Από μικρός στα γράμματα (Γιώργος Κοτζιούλας)

🕔11/09/2016 09:54
Νίκος Σαραντάκος

Καθώς αύριο ανοίγουν τα σχολεία, ταιριάζει θαρρώ το σημερινό μας λογοτέχνημα να αναφέρεται στα σχολικά χρόνια -και νομίζω πως επίσης ταιριάζει να βάλω ένα εκτενές απόσπασμα από την αρχή ενός παραγνωρισμένου έργου που το θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και το αγαπώ πολύ: εννοώ το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα», του αγαπημένου μου Γιώργου Κοτζιούλα, κι ας είναι η σημερινή δημοσίευση φόρος τιμής και για τα 60 χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του, που είχαμε την επέτειό τους πριν από δώδεκα περίπου μέρες.

Ο Κοτζιούλας δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο το «Από μικρός στα γράμματα». Το έγραψε το 1948 και ήθελε να το εκδώσει, αλλά τα τυπογραφικά ήταν πολλά για τα χρονίως στενεμένα οικονομικά του. Έτσι, τελικά, αφού οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, κατέληξε να το δημοσιεύσει σε 16 συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία το 1953-54. Στη συνέχεια, το έργο συμπεριλήφθηκε στον Β’ τόμο των Απάντων του ποιητή (Δίφρος, 1957) που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Επίσης εκδόθηκε αυτοτελώς σε έκδοση Βαρσοβίας από και για τους πολιτικούς -έτσι εκπληρώθηκε η επιθυμία του ποιητή.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου (που συνολικά αριθμεί εννέα ενότητες). Στο τέλος εξηγώ κάποιες λέξεις. Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρο το αφήγημα, που υπάρχει στον παλιό μου ιστότοπο, σε πληκτρολόγηση και επιμέλεια της φίλης μας της Μαρίας.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.

Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:

Άλφα βήτα
κόψι πίτα,
φάι κι ισύ,
δο μ΄κι μένα!

Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:

Άλφα – ω
βήτα – ψι
γάμα – χι…

Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.

Ο Τσαπαδόντης δε λεγόταν έτσι πραγματικά, μα χρωστούσε το παρατσούκλι στα δόντια του, μεγάλα τάχα σαν τσαπιά. Θα ήταν κακόθωρος, φαίνεται, νομίζω πως είχε και κάποια κουτσαμάρα, έτσι που προκαλούσε την αποστροφή και τον τρόμο στ’ ανυπόταχτα της εποχής εκείνης παιδιά.

Επειδή δεν είχαν διαθέσιμο χτίριο για σκολειό, τα μάζευε σ’ ένα παρεκκλήσι, απ’ αυτά που λειτουργιούνται μια φορά το χρόνο, στη μνήμη του αγίου τους, κι εκεί προσπαθούσε να «τους γιομίσει το κεφάλι» με κρανίσιες βέργες, με τσουκνίδες στα χέρια, με γονατίσματα απάνω σε χαλίκια, με κλεισίματα μες στην εκκλησιά και άλλα μεσαιωνικά μαρτύρια. Οι πιο πολλοί δεν άντεχαν και με πρώτη ευκαιρία το σκάγαν, για λίγο ή για πάντα. Πιο τυχεροί ήταν όσοι έκαναν υπομονή στο δάρσιμο, στις κλωτσιές και στα βρισίδια του μανιακού δασκάλου τους, του διαστρεμμένου Τσαπαδόντη, ώστε πρόφταιναν, πριν φύγουν, να έχουν μάθει να χαράζουν «δυο κλίτσες» στο χαρτί και να ξέρουν να κάνουν ένα λογαριασμό της προκοπής.

Η αλήθεια είναι πως τη φυσική φυγοπονία των ακαλλιέργητων μαθητών και την τάση τους γι’ ανταρσία μπροστά στον τύραννο παιδαγωγό, που η συναίσθηση της δυσμορφίας του τον έκανε ακόμα χειρότερο, αυτές όλες τις κακές προϋποθέσεις τις διευκόλυνε αρκετά κι η ανοχή των μανάδων με τις ανάγκες του σπιτιού. «Δεν το ’χω ’γώ το παιδί μου να μου το σκανιάζει ο αντίχριστος», έλεγαν οι νοικοκυράδες με μίσος για το δάσκαλο. Δεν τα πονούσαν μονάχα, τα χρειάζονταν κιόλας. Τα είχαν βοηθούς στις δουλειές τους, στα γίδια, στα χωράφια, παντού. Οι άντρες έλειπαν, δούλευαν, και τα παιδιά ήταν χρήσιμα από έξι-εφτά χρονών. Τις καλοκαιρινές διακοπές αντικαθιστούσαν τους μεγάλους. Αλλά και τις καθημερινές δεν τ’ άφηναν έτσι τις διαθέσιμες ώρες. Όταν λοιπόν οι μεγάλοι έβλεπαν πως προτιμούσαν και τα ίδια να λείψουν από το βάσανο του σχολειού, τα ’κοβαν από κει μια ώρα αρχύτερα, για να γίνουν γιδάρηδες ή τεχνίτες ή σκαφτιάδες, σαν τους πατεράδες τους.

Ο πατέρας μου, αντίθετα προς όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς, είχε από φυσικού του μεράκι για γράμματα και δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει συντροφιά πρόσωπα ανώτερά του, προπαντός γραμματισμένους.

Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο δάσκαλος ο Καράμπαλης, που υπηρετούσε στο γειτονικό χωριό, αν και καταγόταν απ’ αλλού, πέρα απ’ το ποτάμι. Δεν ξέρω πώς είχε ριζώσει εκεί κι έμεινε ως τα τέλη σχεδόν της ζωής του, συνταυτισμένος με τα λαδάσκια, με τους σπληνιάρηδες, όπως τους παραγκωμιάζαν οι δικοί μας τους κατοίκους αυτού του χωριού, επειδή είχε βρουτσίλια, μέρη πολύ νοτερά, και τους έπιαναν συχνά θέρμες, κιτρίνιζαν απ’ την αδυναμία. Κρυφοί όπως ήταν, γεμάτοι κρυψίνοια και αντιζηλία μεταξύ τους, είχαν ισόβιες διαφορές και ο δάσκαλος, κοντά στην κύρια υπηρεσία του, πρόσφερε κι άλλην, όχι λιγότερο σπουδαία γι’ αυτούς: να συντάσσει μηνύσεις. Ήξερε και τις σκάρωνε μια χαρά, έτσι που να μη μπορείς να ξεφύγεις από τις πλεχτάνες της δικονομίας του. Επειδή τον είχαν όλοι ανάγκη, καταφεύγοντας σ’ αυτόν με κάθε μυστικότητα, προσποιούνταν πως δεν ήξεραν ποιος ήτανε ο συντάχτης της μήνυσης του αντιδίκου και δεν τον πείραζαν αυτόν, τον είχαν σαν ένα είδος ουδέτερο έδαφος, βγάζοντας τα μάτια μεταξύ τους και μην απολείποντας ποτέ από τα δικαστήρια. Νομίζω μάλιστα πως ο δάσκαλός τους απασχολημένος να πλουτίζει τις γνώσεις του με τα πολύπλοκα της δικολαβίας, που έβρισκε κιόλας κάποια κρυφή ηδονή σ’ αυτά, δεν είχε καιρό, δεν τον τραβούσε να καταγίνεται με τη δασκαλική.

Απ’ τις πολλές φορές που ερχόταν ο Καράμπαλης – Θεός σχωρέστον! – μουσαφίρης στο σπίτι μας και κουβέντιαζαν με τον πατέρα μου δίπλα στη γωνιά, κάποτε ο τελευταίος έφερε την κουβέντα γύρου σ’ εμένα που στεκόμουν περίεργος και άκουγα με σεβασμό, πρωτότοκος της φαμίλιας, πεντέξι χρονών. Ο Καράμπαλης, κιτρινοπρόσωπος κι αυτός σαν τους ξενοχωριανούς του, με κοίταξε μ’ εκείνο το κρύο του βλέμμα πίσω απ’ τα γυαλιά και για να φανεί, καταλαβαίνω, υποχρεωτικός με κάλεσε κοντά του. Πλησίασα όλο δισταγμούς, μ’ εκείνο το μίγμα συστολής και καμώματα που έχουν τα παιδιά.

Ο Καράμπαλης έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μολύβι και χαρτί, πήρε απ’ τη «θουρίδα» μας ένα παλιό μεταφρασμένο Βαγγέλιο με πέτσινο ντύμα για ν’ ακουμπάει, και άρχισε τη μύησή μου στα θαυμαστά της παιδείας.

– Το βλέπεις αυτό που ζωγράφισα εδώ; Με τι μοιάζει; Δε σου πάει στο νου, ε; Να στο πω εγώ. Είναι σαν αγκίστρι, σαν αυτό που ψαρεύουν στο ποτάμι, τα ξέρεις. (Δε τα ’ξερα καθόλου, γιατί ο Άραχθος μας έρχονταν λίγο μακριά και δεν ψάρευε κανένας απ’ τους δικούς μου.) Αυτό λοιπόν – συνέχισε ο Καράμπαλης – είναι το ι, το γιώτα.

Δεν τολμούσα όμως να τον ρωτήσω∙ ποιο ήταν απ’ τα δυο: το ι ή το γιώτα;

Έπειτα σχεδίασε ένα στρογγυλάδι.

-Αυτό πάλι με τι μοιάζει; (Πάλι δεν ήξερα, τα είχα σα χαμένα.) Αυτό είναι σαν την κουλούρα που ζυμώνει η μάνα σου (και μου έδειξε πραγματικά το ψωμί που ζυμωνόταν εκείνη τη στιγμή στο σκαφίδι.) Λέγεται ο, όμικρον. Τα δύο μαζί κάνουν ίο. Κατάλαβες;

Ξεροκατάπια απ’ την αμηχανία μου.

-Πρόσεξε τώρα, συμπλήρωσε αμείλιχτος ο ζόρικος μουσαφίρης μας. Θα σου φκιάσω μια κουλούρα κι ένα αγκίστρι μαζί. Αυτό είναι το άλφα. Έχουμε λοιπόν και λέμε: ίο, ία… Πες τα κι εσύ. Έλα μη ντρέπεσαι.

Το κεφάλι μου είχε γίνει σαν καζάνι, δε μπορούσα να σταθώ στα πόδια απ’ την ταραχή μου. Στ’ αυτιά μου σφυροκοπούσαν ακατανόητοι ήχοι: ίοία. Ανάθεμα τα γράμματα!

Φαίνεται πως ο Καράμπαλης με λυπήθηκε, ή βαρέθηκε ίσως, και μ’ άφησε κείνη τη φορά.

(…)

Εκείνον τον καιρό, με τις επιστρατεύσεις, το χωριό μας είχε μείνει χωρίς δάσκαλο. Κι ούτε ήταν ελπίδα να ’ρθει κανένας από πουθενά. Μια μέρα όμως παρουσιάζεται, στα καλά καθούμενα, ένας νέος καλοντυμένος, σωστός λιμοκοντόρος, που δήλωσε στο μεσοχώρι πως ήταν δάσκαλος σταλμένος απ’ το Υπουργείο κι έβαλε να βαρέσουν την καμπάνα για να συναχτούν τα παιδιά.

Κινήσαμε απ’ τους μακρινούς μαχαλάδες μας και πήγαμε να ιδούμε τον καινούριο δάσκαλο. Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε και δε θυμούμαι καλά. Πάντως η εντολή που έδωσε ήταν αυτή:

-Να πείτε στις μανάδες σας να σας δώσουν λεφτά για βιβλία. Οι μεγάλοι να πάρουν κι από ένα τετράδιο, οι μικροί από μια πλάκα να γράφουν. Όποιος δε φέρει λεφτά να του αγοράσω, δεν έχει να πατήσει στο σκολειό. Τ’ ακούσατε καλά; Έτσι να πείτε στις μανάδες σας…

Όρισε και το ποσό, αρκετό για κείνα τα χρόνια, και θαρρώ ίδιο για όλους, ξεκομμένη ταρίφα. Πήγαμε στα σπίτια μας, επιμείναμε στις γυναίκες και κείνες, απ’ τις οικονομίες που είχαν κάμει πουλώντας αυγά στο γυρολόγο, αντίς ν’ αγοράσουν κερί για την εκκλησιά ή μαντήλια για το κεφάλι τους, μας έδωσαν τα λιανώματα δεμένα καλά σε κανένα ρεντζοπάνι, να μην τα χάσουμε στο δρόμο, κι εμείς τα παραδώσαμε σχεδόν μ’ ευλάβεια στο νεόφερτο δάσκαλό μας.

Εκείνος κατέβηκε στο παζάρι, στη Φιλιππιάδα, ν’ αγοράσει μόνος του τα όργανα του φωτισμού μας, αλλά έκαμε καλά και δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Περιμέναμε δυο τρεις μέρες, περιμέναμε μια βδομάδα να έρθει ο δάσκαλος και τότε κατάλαβαν οι χωριανοί πως ο δάσκαλος ήταν απατεώνας, απ’ αυτούς που μαζεύουν τα λεφτά του κοσμάκη με ψευτιές. Πρωτύτερα όμως δε βρέθηκε κανένας που να του κόβει λιγάκι, για να ζητήσει απ’ τον ψευτοδάσκαλο το διορισμό του ή άλλο χαρτί, πώς τον λένε τουλάχιστο. Τόση αθωότητα βασίλευε ακόμα σ’ εκείνα τα χωριά.

Αφού κάηκαν οι χωριανοί μου απ’ τον ξένο, αποφάσισαν να βάλουν δικό τους άνθρωπο στο σχολειό, έστω με λιγότερα γράμματα. Διάλεξαν λοιπόν ένα παιδαρέλι, το γιο του Κώτσιου Παπά, αγγόνι του παπα-Γιωργάκη, που είχε μάθει κάμποσα απ’ τον παπούλη του, καθώς κι απ’ τον πατέρα του, που έκανε τον αριστερό ψάλτη στην εκκλησία μας, βοηθώντας τον παπά στη λειτουργία. Κάτι κανόνισαν να του δίνουν, σε είδος νομίζω, «γέννημα», παραπέρα στις σοδειές, μαζί με το παπαδικό.

Έτσι ο Γιώργος του Κώτσιου Παπά ανάλαβε τα καθήκοντα του δασκάλου. Θα ’ταν ως δεκαοχτώ δεκαεννιά χρονών, αλλά το ψηλό μπόι τον έκανε να φαίνεται στα μάτια μας πιο μεγάλος. Εξόν απ’ το ανάστημα επιβαλλόταν με τη δυνατή του φωνή, με τους απότομους, ζωηρούς τρόπους του και με τα κατσαρά του μαλλιά που ξεπετιόνταν σαν του τσαλαπετεινού.

Όλα αυτά τα προσόντα χρειάζονταν εκεί με το παραπάνω, γιατί αλλιώς θα του έπαιρναν τον αέρα οι μαθητές του, που μερικοί απ’ τα ψηλώματα, τη συνοικία του βουνού, τον έφταναν στα χρόνια και στην αξιάδα. Γι’ αυτό ο νέος δάσκαλος φυλαγόταν να μην απλώνει χέρι απάνω τους, ούτε να τους αποπαίρνει στα βρισίδια, παρά όταν έρχονταν αδιάβαστοι (κι αυτό γινόταν συχνά), προτιμούσε να δίνει τόπο της οργής του μπροστά σ’ εκείνους τους ανυπόταχτους γιδοβοσκούς. Απεναντίας μάλιστα προσπαθούσε να τους καλοπιάσει, επιζητώντας τη συμμαχία τους κι εξαντλώντας την αυστηρότητά του σ’ εμάς τους μικρούς.

-Ε, χοντροκέφαλοι! μας φώναζε. Εσείς θέλετε ξυλιές για να γιομίσει το ξερό σας…

Στις μικρότερες τάξεις έβανε από έναν μεγάλο μαθητή, είδος επόπτη, είδος σωφρονιστή, με απεριόριστα δικαιώματα στην τιμωρία των μαθητών. Αυτοί οι ανεξέλεγκτοι τοποτηρητές μάς άστραφταν σφαλιάρες, «ασφανταλιές», «πισωκεφαλιές» για το τίποτε. Οι «φούσκοι» και οι «μπάτσες» ήταν η κυριότερη ένδειξη του βαθμού και της εξουσίας τους. Μονάχα ένας δε μας έδερνε άδικα, κι αυτός ήταν ο ταχτικός βοηθός του δασκάλου, ο επιμελής μαθητής του. Είχε μια έκφραση νοημοσύνης στο πρόσωπό του, κι αυτόν, μπορεί να πει κανείς, τον σεβόμασταν.

(…)

Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ

Τι αέρας ανάποδος, ποια φουρτούνα οργισμένη τον έριξε εκείνον τον άμοιρο νησιώτη στ’ απόκεντρα, στ’ απάτητα χωριά μας, που έπρεπε να περπατήσεις εδώθε μια μέρα για να φτάσεις σε δημόσιο δρόμο; Εκεί, εξόν απ’ τους ντόπιους που ήταν ριζωμένοι στο χώμα τους σαν τα δέντρα και τα κοτρόνια του τόπου, κανένας ξένος δεν πατούσε ποτέ. Οι μόνες αρχές που μας είχε στείλει το κράτος ήταν η χωροφυλακή: κάτι Κρητίκαροι με φουσκωτές βράκες και μαύρο κεφαλοπάνι, με βούρδουλα στο χέρι, σ’ έπιανε τρόμος να τους βλέπεις, μόλο που οι περισσότεροι ήταν ήρεμοι ανθρώποι. Κοντά στους χωροφυλάκους γνοιάστηκαν τότε να μας στείλουν και δάσκαλο, αφού ο δικός μας, ο βαλμένος από την κοινότητα, είχε φύγει με τους κληρωτούς.

Έτσι λοιπόν μας ήρθε ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης.

Πού να ήταν τάχα, σε ποιο μέρος της γης, αυτή η Κεφαλονιά; Στο σχολειό μας, που εξακολουθούσε να βρίσκεται μες στο παρεκκλήσι του Αηνικόλα, δεν είχαμε βέβαια χάρτη, ούτε ήμασταν τόσο πολύ προχωρημένοι στη Γεωγραφία, για να ξέρουμε πού έπεφτε αυτό το νησί. Όμως θα βρίσκονταν πολύ μακριά, στα πέρατα του κόσμου, αφού κανένας δικός μας δεν είχε φτάσει εκεί, ούτε άλλος από κει μας ξανάρθε ποτέ.

Και να τώρα που ξεφύτρωσε στο χωριό μας τούτος ο Κεφαλονίτης.

Ήταν άμαθος από τέτοια μέρη, δεν ήξερε καλά καλά να περπατήσει. Το χωριό μας έρχονταν κατηφοριά κι είχε όλο κακοτοπιές. Πριν από λίγα χρόνια βούλιαξε κιόλας και η εικόνα που θα παρουσίαζε σ’ έναν πρωτόφερτο δε θα ’ταν καθόλου ευχάριστη. Μέρες, βδομάδες έκανε ο καινούριος δάσκαλος να το συνηθίσει, γιατί, λέει, του ’ρχόταν σκοτούρα!

Μα ήταν κι ένα άλλο χειρότερο που τον πιλάτευε κει στη μοναξιά. Τα παιδιά δεν άργησαν να το μάθουν και το λέγαν αναμεταξύ τους σα να μην το πίστευαν:

-Ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης σκιάζεται τα σκυλιά…

Και όποτε τον καλούσαν στα σπίτια, δίσταζε πολύ να πάει μουσαφίρης.

-Ε, ε! φώναζε από παραπέρα με τη συρτή, αστεία φωνή του. Δέστε το σκύλο σας να περάσω!

Όλοι έκαναν γούστο, κρυφογελούσαν μαζί του, γιατί ο φόβος του φαινόταν αλήθεια κωμικός. Να βλέπεις έναν κοτζάμ άντρα με μπαστούνι στο ένα χέρι, με πέτρες στο άλλο, να στέκεται στην άκρη της ρούγας φωνάζοντας στις απορημένες νοικοκυράδες να δέσουν τα σκυλιά τους, τους φύλακες των σπιτιών, που μονάχα όταν έπαιρναν να ψωμώσουν οι ρόκες τα περιόριζαν με τριχιές μερικά, όσα είχαν το κακό συνήθειο να τρων, σαν τα γιδερά ή τις γελάδες, καλαμπόκια, και τώρα ετούτος να θέλει να βάλει τάξη στους ανθρώπους και στα ζωντανά, ε, αυτό ήταν ένα θέαμα, ένα άκουσμα που δεν είχε ξανασταθεί στα χωριά μας.

Εμείς που ήμασταν ανήλικα ακόμα, λιανόπαιδα, μαξούμια, δε μας ίδρωνε τ’ αυτί από τέτοια. Τραβάγαμε ίσια στο σπίτι του αλλουνού, οπλισμένοι με πέτρα ή με ραβδί, μακάρι και να ’χε ζαβό σκυλί ή από κείνα τα μουλωχτά, τα κρυφόσκυλα, που σου ρίχνονται χωρίς να το περιμένεις. Ακόμα κι αν το παρακινούσε με προτροπές «πάρτο, μωρέ!» το παιδί του σπιτιού, θέλοντας να δοκιμάσει τη δική σου αντρειά, ήταν ζήτημα τιμής για σένα να μη σταματήσεις. Εξ άλλου είναι παρατηρημένο από όλους πως το σκυλί κυνηγάει μονάχα όποιον το φοβάται. Αυτό έχει τα δόντια, εσύ το ξύλο, το λιθάρι. Αλλά και να σε δαγκώσει λίγο, τι θα πάθεις; Θα τρέξουν κάμποσες στάλες αίμα.

Μα ο Κεφαλονίτης, μ’ όλα τα γράμματα που είχε μάθει, αποδειχνόταν ανήξερος σ’ αυτά, κατώτερός μας.

-Να προσέχετε από τους σκύλους, μας συμβούλευε κι εμάς σοβαρά. Μπορούν να σας κάνουν κακό, πιάνουν λύσσα.

Τόσα χρόνια δεν έπαθε κανένας από λυσσασμένο σκυλί και τώρα θα βάναμε τέτοια έγνοια στο κεφάλι μας; Άσ’ τον να λέει.

Ο ίδιος, όποτε πήγαινε σε σπίτι, ακολουθώντας πάντα κανέναν χωροφύλακα ομοτράπεζο ή τον ίδιο το νοικοκύρη για οδηγό, έβανε πάντα να δέσουν το «σκύλο» για όση ώρα θα έμενε κει, φοβόταν ακόμα και τα κουτάβια, που δεν ήξεραν ν’ αλυχτήσουν καλά, που κλάφνιζαν έτσι στον αέρα.

-Πωπώ, μαντρόσκυλα! έλεγε για τα πιο συνηθισμένα, τα πιο άκακα σχεδόν.

Για να μην έχει μπερδέματα μαζί τους, προτιμούσε να κάθεται στην κατοικία του, στο κέντρο του χωριού, δίπλα απ’ την αστυνομία και τα μαγαζιά, εκεί που δεν είχαν βέβαια καμιά θέση τα σκυλιά, εκείνα είχαν τη δουλειά τους, το καθένα κοντά στο κονάκι του.

Ακούγοντας όμως για κατοικία του δασκάλου, μην πάει ο νους σας σε τίποτε το ξεχωριστό! Κοιμόταν απλούστατα μες στο σχολειό, δηλαδή στο παρεκκλήσι, επειδή κανένα σπίτι στο χωριό δεν είχε διαθέσιμη κάμαρα να του παραχωρήσει. Έτσι κι αυτός το έπιασε στα δυτικά της εκκλησιάς, στην απάνω μεριά, το «γυναίκειο», όπου ανέβαινε κανείς με τρία τέσσερα σκαλοπάτια. Στην πλακόστρωτη εκείνη εξέδρα, να πούμε, είχε ένα κουτσοτράπεζο, χωρίς συρτάρι, για γραφείο, μ’ ένα σκαμνί απ’ το μπακάλικο για κάθισμα και κάτι παλιοσάνιδα παραπέρα, με κοτρόνες από κάτου, που του χρησίμευαν για κρεβάτι. Ο πρόχειρος κοιτώνας του με όλο το νοικοκυριό – μια τέντζερη κι ένα καπάκι, καθώς και το τσουκάλι για νερό – ήταν εκτεθειμένα στην κοινή περιέργεια.

Όταν του πηγαίναμε καμιά φορά απ’ το σπίτι μας γάλα «γλυκό», αβάρετο, σε καμιά μπουκάλα βουλωμένη με γούτσι, ο δάσκαλος μας έλεγε:

-Άδειασ’ το μέσα στο πιάτο!

Λέγοντας πιάτο εννοούσε ο καψερός το χαλκωματένιο καπάκι.

-Εσύ δεν είσαι για γράμματα, έλεγε πάλι σε κανέναν αμελή. Θα πω του πατέρα σου να σε στείλει να φυλάς γουρούνια…

Μα από γουρούνια εμείς δεν είχαμε ιδέα, δεν είχαμε δει στα μάτια μας ποτέ, γιατί τέτοιο ζώο δεν το σήκωνε ο τόπος μας, δεν είχε με τι να το θρέψει. Μας ήταν αρκετή τιμωρία το να φυλάμε τα γίδια, όπου μας έστελναν οι δικοί μας, όποτε δεν είχαμε μάθημα.

(…)

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ

Κάθε ξένος δάσκαλος που διορίζονταν στο χωριό μας φρόντιζε να φύγει το γληγορότερο από κει. Θα ’πρεπε να μην έχει κανέναν προστάτη ή να τον κυνηγάει κάποιος με πείσμα, για να μην μπορέσει να μετατεθεί κάπου αλλού. Και πώς να ζήσει αλήθεια ένας ξενοφερμένος σ’ εκείνα τα κακοτόπια, όπου οι άνθρωποι δε χόρταιναν ούτε ψωμί; Δάσκαλος απ’ άλλο μέρος δε μπορούσε να φάει τη δική μας μπομπότα. Γι’ αυτό έστελνε να του φέρουν «χάσικο», αγοραστό ψωμί, απ’ το παζάρι, μαζί με τους χωροφυλάκους. Μα ώσπου να το φέρει ο αγωγιάτης απ’ την Άρτα, το καρβέλι ξεραίνονταν στο δρόμο, γινόταν κεραμίδα. Έπειτα ήταν και το ζήτημα της κατοικίας, που δεν περίσσευε ακόμα δωμάτιο πουθενά, για να μείνει ο δάσκαλος.

Στο μεταξύ ο πάρεδρος του χωριού μας, ένας γέρος βαθύς, παλιός μπακάλης, που του έστελνε μπιλιέτα ο βουλευτής και που κατέβαινε στην πολιτεία τρεις τέσσερις φορές το χρόνο, με το να διαχειρίζεται τα επιδόματα που έπαιρναν οι οικογένειες των στρατευσίμων, έπαιρνε, λέγαν, κι αυτός το μερίδιό του και φαίνεται πως είχε γλείψει τα δάχτυλά του, έβαλε κι έχτισε στη μέση του χωριού ένα μεγάλο οίκημα, κούλα σωστή, μ’ ανώγια και κατώγια, το πάνω να ’ναι για σκολειό, το κάτω για μαγαζιά με την αστυνομία κολλητά και παραδίπλα το κοινοτικό γραφείο. Έτσι θ’ αφήναμε πια το παρεκκλήσι τ’ Αηνικόλα, εμείς τα μαθητούδια, και θα ’χαμε σκολειό της προκοπής με κανονικά παράθυρα και με καινούρια θρανία, όχι εκείνα τα παλιά, τα ξεγοφιασμένα, που τα ’χαμε σακατέψει χαράζοντάς τα βαθιά με τους σουγιάδες για να καμαρώνουμε τα ονόματά μας, άσε που είχαν γίνει χάλια κι απ’ τις χυμένες μελάνες, τις αγοραστές –βαφή «μαν’σακί» – ή τις άλλες που κάναμε μόνοι μας με νερωμένη καπνιά ή στύβοντας «βιζιάδια», κάτι ζουμερούς σπόρους άγριων χορταριών.

Εκείνη την εποχή μας ήρθε κάποιος δάσκαλος Παυλόπουλος, απ’ τα μέρη του Αιγίου νομίζω. Αυτός είχε φέρει μαζί και τη γυναίκα του. Αλλά εμείς δεν τη βλέπαμε καθόλου, γιατί προσκολήθηκε σ’ ένα σπίτι κάπου εκεί κοντά και δεν έβγαινε όξω, στους κακόστρωτους δρόμους που μοιάζαν με γιδόστρατες. Σε λίγον καιρό χάθηκε η άμοιρη, πέθανε απάνω στη γέννα της. Ήταν άμαθη από τέτοιον τόπο και δεν είχε κανένα να την κοιτάξει. Ούτε γιατρός βέβαια, ούτε μαμή βρίσκονταν εκεί γύρω. Οι δικές μας γυναίκες ήταν μαθημένες να κάνουν τα παιδιά μόνες τους, ακόμα κι όξω στα χωράφια, ούτε πάθαινε καμιά τους από λεχωνιά. Μα η άμαθη ξένη πλήρωσε με τη ζωή της τον ερχομό της στο χωριό μας.

Από τότε ο δάσκαλός μας άφησε άκοπα τα γένια του, όπως συνήθιζαν κι οι χωριανοί σε χάσιμο δικού τους. Μα περιπλέον κόλλησε και μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του, που την έλεγαν «πένθος». Κι έγινε πιο κατσούφης απ’ ό,τι τον ξέραμε, κλείστηκε στον εαυτό του με πείσμα, μην ανοίγοντας το στόμα παρά μόνον για να μας κάμει μάθημα. Καμιά φορά προς το βράδυ έβγαινε για σεργιάνι τάχα, δώθε προς το λαγκάδι κι εκεί τον άκουγε καμιά περαστική γυναίκα να μιλάει μόνος του, όπως «ξενοκρένουν» τα παιδιά στον ύπνο.

-Πάει ο δάσκαλος, αποχοντριάστηκε! λέγαν. Έτσι παθαίνουν αυτοί με τα πολλά γράμματα…

Άλλη βέβαια ήταν η αιτία της κατάντιας του και όχι τα «πολλά γράμματα», γιατί είναι ζήτημα αν ο Παυλόπουλος είχε πατήσει στο γυμνάσιο. Αλλά τότε δε μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο στοιχίζει σ’ έναν ευαίσθητο άνθρωπο ο χαμός της γυναίκας του, ούτ’ εμείς τ’ ανήξερα παιδιά, ούτε οι μεγάλοι που τον σχολίαζαν άπονα! Οι χωριάτες παρηγοριούνται εύκολα στα δυστυχήματά τους, η σκληρή ζωή δεν τους αφήνει να πάρουν κατάκαρδα τίποτε.

Ο Παυλόπουλος ήταν ο πρώτος δάσκαλος που άρχισε να βαθμολογεί. Μας έπαιρνε τα τετράδια και μας έβανε βαθμό. Αυτό ήταν κάτι το καινούριο για μας. Έτσι φροντίζαμε ποιος να γράψει ομορφότερα, πιο καθαρά. Γινόταν μια ξεσυνέρια μεταξύ μας, ένας ανταγωνισμός που είχε αποτέλεσμα να συνηθίζουμε στην καλλιγραφία. Μονάχα οι σβαρνιάρηδες, οι ανεπρόκοποι του παρουσίαζαν μουντζούρες κι έπαιρναν «σχεδόν καλώς» ή «μετρίως». Μα εκείνους πάλι δεν τους ένοιαζε καθόλου, ούτε τον κοίταζαν καν το βαθμό.

Ύστερ’ απ’ ένα χρόνο έφυγε ο Παυλόπουλος, πάντα κακιωμένος με το χωριό μας, όπου άφηνε θαμμένη τη γυναίκα του, και μας ήρθε ένας νέος δάσκαλος, απόφοιτος του γυμνασίου, απ’ τα μέρη μας κιόλας, αντίκρια απ’ τον Άραχθο.

Ψόφια ψείρα! τον παράστησε με δυο λόγια κάποια γειτόνισσα που τον πρωτοείδε στην εκκλησιά την Κυριακή.

Ήταν αλήθεια λιανός, ντελικάτος, με μια χλωμάδα στο πρόσωπό του. Κι οι χωριάτες αγαπούν να βλέπουν γεμάτους, ροδοπρόσωπους, αποφασιστικούς ανθρώπους, γιατί γι’ αυτούς υπάρχει μόνο εκείνο που φαίνεται: τ’ ανάστημα, η ομορφιά. Την ψυχή, το πνεύμα, ποιος να τα ιδεί!

Μολαταύτα ο καινούριος δάσκαλος, για μας τουλάχιστο τους πιο μεγάλους, ήταν εκείνο που θέλαμε. Δεν έστελνε κάθε τόσο τους υποταχτικούς του να κόψουν βέργες απ’ τη γειτονική αγριλιά για να μας τις τσούζει στην απαλάμη, ούτε κρατούσε στο χέρι το χάρακα για να μας κοπανάει στο κεφάλι με το παραμικρό, ούτε μας τραβούσε «για ξεκώλωμα» τ’ αυτιά, ώσπου να βγάλουν αίμα, σαν τους προκατόχους του. Από τα πολλά που ήξερε ο ίδιος μας μάθαινε κι εμάς αρκετά, και μάλιστα μ’ ευχάριστο τρόπο. Ήταν μια χαρά να τον ακούς.

Στη Ζωολογία π.χ. όταν φτάσαμε στον παπαγάλο, μας διηγήθηκε πως αυτός είχε δει ένα τέτοιο πουλί, το είχε η σπιτονοικοκυρά του, λέει (άκου κει όνομα: σπιτονοικοκυρά! – τι μυστήριο πάλι να ’ταν αυτό) κι ο παπαγάλος άνοιγε το στόμα του και μιλούσε μ’ ανθρώπινη φωνή και ξεχώριζες λόγια καθαρά κι έλεγε της κυράς του, για φαντάσου:

-Παπαγάου, θέου (θέλω) καφέ!

Αυτά μας φαίνονταν απίστευτα, πρωτάκουστα. Αχ, τι πράματα, τι θάματα που έχουν αυτές οι πολιτείες! Και τι σοφός, τι πολύξερος που ήταν ο λιγοκρέατος, αμούστακος δάσκαλός μας! Να μπορούσε να γίνει δάσκαλος κανένας, υπάρχει μεγαλύτερο αξίωμα στον κόσμο;

Ο ίδιος ζωγράφιζε κιόλας ωραία στον πίνακα. Παίζοντας με την κιμωλία, χωρίς να πολυαργεί μας στάφνιζε ολόκληρο κεφάλι ή άλογο με χαίτη ή αετό με φτερά, που τα κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό στόμα.

-Αντιγράψτε το κι εσείς, μας παράγγελνε.

Μα το δικό μας το χέρι έσερνε αδέξια γραμμές δίχως γούστο, που δεν έμοιαζαν καθόλου ούτε με τ’ άλογο, ούτε με τον αετό του δασκάλου μας. Εμείς ήμασταν άξιοι μονάχα για κανένα νομό, που τον χρωματίζαμε ύστερα με μπογιές, μ’ εκείνα τ’ αγοραστά κοντύλια, αφού τον ξεσηκώναμε είτε με το μάτι, υπομονετικά, είτε απ’ το χάρτη κρυφά, βάζοντας από κάτου ένα γυαλί.

Καταλαβαίναμε πια τα μαθήματά μας, ο δάσκαλος δεν είχε ανάγκη να ξεφωνίζει και να μαλώνει για το τίποτα. Με ήρεμο ύφος, πειστικά μας μιλούσε για τα ζώα και τα φυτά, για τις πέντε ηπείρους και τους μακρινούς ανθρώπους που δοξάζονταν με τους πολέμους.

Επιθεωρητής δεν είχε πατήσει ποτέ σ’ εκείνα τα χωριά, μα ήταν το ίδιο για το δάσκαλό μας, αφού είχε ζήλο, μεράκι στη δουλειά.

Μέναμε τώρα στο καινούριο σκολειό με τους ασβεστωμένους τοίχους, με σανίδια αποκάτου, με νταβάνι ψηλά. Έμπαινε ήλιος, έμπαινε φως, κι εμείς ακούγαμε ή λέγαμε το μάθημα δίχως χτυποκάρδι. Λίγα θρανία πιο πίσω, κάθονταν η τρίτη τάξη, κι αυτοί διάβαζαν απ’ το νέο αναγνωστικό τους, τα «Ψηλά Βουνά». Παρακολουθούσαμε άθελά μας την όμορφη ιστορία του Λάμπρου και της Αφρόδως, που ζούσαν ανάμεσα στα πρόβατα, στις ράχες σαν εμάς. Τα περισσότερα από κει μέσα τα νιώθαμε σα να ’ταν δικά μας. Μονάχα πεύκος δεν ξέραμε ακόμα τι είναι:

-Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
γιατί, γιατί;
-Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί…

Ωραία ήταν και τα ποιήματα και η διήγηση από κει μέσα. Κρίμα μονάχα που δεν είχαμε κι εμείς τέτοιο βιβλίο στον καιρό μας και περάσαμε την τρίτη τάξη με τ’ άλλο, το παλιό, που ήταν κρύο κι άχαρο.

Κι οι μέρες, οι βδομάδες περνούσαν και δε μας αποφαίνονταν καθόλου, γιατ’ είχαμε το νου μας όλο στα μαθήματα και κοιτάζαμε ποιος να περάσει τον άλλον. Μόλις γυρίζαμε στο σπίτι, καθόμασταν αμέσως να γράψουμε το παρακάτω ή να λύσουμε τα προβλήματα, να τα προφτάσουμε πριν νυχτώσει, γιατί το λυχνάρι της νύχτας δεν περίσσευε να φέξει για μας, είχαν οι δικοί μας τόσες άλλες δουλειές, στο στενόχωρο εκείνο κονάκι, όπου φέρναμε γύρα όλοι μαζί. Καθόμουν κι εγώ, θυμάμαι, μπροστά στο δεξί μας παραθύρι γονατιστός, και με πονούσαν τα γόνατα απ’ τον ασβέστη, όπου ακουμπούσαν και στύλωνα τον αγκώνα μου στο πέτρινο πρεβάζι το ξασβεστωμένο και κοίταζα πέρα στα περήφανα Τζουμέρκα μες απ’ την ξύλινη «σταύρωση» παραθυριού (σε σχήμα κεφαλαίου Τ), να ιδώ μην «έγειραν τα ίσκια», μην κόντευε να σουρουπώσει και δεν πρόφταινα να τελειώσω την αντιγραφή και δεν έπαιρνα το συνηθισμένο μου «άριστα 6», την πολύτιμη αμοιβή, με την μονογραφή του δασκάλου, που την περνούσαμε κι αυτήν ύστερα με μελάνη, για να μην τυχόν και τη σβήσει ο χρόνος!

Στο γράψιμο τα κατάφερνα μια χαρά, το άριστα το ’παιρνα με το σπαθί μου. Μόνο στην απαγγελία, στις φιγούρες, δεν έφτιανα τίποτε. Φοβόμουν, ήμουν άτολμος. Με πονούσε συχνά τ’ αυτί, μάζευε και καμιά φορά, λοιπόν αυτό μου έφερνε ντροπή που την κρατούσα μέσα μου και δεν την έδειχνα σε κανέναν. Έμαθα να θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερον απ’ τους άλλους και όπου χρειάζονταν θάρρος, απόφαση, εγώ ερχόμουν τελευταίος απ’ όλους.

Έτσι μια φορά ο Παυλόπουλος, για να περάσει η ώρα, μας έβαλε να ειπούμε από ένα παραμύθι ο καθένας. Οι άλλοι άρχισαν πρόθυμα και μερικοί μάλιστα γελούσαν μόνοι τους εκεί που τα λέγαν, κάνοντας και τους άλλους να ξεκαρδιστούν. Μονάχα εγώ στάθηκε αδύνατο ν’ ανοίξω το στόμα μου.

-Να πάρε παιδί μου, κανένα κόσκινο για να σκεπάσεις το μούτρο σου! μου είπε ειρωνικά ο δάσκαλος δυσαρεστημένος.

Κι εγώ ντροπιάστηκα ακόμα περισσότερο απ’ την παρατήρησή του, αντιπάθησα μάλιστα το δάσκαλό μας που θέλησε να μου διασύρει την αδυναμία.

Ένας λόγος τώρα ν’ αγαπάω το διάδοχό του τον Αράπη – που γι’ αυτόν έγραψα πριν τα παραπάνω – ήταν πως δεν πείραζε κανέναν και σεβόταν, μπορεί να πει κανείς, τα τρωτά μας.

Αλλά πριν τελειώσει ο χρόνος, μας έστειλαν άλλο δάσκαλο, έναν Κερκυραίο που τον έλεγαν Σταμάτη Κουλούρη. Φαίνεται πως είχαμε γίνει πολλοί πια και δεν μπορούσε να μας βγάλει πέρα ένας μοναχός του. Γι’ αυτό ήρθε ο Κερκυραίος βγαλμένος από διδασκαλείο, λέει (ο πρώτος του είδους τους που πάτησε στην περιφέρεια), κι επειδή είχε και προϋπηρεσία, έγινε διευθυντής του διτάξιου πια σχολείου.

Μας φάνηκε κάπως παράξενο αυτό, να βρεθεί άλλος δάσκαλος ανώτερος απ’ τον Αράπη, μα το δεχτήκαμε, γιατί έτσι έπρεπε. Κι εμάς, την πιο μεγάλη τάξη, μας πήρε αυτός πια. Η αλλαγή όμως μας στοίχισε, τουλάχιστο σ’ εμένα.

Ο νέος δάσκαλός μας έφερε δικά του σκέδια. Όπως ο Αράπης είχε προτίμηση στην ιχνογραφία και στην καλλιγραφία, ετούτος πρόσεχε την ωδική, λέει, και τη γυμναστική. Τι ήταν αυτά πάλι, πού τα ξόμπλιασε ο χριστιανός! Εμένα μια φορά δε μου άρεσαν καθόλου, επειδή δεν τα κατάφερνα ίσως.

Έπαιρνε να μας μάθει τον Εθνικό Ύμνο – άλλος μπελάς:

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα γερά…

Έτσι τα έλεγε, «γερά», ενώ το βιβλίο έγραφε «ιερά». Και χειρονομούσε κιόλας, έκανε κάτι κινήσεις που δεν τις είχαμε ξαναδεί. Μας ερχόταν να γελάσουμε, αλλά κρατιόμασταν, γιατί ο δάσκαλος ήταν σοβαρός, μας είχε επιβληθεί με το πρώτο.

Καλός μπορεί να ’ταν, αλλά τι την ήθελε κι εκείνη τη ρημάδα τη γυμναστική! Έδινε αράδα παραγγέλματα κι οι άλλοι χαίρονταν να τα εκτελούν, σα να ’ταν σε χορό. Έτρεχαν αυτοί, φώναζαν, έπαιζαν, κι η γυμναστική τούς ερχόταν στα μέτρα τους. Αλλά εγώ μ’ εκείνον τον πόνο του αυτιού… άσ’ τα.

(…)

Απόλαμπρα έγινε κι ένας γάμος, παντρεύτηκε ο αδερφός του πατέρα μου. Ο δάσκαλος μας έβαλε να γράψουμε μια έκθεση (άλλη καινοτομία!) μ’ αυτό το θέμα. Περίμενα να ’ρθω πρώτος με την καλλιγραφία μου, κι επειδή ήμουν τόσο κοντινός του γαμπρού, αλλά πήρα μονάχα 3, για πρώτη μου φορά. Το μεγαλύτερο βαθμό τον έδωσε ενός αλλουνού, που είχε πατέρα παπά, εκείνος ορμήνεψε το γιο του τι να γράψει, μ’ εκκλησιαστικές ονομασίες.

Μου φάνηκε άδικο, αλλά το κατάπια κι αυτό. Δοκίμασα όμως και μεγαλύτερη καταφρόνια όταν, προς το τέλος του χρόνου, μας έβαλε τα ελάχιστα ποιήματα του βιβλίου γι’ απαγγελία στις εξετάσεις. Τα πήραν οι τρεις τέσσεροι άλλοι συμμαθητές μου, κι εγώ, σαν ανίκανος βέβαια, έμεινα απέξω. Έλεγε το παπαδοπαίδι και ξανάλεγε για εξάσκησή του τη «Σκλάβα Πόλη», αυτή την πεντάμορφη που «κάθεται στο Βόσπορο και κλαίει» (εδώ σφούγγιζε τα μάτια του με τα δάχτυλα σαλιωμένα) «κι ο φιδωτός ο Βόσπορος…» (έκανε με το χέρι το σχήμα του φιδιού), όλο έτσι ως το τέλος, απαγγελία και μιμική. Μπορούσα να μη ζηλεύω τον τυχερό συμμαθητή;

Επιτέλους ήρθαν κι οι εξετάσεις, έγιναν οι απαγγελίες των άλλων. Είχαν μαζευτεί κόσμος κι έκαναν γούστο μ’ εμάς. Ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στα χρονικά του σχολείου. Στο τέλος ο δάσκαλος, καινοτομώντας ακόμα μια φορά, έβγαλε λόγο και μίλησε για την πατρίδα, για τον πόλεμο που γίνονταν στη Μικρασία. Ήταν έφεδρος αξιωματικός, είπε, και ίσως να μην ξανάρχονταν στο χωριό μας.

-Ουχ ήττον…συνέχισε.

Τι ήθελε να πει μ’ εκείνο το «ουχ ήττον»; Κανένας από μας δεν το ’χε καταλάβει. Δε βαριέσαι, άσ’ τον να πάει στο καλό του. Τελείωσε το σχολικό έτος. Τελειώσαμε κι εμείς την πέμπτη.

Γλωσσάρι

κακόθωρος: άσκημος στη θωριά, κακομούτσουνος

κλίτσες γράμματα: λιγοστά γράμματα

λαδάσκια: ασκιά που βάζουν λάδι, εδώ: άνθρωποι βρωμιάρηδες

σπληνιάρης: άρρωστος από ελονοσία που του μεγάλωσε η σπλήνα

βρουτσίλια, τα: μέρη πολύ νοτερά (επίσης το βουρτσίλι, βροτσίλι)

θουρίδα: εσοχή στον τοίχο που χρησιμεύει σαν πρόχειρο ντουλάπι, θυρίδα

λιανώματα: τα κέρματα

παπαδικό: το κανονισμένο δόσιμο στον παπά από κάθε οικογένεια του χωριού

μαξούμι: μικρό παιδί

γούτσι: ο ξεσπειριασμένος κώνος καλαμποκιού

χάσικο ψωμί: άσπρο ψωμί

κούλα: πύργος

μαν’σακί: βαθυγάλαζη βαφή

στάφνιζε: έφτιαχνε, σκάρωνε

απόλαμπρα: μετά το Πάσχα

alt
Διαφημίσεις (Ανεξάρτητο Δίκτυο)
Όλα τα μεταπτυχιακά σε ένα site !