­νε­ρω­θεῖ αὐ­τή ἡ ἄ­κτι­στη δό­ξα, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς κά­νει ἕ­να πνεῦ­μα.
Βε­βαί­ως, ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α, ὅ­πως σᾶς εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως, ἡ δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρη, για­τί αὐ­τή εἶ­ναι τό ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς καί νο­η­μα­το­δό­τη­σης καί κρί­σε­ως τῆς ποι­ό­τη­τος τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς. Ἄ­ρα, πρῶ­τα ἀ­ξι­ο­λο­γι­κά εἶ­ναι τό δόγ­μα καί ἡ βί­ω­σή του. Ὅ­λα μπο­ροῦ­νε νά μᾶς τά πά­ρου­νε, τήν ἑ­νό­τη­τά μας ὅ­μως μέ τόν Χρι­στό δέν μπο­ρεῖ νά μᾶς τήν πά­ρει κα­νέ­νας, ἔ­στω κι ἄν κά­νει κι­μά τό σῶ­μα μας. Τήν ψυ­χή μας δέν μπο­ρεῖ νά μᾶς τήν χω­ρί­σει ἀ­πό τόν Χρι­στό. Κι αὐ­τό εἶ­ναι δω­ρε­ά τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί δέν εἶ­ναι κα­τόρ­θω­μα ἤ ἐ­πι­τυ­χί­α ἑ­νός φο­ρέ­α, ἔ­στω καί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ, ὅ­πως εἶ­ναι στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση μί­α συ­νο­δι­κή ἔκ­φρα­ση. Λοι­πόν δέν χρει­ά­ζε­ται νά ὑ­πάρ­χει αὐ­τός ὁ φό­βος.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Μ’­αὐ­τό λοι­πόν τό ἀ­γω­νι­στι­κό φρό­νη­μα, μ’ αὐ­τήν τήν πί­στη καί τήν πε­ποί­θη­ση στό δόγ­μα μας, πού γιά μᾶς εἶ­ναι ἡ Ὑ­πο­στα­τι­κή Ἀ­λή­θεια, ὅ­πως μᾶς τήν πε­ρι­γρά­ψα­τε, σᾶς εὐ­χα­ρι­στοῦ­με πά­ρα πο­λύ καί ἐλ­πί­ζω νά ἔ­χου­με τήν εὐ­και­ρί­α νά τά ξα­να­ποῦ­με, ὄ­χι τό­σο ἐ­πει­δή πά­λι θά ἔ­χου­με ἀ­πο­ρί­ες, πού σί­γου­ρα θά ἔ­χου­με, γι’ αὐ­τήν τήν Σύ­νο­δο, ἀλ­λά κυ­ρί­ως γιά νά ἀν­τλή­σου­με πλη­ρο­φο­ρί­α, ἐ­νη­μέ­ρω­ση καί οὐ­σι­α­στι­κή γνώ­ση γιά θέ­μα­τα, πού ἅ­πτον­ται τῆς ἴ­διας τῆς ψυ­χῆς μας. Κ. Κα­θη­γη­τά, σᾶς εὐ­χα­ρι­στοῦ­με πά­ρα πο­λύ.

Κα­θη­γη­τής: Πα­ρα­κα­λῶ. Ὁ Θε­ός νά δώ­σει.

Δη­μο­σι­ο­γρά­φος: Ἀ­μήν.
ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !